Άνοιγμα κυρίου μενού
Θέση του Ιππώνιου στο χάρτη της Βρεττίας

Το Ιππώνιον ή πιο σωστά Ειπώνιον ή λατινικά Veiponium ήταν αρχαία ελληνική πόλη της Μεγάλης Ελλάδας στην Ιταλία η οποία σήμερα ονομάζεται Βίμπο Βαλέντια (Ιταλικά: Vibo Valenzia)[1][2].

ΙστορίαΕπεξεργασία

Το Ιππώνιον, σύμφωνα με τον Στράβωνα, ήταν αποικία των Λοκρών[3] και βρίσκονταν στην δυτική παραλία της Βρεττίας. Η πόλη εκτεινόταν σε μια έκταση διακοσίων εκταρίων με τείχη έξι χιλιομέτρων και με φυσικά οχυρωμένη ακρόπολη[2]. Διέθετε επίσης σημαντικό επίνειο στην Τυρρηνική θάλασσα και μεγάλες πεδινές εκτάσεις. Έφθασε στη μέγιστη ακμή της το δευτέρο μισό του 5ου π.Χ. αιώνα χάρη στα πλούτη της που προήρχοντο από το εμπόριο, την αλιεία και τη γεωργική εκμετάλλευση[2].

Το 385 π.Χ. το Ιππώνιον λεηλατήθηκε από τον τύραννο των Συρακουσών Διονύσιο Α΄ και οι κάτοικοί του μεταφέρθηκαν στις Συρακούσες[4]. Δέκα χρόνια αργότερα οι Καρχηδόνιοι την ξανάκτισαν και την παρέδωσαν στους κατοίκους της[1]. Περί τα 350 π.Χ. η πόλη κυριεύθηκε από τους Βρέττιους, και ξανά ελευθερώθηκε το 330 - 325 π.Χ. από τον Αλέξανδρο τον Ηπειρώτη. Ξανά κατακτήθηκε το 296 π.Χ. από τον Αγαθοκλή, αλλά οι Βρέττιοι την απελευθέρωσαν γρήγορα και την κατείχαν μέχρι το 272 π.Χ. οπότε έγινε ρωμαϊκή αποικία και μετονομάστηκε σε Vibo Valentia.

ΠηγέςΕπεξεργασία

  • Ιωάννης Σβορώνος: Ιστορία των νομισμάτων, Ήτοι εγχειρίδιον ελληνικής νομισματικής, Εν Αθήναις, Τύποις Π. Δ. Σακελλαρίου, 1898.

ΠαραπομπέςΕπεξεργασία

  1. 1,0 1,1 Εγκυκλοπαίδεια Νέα Δομή. 1996. σελ. 28, τομ. 15. 
  2. 2,0 2,1 2,2 Valerio M. Manfredi, Οι Έλληνες της Δύσης, Εκδοτικός Οργανισμός Λιβάνη ΑΒΕ, 1997, σελ. 246
  3. ... μετὰ δὲ τὴν Κωσεντίαν Ἱππώνιον Λοκρῶν κτίσμα· Βρεττίους δὲ κατέχοντας ἀφείλοντο Ῥωμαῖοι καὶ μετωνόμασαν Ὀυιβῶνα Ὀυαλεντίαν. διὰ δὲ τὸ εὐλείμονα εἶναι τὰ περικείμενα χωρία καὶ ἀνθηρὰ τὴν Κόρην ἐκ Σικελίας πεπιστεύκασιν ἀφικνεῖσθαι δεῦρο ἀνθολογήσουσαν· ἐκ δὲ τούτου ταῖς γυναιξὶν ἐν ἔθει γέγονεν ἀνθολογεῖν τε καὶ στεφανηπλοκεῖν, ὥστε ταῖς ἑορταῖς αἰσχρὸν εἶναι στεφάνους ὠνητοὺς φορεῖν. ἔχει δ᾽ ἐπίνειον, ὃ κατεσκεύασέ ποτε Ἀγαθοκλῆς ὁ τύραννος τῶν Σικελιωτῶν κρατήσας τῆς πόλεως. - Στράβων, Γεωγραφικά, Βιβλίο ΣΤ' 1.5
  4. Diodorus, Siculus; Dindorf, Ludwig August (1 Ιανουαρίου 1828). Diodori Bibliotheca historica. C. H. F. Hartmann.