Το Ελληνικό Κέντρο Θαλασσίων Ερευνών (ΕΛ.ΚΕ.Θ.Ε.) / Hellenic Centre for Marine Research (HCMR)[1], είναι κρατικός ερευνητικός οργανισμός που λειτουργεί υπό την εποπτεία της Γενικής Γραμματείας Έρευνας και Τεχνολογίας (ΓΓΕΤ) του Υπουργείου Ανάπτυξης και Επενδύσεων.

Ελληνικό Κέντρο Θαλασσίων Ερευνών
Γενικές πληροφορίες
ΕίδοςΕρευνητικός Οργανισμός
Διοικητική υπαγωγήΑνάβυσσος Αττικής[2] και Αθήνα
ΧώραΕλλάδα[3]
Ιστότοπος
Επίσημος ιστότοπος

ΙστορίαΕπεξεργασία

Στην Ελλάδα, η θάλασσα πάντα ήταν μια πηγή ενδιαφέροντος όπως επίσης και πόρων, από τα αρχαία Μινωικά χρόνια, όπως μπορεί να γίνει αντιληπτό από τις τοιχογραφίες και τις νωπογραφίες στη Σαντορίνη και στο παλάτι της Κνωσσού, τις καταγεγραμμένες διδαχές των Ιόνιων φιλοσόφων και τα επιστημονικά γραπτά του μεγάλου φιλοσόφου Αριστοτέλη. Αυτό το ενδιαφέρον έχει παραμείνει ζωντανό και επίκαιρο μέχρι σήμερα.

Στην Ελλάδα, η θάλασσα πάντα ήταν μια πηγή ενδιαφέροντος όπως επίσης και πόρων, από τα αρχαία Μινωικά χρόνια, όπως μπορεί να γίνει αντιληπτό από τις τοιχογραφίες και τις νωπογραφίες στη Σαντορίνη και στο παλάτι της Κνωσσού, τις καταγεγραμμένες διδαχές των Ιόνιων φιλοσόφων και τα επιστημονικά γραπτά του μεγάλου φιλοσόφου Αριστοτέλη. Αυτό το ενδιαφέρον έχει παραμείνει ζωντανό και επίκαιρο μέχρι σήμερα.

Το 1912 η ελληνική κυβέρνηση αποφάσισε να προχωρήσει στη διερεύνηση της δημιουργίας ενός ινστιτούτου, προσκαλώντας ως σύμβουλο τον Ιταλό καθηγητή D. Vinciguerra, και πρότεινε τη δημιουργία ενός Θαλάσσιου Υδροβιολογικού Σταθμού. Ο πρώτος Θαλάσσιος Υδροβιολογικός Σταθμός ιδρύθηκε το 1914. Είχε έδρα το Παλαιό Φάληρο, ξεκίνησε το 1915 μελέτες αλιείας και θαλάσσιας βιολογίας. Ο σταθμός αυτός μετονομάστηκε σε Εργαστήριο Αλιευτικών Ερευνών το 1948 και τέθηκε υπό την Εποπτεία του Υπουργείου Γεωργίας.

Μετά τον Β΄ παγκόσμιο πόλεμο, και συγκεκριμένα το 1945, ιδρύθηκε το Ελληνικό Υδροβιολογικό Ινστιτούτο της Ακαδημίας Αθηνών, με έδρα τον Πειραιά, στο οποίο ενσωματώθηκε το 1947 ο Υδροβιολογικός Σταθμός της Ρόδου που είχε ιδρυθεί από τους Ιταλούς κατά τη διάρκεια της κατοχής των Δωδεκανήσων (Reale Istituto di Ricerche Biologiche). Συγχρόνως ένα μικρό σκάφος με το όνομα «ΓΛΑΥΚΗ» μετασκευάστηκε σε ερευνητικό και πραγματοποίησε το 1946 τους τρεις πρώτους ελληνικούς ωκεανογραφικούς πλόες. Tο «ΓΛΑΥΚΗ» αντικαταστάθηκε το 1948 από το ερευνητικό σκάφος «ΑΛΚΥΟΝΗ».

Το 1965 το Υδροβιολογικό Ινστιτούτο της Ακαδημίας Αθηνών μαζί με το Εργαστήριο Αλιευτικών Ερευνών ενώθηκαν στο νεοσυσταθέν Ινστιτούτο Ωκεανογραφικών και Αλιευτικών Ερευνών (Ι.ΩΚ.Α.Ε.), που άρχισε να λειτουργεί από το 1970.

Το 1985 με το νόμο 1514 της Έρευνας ιδρύθηκε το Εθνικό Κέντρο Θαλάσσιων Ερευνών (Ε.Κ.Θ.Ε.), που αποτέλεσε τη μετεξέλιξη του ΙΩΚΑΕ, και ήταν ΝΠΔΔ εποπτευόμενο από τη Γενική Γραμματεία Έρευνας και Τεχνολογίας του Υπουργείου Βιομηχανίας Ενέργειας και Τεχνολογίας, του μετέπειτα Υπουργείου Ανάπτυξης. Το 1985 ναυπηγήθηκε στα ναυπηγεία Χαλκίδας και το Ωκεανογραφικό σκάφος «ΑΙΓΑΙΟ». Το ΕΚΘΕ αποτέλεσε τον κύριο ερευνητικό φορέα θαλάσσιων επιστημών στην Ελλάδα.

