Ο Κάρολος φον Άμπελ (17 Σεπτεμβρίου 1788 - 3 Σεπτεμβρίου 1859) ήταν Βαυαρός πολιτικός.

Καρλ φον Άμπελ
Karl von Abel.jpg
Γενικές πληροφορίες
Όνομα στη
μητρική γλώσσα
Carl von Abel (Γερμανικά)
Γέννηση17  Σεπτεμβρίου 1788[1][2][3]
Βέτσλαρ
Θάνατος3  Σεπτεμβρίου 1859[1][2][3]
Μόναχο
Τόπος ταφήςπαλαιό νότιο νεκροταφείο του Μονάχου (48°7′42″ s. š., 11°33′59″ v. d.)
ΚατοικίαStamsried
Χώρα πολιτογράφησηςΓερμανία
ΘρησκείαΚαθολική Εκκλησία
Εκπαίδευση και γλώσσες
Ομιλούμενες γλώσσεςΓερμανικά[4]
Πληροφορίες ασχολίας
Ιδιότηταπολιτικός
Αξιώματα και βραβεύσεις
ΑξίωμαMember of the Bavarian Chamber of Deputies
ΒραβεύσειςΙππότης του Τάγματος του Παναγίου Τάφου
Commons page Σχετικά πολυμέσα

Γεννήθηκε στο Βέτσλαρ και ήταν γιος ενός συμβούλου του Ανώτατου Δικαστηρίου. Σπούδασε νομικά στο Γκίσεν από το 1806 ως το 1809 και έγινε κρατικός λειτουργός της Βαυαρίας το 1810.

Το 1817 διορίστηκε αστυνομικός επίτροπος στο Μπάμπεργκ, το 1819 κυβερνητικός σύμβουλος στο Μόναχο, και το 1827 προήχθη σε ανώτερο νομικό γραμματέα. Στην Εθνοσυνέλευση του 1831 έβγαλε ομιλία υπέρ της ελευθερίας του τύπου και κατά της λογοκρισίας.

Τον επόμενο χρόνο, ο φον Άμπελ ορίστηκε από τον Βασιλιά Λουδοβίκο Α΄ ως μέρος της αντιπροσωπείας που συνόδευσε τον νεαρό Βασιλιά Όθωνα στην Ελλάδα. Συνεργάστηκε με τον Λουδοβίκο φον Μάουρερ ενάντια στον επικεφαλής της αντιπροσωπείας, Κόμη φον Άρμανσπεργκ, τον οποίο θεωρούσε πολύ δεκτικό στις επιθυμίες των Άγγλων διπλωματών. Ωστόσο, ο Άρμανσπεργκ μπόρεσε να κινητοποιήσει τους υποστηρικτές του στο Μόναχο και να εξοβελίσει τον Άμπελ και τον Μάουρερ από την αντιπροσωπεία. Ο Άμπελ έγινε και πάλι Νομικός Γραμματέας στο Υπουργείο Εσωτερικών. Παντρεύτηκε την Friederike von Rinecker το 1836, μια πολύ θρησκευόμενη γυναίκα, η οποία είχε μεγάλη επιρροή πάνω του.

Την 1η Νοεμβρίου 1837, ο Άμπελ έγινε εξ απορρήτων Σύμβουλος στη θέση του Λούντβιχ, πρίγκηπα του Βάλερσταϊν και άρχισε να ηγείται του Υπουργείου Εσωτερικών. Εκείνη την εποχή, η Εκκλησιαστική Σύγκρουση της Κολονίας ερέθισε τις μάζες σε θρησκευτικό και πολιτικό επίπεδο. Αρκετά σύντομα το Υπουργείο υπό τον Άμπελ αποδείχθηκε αυστηρά καθολικό, ακολουθώντας τις παραδόσεις του Μαξιμιλιανού Ιωσήφ της Βαυαρίας. Το καθεστώς του κλήρου εξυψώθηκε και δαπανήθηκαν μεγάλα ποσά για θρησκευτικά ζητήματα. Ακολούθησαν αρκετά διατάγματα, όπως για παράδειγμα ένα που υπαγόρευε στους προτεστάντες στρατιώτες να γονατίζουν κατά τη διάρκεια καθολικών ακολουθιών. Η δημιουργία Ευαγγελικών κοινοτήτων και η τέλεση των ακολουθιών τους έγινε περίπλοκη και υφίστατο περιορισμούς, ενώ επιβλήθηκε αυστηρή λογοκρισία σε όλα τα αντίθετα κινήματα.

Σε άλλα ζητήματα ο Άμπελ επέδειξε μοναρχική και υποτελή προς τον Πάπα συμπεριφορά. Ενέκρινε διάταγμα που απαγόρευε τη χρήση όλων των σύγχρονων όρων, «οι οποίοι προσπαθούν να παραβιάσουν την αρχή των τάξεων με ένα σύστημα αντιπροσωπευτικό». Για παράδειγμα, το αξίωμα του Υπουργού Εσωτερικών καταργήθηκε, καθώς ο βασιλιάς συγκέντρωσε όλη την εξουσία στον εαυτό του. Αρκετές αντιπαραθέσεις με τον προκάτοχό του, Βάλερσταϊν, κατέληξαν σε μονομαχία, την οποία έχασε.

Ο Βάλερσταϊν ηγήθηκε της αντιπολίτευσης που σχηματίστηκε κυρίως στις νεοαποκτηθείσες επαρχίες του βασιλείου ενάντια στον πατερναλισμό του Υπουργείου. Στην Εθνοσυνέλευση του 1846 πολέμησε ανοιχτά το υπάρχον σύστημα. Ο φον Άμπελ δεν μπόρεσε να καταρρίψει τους ισχυρισμούς ότι είχε παραβιάσει την αρχή της ισοτιμίας και ότι το χριστιανικό κόμμα ήταν σε επαφή με ριζοσπαστικά στοιχεία. Έτσι ο Βασιλιάς έχασε την εμπιστοσύνη του στον Άμπελ και τον απομάκρυνε από το Υπουργείο Πολιτισμού και Παιδείας.

Ο Άμπελ απολύθηκε στις 17 Φεβρουαρίου 1847, όταν μαζί με άλλους υπουργούς αντιτάχθηκαν στην πολιτογράφηση της νέας κυρίας των Βασιλέων Λόλα Μοντέζ. Στη συνέχεια, όχι μόνο υπέστη την απαξία του βασιλιά που είχε υπηρετήσει για μεγάλο χρονικό διάστημα, αλλά και αποκηρύχθηκε από τα μέλη του κόμματός του. Διορίστηκε απεσταλμένος στο Βασίλειο της Σαρδηνίας, αλλά αρνήθηκε να αναλάβει την θέση μέχρι την βασιλεία του Μαξιμιλιανού Β'. Το 1848 ο φον Άμπελ εξελέγη μέλος του κοινοβουλίου της Βαυαρίας, όπου δέχθηκε επίθεση από όλες τις πλευρές για την προηγούμενη διαχείρισή του.

Ο φον Άμπελ ανακλήθηκε το 1850 από την θέση του απεσταλμένου και αποσύρθηκε από την πολιτική ζωή. Μέχρι το θάνατό του το 1859 έζησε στο αρχοντικό του στο Άνω Παλατινάτο.

Πέθανε στο Μόναχο.

ΠαραπομπέςΕπεξεργασία