Καταστροφή της Κάσου

Η καταστροφή της Κάσου (γνωστότερη ως Ολοκαύτωμα της Κάσου) ήταν αιματηρό επεισόδιο της Επανάστασης του 1821.

Καταστροφή της Κάσου
Ελληνική Επανάσταση του 1821
Χρονολογία30 Μαΐου 1824
ΤόποςΚάσος
Έκβασηήττα των Ελλήνων και καταστροφή της νήσου
Αντιμαχόμενοι
Ηγετικά πρόσωπα
Διακο-Μάρκος Μαλλιαράκης
Χουσεΐν Μπέης
Δυνάμεις
 
Στόλος της Αιγύπτου (45 πλοία + 4.000 στρατός)
Απώλειες
Καταστροφή του νησιού
Άγνωστες

Αιγυπτιακή εμπλοκή στο ελληνικό ζήτημαΕπεξεργασία

Κατά τα τρία πρώτα έτη της ελληνικής επανάστασης, οι Έλληνες μαχητές, μονοιασμένοι, πέτυχαν σημαντικές νίκες κατά των στρατιών που ο σουλτάνος Μαχμούτ Β' έστειλε σε Πελοπόννησο και Στερεά Ελλάδα, με σκοπό την καταστολή της εξέγερσης. Ωστόσο, τον τέταρτο χρόνο (1824) ξέσπασαν εμφύλιες διαμάχες μεταξύ αντίθετων φατριών της ελληνικής πλευράς, που κλόνισαν τον αγώνα.

Επιπρόσθετα, το 1824 η Υψηλή Πύλη απευθύνθηκε, για στρατιωτική αρωγή στον υποτελή της, διοικητή της επαρχίας της Αιγύπτου, Μεχμέτ Αλή Πασά. Ο τελευταίος, εξασφαλίζοντας σαφή ανταλλάγματα, δέχτηκε να αποστείλει στην Ελλάδα μία σημαντική ναυτική δύναμη, τοποθετώντας επικεφαλής της τον γιο του, Ιμπραήμ Πασά. Ο στόλος του Ιμπραήμ ήταν μία τεράστια αρμάδα Αιγυπτιακών, Αλγερινών και Τυνησιακών σκαφών (54 μάχιμα πλοία, πολύ μεγάλος αριθμός μεταγωγικών, συνολικά 400 καράβια) επί της οποίας βρίσκονταν τουλάχιστον 14.000 πεζοί, 2.000 ιππείς και 500 πυροβολητές με 150 κανόνια. Οι Χουσεΐν Μπέης και Ισμαήλ Γιβραλτάρ ήταν οι δυο υποδιοικητές, διοικώντας έναν στόλο που είχε να εμφανιστεί στην Ανατολική Μεσόγειο σε τέτοιο μέγεθος ισχύος, από την εκστρατεία του Ναπολέοντα κατά της Αιγύπτου (1799).[1]

ΙστορικόΕπεξεργασία

Η Κάσος λόγω της γεωγραφικής της θέσης, αλλά και της ναυτικής δύναμης που είχε, ήταν σημαντικότατο έρεισμα των ελληνικών επαναστατικών δυνάμεων στο Αιγαίο πέλαγος και κύριο στήριγμα της Κρήτης, την εξέγερση της οποίας οι Κάσιοι υπερασπίστηκαν με επιτυχία. Για το λόγο αυτό, αλλά και διότι πλοία των Κασίων είχαν πραγματοποιήσει σειρά επιθετικών ενεργειών σε βάρος Αιγυπτιακών και Τουρκικών καραβιών, και είχαν επίσης προσβάλει τις ακτές της Ρόδου και των παραλίων της Μικράς Ασίας, το νησί έγινε ο πρώτος στόχος των Οθωμανικών Αρχών μετά την καταστολή της επανάστασης στην Κρήτη, για λόγους εκδίκησης και τιμωρίας.

Η εξέλιξη των γεγονότωνΕπεξεργασία

Οι Κασιώτες έμαθαν για τις προθέσεις των Αιγυπτίων, στέλνοντας επιστολές στην Προσωρινή Διοίκηση της Ελλάδας για να ζητήσουν βοήθεια, αλλά η κυβέρνηση απάντησε ότι δεν ήταν σε θέση να κινητοποιήσει τον στόλο λόγω έλλειψης χρημάτων. Ο αιγυπτιακός στόλος εμφανίστηκε για πρώτη φορά στα ανοικτά του νησιού στις 2 Ιουνίου, εξαπέλυσε έναν αναποτελεσματικό βομβαρδισμό και έκανε κινήσεις σαν να πήγαινε να αποβιβάσει στρατεύματα. Καθώς αυτή ήταν πιθανώς απλώς μια αποστολή αναγνώρισης, σύντομα αναχώρησε.

