Στην ελληνική μυθολογία ο Ερμοχάρης ήταν Αθηναίος που κατά τη νεαρή του ηλικία ερωτεύθηκε σφοδρά την Κτήσυλλα, μία κόρη από την Κέα, κόρη του Αλκιδάμαντα, όταν την είδε να χορεύει από το ιερό του Πυθίου Απόλλωνα.

Ο Ερμοχάρης σκέφθηκε το εξής τέχνασμα: Χάραξε ένα όρκο πάνω σε ένα μήλο και περίμενε πότε η Κτήσυλλα θα πήγαινε στον ναό της Αρτέμιδας. Μόλις η κόρη βρέθηκε εκεί, ο Ερμοχάρης πέταξε μέσα το μήλο. Εκείνη το πήρε και διάβασε μεγαλόφωνα ό,τι ήταν γραμμένο επάνω του: «Ορκίζομαι να μην πάρω για σύζυγό μου άλλην εκτός από την Κτήσυλλα.» Η Κτήσυλλα ντράπηκε και πέταξε μακριά το μήλο. Ο Ερμοχάρης όμως πήγε κατευθείαν στον πατέρα της, του ανεκοίνωσε το συμβάν και τη ζήτησε σε γάμο. Ο Αλκιδάμας δέχθηκε, αλλά ο Ερμοχάρης του ζήτησε να ορκισθεί στον Απόλλωνα και να αγγίξει και την ιερή του δάφνη.

Πέρασε από τότε αρκετός καιρός. Ο Αλκιδάμας όχι μόνο καταπάτησε τον όρκο του, αλλά ξεχνώντας τον αρραβώνιασε την Κτήσυλλα με άλλο. Ενώ λοιπόν η Κτήσυλλα θυσίαζε στην Άρτεμι για να τιμήσει τη μνηστεία της, ο Ερμοχάρης έτρεξε στον ναό. Αυτή τον είδε, τον ερωτεύθηκε και εγκαταλείφθηκε σε μία εκούσια απαγωγή. Το ζεύγος έφθασε στην Αθήνα και τέλεσε τους γάμους του. Η Κτήσυλλα γέννησε ένα παιδί, αλλά η ίδια πέθανε κατά τον τοκετό. Εξιλεώθηκε έτσι η επιορκία του πατέρα της προς τον Απόλλωνα. Κατά την κηδεία της, ένα περιστέρι πέταξε πάνω από το φέρετρο και το σώμα της Κτήσυλλας εξαφανίσθηκε. Οι κάτοικοι της Κέας και ο Ερμοχάρης ρώτησαν το Μαντείο των Δελφών τι έπρεπε να κάνουν και εκείνο τους απάντησε ότι έπρεπε να αποδώσουν λατρεία στην «Αφροδίτη Κτήσυλλα», δηλαδή στη νεκρή γυναίκα που είχε θεοποιηθεί.


ΠηγέςΕπεξεργασία

  • Emmy Patsi-Garin: «Επίτομο λεξικό Ελληνικής Μυθολογίας», εκδ. οίκος Χάρη Πάτση, Αθήνα 1969