Η ιστορία της Λετονίας ξεκινά επίσημα το 1920 με τη δημιουργία της πρώτης Λετονικής δημοκρατίας. Ωστόσο τα εδάφη της Λετονίας κατοικούνται από το τέλος της τελευταίας εποχής των παγετώνων. Τα βαλτικά φύλα έφτασαν γύρω στο 3000 π.Χ. και το 800 π.Χ. είχαν δομηθεί σε διάφορες φυλές: τους Κουρονιανούς, τους Λατγάλους, τους Σελονιανούς και τους Σεμιγαλιανούς.

Βαλτικό αργυρό βραχιόλι από το χωριό Αϊζκράουκλε, το οποίο χρονολογείται από τον 12ο αιώνα μ.Χ.. Εκτίθεται στο Βρετανικό Μουσείο.[1]

Μεσαίωνας - αρχές σύγχρονης εποχήςΕπεξεργασία

Στις αρχές του 13ου αιώνα τα εδάφη που συνορεύουν με την Βαλτική Θάλασσα ήταν μια από τις τελευταίες παγανιστικές περιοχές της Ευρώπης. Οι σταυροφορίες της Βαλτικής με επικεφαλείς τους ιππότες του Τάγματος των Αδελφών του Ξίφους κατακτούν και εκχριστιανίζουν την περιοχή. Η Ρίγα ιδρύθηκε το 1201 στον ποταμό Νταουγκάβα, την κύρια εμπορική διαδρομή μεταξύ Ρωσίας και Δυτικής Ευρώπης, ενισχύοντας έτσι το μονοπώλιο των εμπόρων της Χανσεατικής Λίγκας. Δημιουργήθηκε επίσης ένα κράτος κυριαρχούμενο από πρίγκιπες-επισκόπους, το οποίο κάλυπτε εδάφη της σημερινής Εσθονίας όσο και της Λετονίας, αποτελούμενο με δύο πολύ διαφορετικές τάξεις : αφενός, μια μειοψηφία γερμανικής καταγωγής που ανήκαν στην πολιτική, στρατιωτική, θρησκευτική και πνευματική ελίτ και ήταν επίσης έμποροι και γαιοκτήμονες. Από την άλλη πλευρά ήταν οι Λετονοί χωρικοί, των οποίων το καθεστώς επιδεινωνόταν κατά τη διάρκεια των αιώνων. Μεταξύ του 1418 και του 1562, η περιοχή αποτελούσε τη Λιβονική Συνομοσπονδία . Η χώρα επηρεάστηκε από την προτεσταντική μεταρρύθμιση στις αρχές του 16ου αιώνα και μεταστράφηκε στον Λουθηρανισμό. Τα λετονικά εδάφη έγιναν χώρος συγκρούσεων καθώς πολεμούσε όλο και πιο ισχυρούς γείτονες. Στους πολέμους συμμετείχε η Ρωσία, η Λιθουανία, η Πολωνία και η Σουηδία. Οι δύο τελευταίες χώρες (η Σουηδία καθώς και η Πολωνία η οποία είχε ενωθεί με την Λιθουανία και είχε σχηματίσει την Πολωνο-Λιθουανική Κοινοπολιτεία) κατέλαβαν τα εδάφη της Λετονίας. Το 1710, η ταχέως αναπτυσσόμενη ρωσική αυτοκρατορία την κατέκτησε κατά τη διάρκεια του Μεγάλου Βόρειου Πολέμου .

Επί ρωσικής αυτοκρατορίαςΕπεξεργασία

Κατά τον όγδοο αιώνα η κατάσταση για τους Λετονούς δεν άλλαξε. Οι Γερμανοί ήταν οι ευγενείς και είχαν κερδίσει σημαντική αυτονομία από τους Ρώσους, ενώ οι Λετονοί αγρότες κρατούνταν σε δουλοπαροικίες μέχρι τις αρχές του 19ου αιώνα. Στη Κουρλάνδη οι αγρότες απελευθερώθηκαν το 1819, στη Λιβονία το 1820 και στη Λατγάλη το 1861, παράλληλα με την υπόλοιπη Ρωσία. Μέρος της γερμανόφωνης ελίτ ενδιαφερόταν για τη μητρική γλώσσα, τον πολιτισμό και την ιστορία. Οι διανοούμενοι άρχισαν να συλλέγουν λαϊκές αναμνήσεις και εργάστηκαν με τη γλώσσα, γεγονός που ευνόησε την εμφάνιση των πρώτων έργων στη λετονική γλώσσα. Στα τέλη του αιώνα εμφανίστηκαν τα πρώτα λετονικά πολιτικά κόμματα, τα οποία ζητούσαν περιορισμένη αυτονομία και ισότιμο καθεστώς με τους γερμανόφωνος. Η Ρίγα έγινε το τρίτο βιομηχανικό κέντρο της Ρωσικής Αυτοκρατορίας, ενώ η Λιέπαγια έγινε το λιμάνι του ρωσικού στόλου της Βαλτικής.

