Άνοιγμα κυρίου μενού

Στην ελληνική μυθολογία με το όνομα Κτήσυλλα είναι γνωστή μια θυγατέρα του Αλκιδάμα και της Ιουλίδας, από την Κω. Στη νήσο Κω υπήρχε ιερό της Κτήσυλλας, η οποία λατρευόταν με θυσίες και δεχόταν την επίκληση «Εκαέργη».

Σύμφωνα με άλλη εκδοχή, που αφηγείται ο Αντωνίνος Λιβεράλις, η Κτήσυλλα καταγόταν από την Κέα και την είχε ερωτευθεί ο Ερμοχάρης ο Αθηναίος, όταν την είδε να χορεύει. Ο Ερμοχάρης σκέφθηκε το εξής τέχνασμα: Χάραξε ένα όρκο πάνω σε ένα μήλο και περίμενε πότε η Κτήσυλλα θα πήγαινε στον ναό της Αρτέμιδας. Μόλις η κόρη βρέθηκε εκεί, ο Ερμοχάρης πέταξε μέσα το μήλο. Εκείνη το πήρε και διάβασε μεγαλόφωνα ό,τι ήταν γραμμένο επάνω του: «Ορκίζομαι να μην πάρω για σύζυγό μου άλλην εκτός από την Κτήσυλλα.» Η Κτήσυλλα ντράπηκε και πέταξε μακριά το μήλο. Ο Ερμοχάρης όμως πήγε κατευθείαν στον πατέρα της, του ανεκοίνωσε το συμβάν και τη ζήτησε σε γάμο. Ο Αλκιδάμας δέχθηκε, αλλά ο Ερμοχάρης του ζήτησε να ορκισθεί στον Απόλλωνα και να αγγίξει και την ιερή του δάφνη.

Πέρασε από τότε αρκετός καιρός. Ο Αλκιδάμας όχι μόνο καταπάτησε τον όρκο του, αλλά ξεχνώντας τον αρραβώνιασε την Κτήσυλλα με άλλο. Ενώ λοιπόν η Κτήσυλλα θυσίαζε στην Άρτεμι για να τιμήσει τη μνηστεία της, ο Ερμοχάρης έτρεξε στον ναό. Αυτή τον είδε, τον ερωτεύθηκε και εγκαταλείφθηκε σε μία εκούσια απαγωγή. Το ζεύγος έφθασε στην Αθήνα και τέλεσε τους γάμους του. Η Κτήσυλλα γέννησε ένα παιδί, αλλά η ίδια πέθανε κατά τον τοκετό. Εξιλεώθηκε έτσι η επιορκία του πατέρα της προς τον Απόλλωνα. Κατά την κηδεία της, ένα περιστέρι πέταξε πάνω από το φέρετρο και το σώμα της Κτήσυλλας εξαφανίσθηκε. Οι κάτοικοι της Κέας και ο Ερμοχάρης ρώτησαν το Μαντείο των Δελφών τι έπρεπε να κάνουν και εκείνο τους απάντησε ότι έπρεπε να αποδώσουν λατρεία στην «Αφροδίτη Κτήσυλλα», δηλαδή στη νεκρή γυναίκα που είχε θεοποιηθεί.

ΠηγήΕπεξεργασία

  • Emmy Patsi-Garin: «Επίτομο λεξικό Ελληνικής Μυθολογίας», εκδ. οίκος Χάρη Πάτση, Αθήνα 1969