Το 1987 ιδρύθηκε το Ινστιτούτο Θαλάσσιας Βιολογίας Κρήτης (Ι.ΘΑ.ΒΙ.Κ.) με έδρα το Ηράκλειο. Το Ι.ΘΑ.ΒΙ.Κ. αναπτύχθηκε με γρήγορους ρυθμούς και με το ερευνητικό σκάφος «ΦΙΛΙΑ» είχε τα τελευταία χρόνια σημαντικό ρόλο στους τομείς της θαλάσσιας βιολογίας, της αλιείας και των υδατοκαλλιεργειών.

Το 1990 αποκτήθηκε το τηλεκατευθυνόμενο υποβρύχιο ROV Mini Rover. Το 1997 το «ΑΙΓΑΙΟ» Ω/Κ ανακατασκευάστηκε και αποτέλεσε ένα μοντέρνο εν πλω εργαστήριο. Το 1999 αποκτήθηκε το τηλεκατευθυνόμενο υποβρύχιο ROV βαθιάς θάλασσας Max Rover και το σύγχρονο επανδρωμένο υποβρύχιο «ΘΕΤΙΣ».

Το 2003 με το νόμο 2919/25.6.2001 «Σύνδεση Έρευνας και Τεχνολογίας με την παραγωγή» αποφασίστηκε η ίδρυση ΝΠΔΔ με την επωνυμία Ελληνικό Κέντρο Θαλάσσιων Ερευνών (ΕΛ.ΚΕ.Θ.Ε.), με την ενοποίηση του Εθνικού Κέντρου Θαλάσσιων Ερευνών (ΕΚΘΕ) και του Ινστιτούτου Θαλάσσιας Βιολογίας Κρήτης (Ι.ΘΑ.ΒΙ.Κ). Το ΕΛ.ΚΕ.Θ.Ε. διέπεται από τις διατάξεις του νόμου 1514/85 και του Προεδρικού Διατάγματος 164 (ΦΕΚ 131/3.6.03) και έχει έδρα την Ανάβυσσο Αττικής.

Το Δεκέμβριο του 2005 άνοιξε το «Cretaquarium-Θαλασσόκοσμος» στο Ηράκλειο Κρήτης, αποτελώντας ένα από τα μεγαλύτερα ενυδρεία στην Ευρώπη και προσφέροντας μια καταπληκτική θέα στον υποθαλάσσιο κόσμο της Μεσογείου θάλασσας.

Σήμερα, το ΕΛ.ΚΕ.Θ.Ε. αποτελείται από τρία Ερευνητικά Ινστιτούτα:

  1. το Ινστιτούτο Θαλασσίων Βιολογικών Πόρων και Εσωτερικών Υδάτων,
  2. το Βιοτεχνολογίας και Υδατοκαλλιεργειών, Ινστιτούτο Θαλάσσιων Βιολογικών Πόρων και Εσωτερικών Υδάτων και
  3. το Ινστιτούτο Ωκεανογραφίας.


ΑποστολήΕπεξεργασία

i) Διατήρηση της υγείας της υδρόσφαιρας έτσι ώστε τα υδάτινα οικοσυστήματα να εξακολουθήσουν να παρέχουν τις υπηρεσίες τους (ρυθμιστικές, αισθητικές, πολιτιστικές) στις μελλοντικές γενιές,

ii) Προαγωγή της βιώσιμης εκμετάλλευσης των θαλάσσιων βιολογικών και άλλων πόρων, συμπεριλαμβανομένης της θαλάσσιας ενέργειας στα πλαίσια της Γαλάζιας Ανάπτυξης (πρόγραμμα «HORIZON 2020»),

iii) Υποστήριξη της περιφερειακής ανάπτυξης,

iv) Προαγωγή της βιώσιμης υδατοκαλλιέργειας,

v) Ευαισθητοποίηση του κοινού σε θέματα που σχετίζονται με την υδρόσφαιρα και την προστασία της, και

vi) Παροχή συμβουλών σε εθνικά, μεσογειακά και ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα σε θέματα περιβαλλοντικής βιωσιμότητας και διαχείρισης.

Ωκεανογραφικός ΣτόλοςΕπεξεργασία

 
Ε/Σ Αιγαίο του ΕΛΚΕΘΕ

Στη τεχνολογική υποστήριξη των ερευνητικών προγραμμάτων του ΕΛ.ΚΕ.Θ.Ε. περιλαμβάνονται:

  • δύο ερευνητικά πλοία, το Ω/Κ «ΑΙΓΑΙΟ» και το Ερευνητικό Αλιευτικό πλοίο «ΦΙΛΙΑ»,
  • ένα διθέσιο υποβρύχιο, το βαθυσκάφος «ΘΕΤΙΣ» και
  • τέσσερα υποβρύχια τηλεκατευθυνόμενα ρομπότ.

ΠαραπομπέςΕπεξεργασία