Παγκόσμιοι πόλεμοι, μεσοπόλεμος, προσάρτηση στην Σοβιετική ΈνωσηΕπεξεργασία

Ο πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος κατέστρεψε την περιοχή. Το 1920, η κατάρρευση της αυτοκρατορίας της Ρωσίας επέτρεψε την ανεξαρτητοποίηση της Λετονίας, πολεμώντας εναντίον του Κόκκινου Στρατού και γερμανικών στρατευμάτων. Η Σοβιετική Ρωσία αναγνώρισε την Λετονία το 1920, ακολουθούμενη από τη διεθνή κοινότητα ένα χρόνο αργότερα. Το σύνταγμα της Λετονίας εγκρίθηκε το 1922. Η γεωργική γη αναδιανεμήθηκε στους αγρότες και η χώρα έγινε κοινοβουλευτική δημοκρατία. Λόγω της μεγάλης οικονομικής κρίσης του 1929, ευνοήθηκε η άνοδος ενός λαϊκιστικού καθεστώτος και το 1934 εγκαταστάθηκε ένα ημιδικτατορικό καθεστώς υπό την ηγεσία του Κάρλις Ουλμάνις. Στις παραμονές του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου το γερμανοσοβιετικό σύμφωνο μη επίθεσης (24 Αυγούστου 1939) επέτρεψε στην Σοβιετική Ένωση να καταλάβει την Εσθονία. Οι σοβιετικοί εγκατέστησαν στρατιωτικές βάσεις στην περιοχή. Η χώρα καταστράφηκε από τον κατακτητή. Οι γερμανόφωνες ελίτ μεταφέρθηκαν στην Γερμανία όπου χρησιμοποιήθηκαν ως έποικοι για τα κατακτηθέντα εδάφη από την εισβολή στην Πολωνία. Το 1940 η χώρα προσαρτάται από την Σοβιετική Ένωση αφού εξελέγη μια λαϊκή συνέλευση η οποία στις 21 Ιουλίου ζήτησε ένταξη στην ΕΣΣΔ. Οι εκλογές έλαβαν χώρα στις 14-15 Ιουλίου 1940 και τα αποτελέσματα ανακοινώθηκαν στη Μόσχα 12 ώρες πριν το κλείσιμο των κέντρων ψηφοφορίας. Το 1941 η Λετονία κατελήφθη από τους Ναζί, οι οποίοι εξόντωσαν την εβραϊκή κοινότητα της χώρας. Το 1944 οι Σοβιετικοί ανακατέλαβαν τη χώρα. Μέρος των κατοίκων της εγκατέλειψαν οριστικά τη Λετονία. Η Λετονία, παρά την αντίσταση, μετετράπη σε σοβιετική σοσιαλιστική δημοκρατία. Η κοινωνία και η οικονομία της χώρας μεταμορφώθηκαν βαθιά. Εγκαταστάθηκαν πολλές βιομηχανίες και η γεωργία κολλεκτιβοποιήθηκε. Εγκαταστάθηκε μια μεγάλη ρωσική μειονότητα και μικρότερος αριθμός Ουκρανών και Λευκορώσων. Στην απογραφή του Ιανουαρίου 1989, η Λετονοί ήταν μια ελαφριά πλειοψηφία στην πατρίδα τους: αποτελούσαν μόλις το 52% του πληθυσμού, ενώ οι Ρώσοι αριθμούσαν 900.000 άτομα.

Η Λετονική ΣΣΔ, από τα μέσα της δεκαετίας του 1940, υπόκειταν σε σοβιετικό οικονομικό έλεγχο και υπήρξε εκστρατεία εκρωσισμού των λαών. Ωστόσο ο λετονικός πολιτισμός και οι υποδομές του επιβίωσαν, και κατά την φιλελευθεροποίηση υπό τον Μιχαήλ Γκορμπατσώφ, η Λετονία άρχισε να κινείται προς την ανεξαρτησία. Τον Αύγουστο του 1991 ανεξαρτητοποιήθηκε ενώ στην Μόσχα βρισκόταν σε εξέλιξη το πραξικόπημα. Η ανεξαρτησία αναγνωρίστηκε από την ΕΣΣΔ στις 6 Σεπτεμβρίου 1991, μαζί με την Εσθονία και τη Λιθουανία.

Η Λετονία σήμεραΕπεξεργασία

Η διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης το 1991 επέτρεψε στη Λετονία να ανακτήσει την ανεξαρτησία της. Το νέο κράτος μεταβλήθηκε ταχύτατα χάρη στην ισχυρή οικονομική ανάπτυξη και τη δημιουργία σύγχρονων πολιτικών και οικονομικών θεσμών. Θέλοντας να διατηρήσει την ανεξαρτησία της από το ρωσικό γείτονα, η Λετονία προσχώρησε στο ΝΑΤΟ και προσχώρησε στην Ευρωπαϊκή Ένωση το 2004. Παρά την οικονομική πρόοδο και την βελτίωση του βιοτικού επιπέδου, ο πληθυσμός συνεχίζει να υποχωρεί φτάνοντας περίπου τους 1.920.000 κατοίκους το 2020 από τους 2.668.140 το 1990. Αυτό οφείλεται στην μετανάστευση αρκετών Ρώσων και άλλων εποίκων που μετανάστευσαν κατά την σοβιετική εποχή, καθώς και αρκετών Λετονών.

Η λετονική οικονομία υπέφερε βαθιά από την οικονομική κρίση του 2008, η οποία επεκτάθηκε και στην Λετονία. Η ανεργία εκτοξεύτηκε από το 5% σε σχεδόν 20% σε 18 μήνες, από τα μέσα του 2008 έως τα τέλη του 2009. Η χειροτερεύουσα οικονομική κατάσταση και καλύτερες εργασιακές ευκαιρίες σε χώρες της δυτικής Ευρώπης είναι οι σημαντικότεροι παράγοντες της συνεχούς μείωσης του πληθυσμού της χώρας.[2]

ΠαραπομπέςΕπεξεργασία

  1. British Museum Collection
  2. «22.6 thousand Latvian residents chose to emigrate in 2013». Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 23 Μαΐου 2018. Ανακτήθηκε στις 7 Ιανουαρίου 2020.