Μετά από αυτό, οι Κασιώτες ξεκίνησαν νέες εκκλήσεις, καθώς έγινε αντιληπτό ότι σίγουρα η αποχώρηση αυτή ήταν προσωρινή. Ωστόσο, παρά τις επανειλημμένες εκκλήσεις των κατοίκων του τόσο προς τα άλλα κυριότερα ναυτικά νησιά, Ύδρα και Σπέτσες, όσο και προς την ελληνική κυβέρνηση για την όσο το δυνατόν πιο γρήγορα ενίσχυση της Κάσου με πλοία, πολεμοφόδια κ.λ.π. οι Κασιώτες απέμειναν απροστάτευτοι την κρίσιμη ώρα της Τουρκοαιγυπτιακής εισβολής στο νησί τους.

Μόλις στις 18 Ιουνίου εμφανίστηκαν στο νησί όλα τα πλοία του αιγυπτιακού στόλου, εφοδιασμένα με τέσσερις χιλιάδες στρατό υπό τη γενική διοίκηση του Χουσεΐν Μπέη, επί των οποίων επέβαιναν Τούρκοι, Αιγύπτιοι και 3.000 - 4.000 Αλβανοί, υπό τον ναύαρχο Ισμαήλ Γιβραλτάρ. Οι ιστορικοί δεν συμφωνούν ως προς τον αριθμό των πλοίων, αλλά διάφορες πηγές κάνουν λόγο για πιθανά νούμερα από 25 έως 45 πλοία.

Το νησί δεν ήταν καλά οχυρωμένο, εκτός από μερικά κανόνια που τοποθετήθηκαν στην ακτή για να καλύψουν τα πιθανά σημεία απόβασης. Οι Αιγύπτιοι διοικητές, επιπλέον, σχεδίαζαν να εξαπατήσουν τους νησιώτες: αφού ξεκίνησαν να ρίχνουν βαριά πυρά πυροβολικού για δύο ημέρες στους υπερασπιστές - μόνο στις 19 Ιουνίου, οι Αιγύπτιοι έριξαν περισσότερες από 4.000 βολές - ο στόλος κινήθηκε προς το βόρειο άκρο του νησιού. Από το σημείο αυτό, κατά τη δεύτερη νύχτα, αποσπάστηκαν και προχώρησαν μπροστά 18 μεγάλες αποβατικές βάρκες, δίνοντας την εντύπωση ότι σκόπευαν να επιχειρήσουν αποβίβαση εκεί, καλυμμένες από πολλά πυρά μουσκέτων. Έτσι οι Κασιώτες δεν αντιλήφθηκαν ότι ταυτόχρονα 24 βάρκες με 1.500 Αλβανούς κατευθύνονταν πίσω από το χωριό Αγία Μαρίνα κρυφά μέσα στη νύχτα, στις 19 προς 20 Ιουνίου, προς τη θέση Αντιπέρατος, όπου και αποβιβάστηκαν σε ένα δύσβατο μονοπάτι. Είναι εξαιρετικά πιθανό, σύμφωνα με κάποιες μαρτυρίες, να τους καθοδήγησε και υπέδειξε το σημείο κάποιος προδότης με το όνομα Ζαχαριάς, που τον είχαν προηγουμένως εξορίσει οι Κασιώτες για κάποιο παράπτωμα που είχε διαπράξει, και θέλησε με αυτό τον τρόπο να τους εκδικηθεί. Το μονοπάτι το φρουρούσαν μόλις 6 Κασιώτες, από τους οποίους οι τρεις σκοτώθηκαν επί τόπου και οι άλλοι τρεις διέφυγαν. Αν όμως υπήρχε στο σημείο μεγαλύτερη δύναμη, θα μπορούσε να είχε παρεμποδίσει την απόβαση, καθώς το δύσβατο της περιοχής προσφερόταν για αποτελεσματική άμυνα.

Οι δυνάμεις που αποβιβάστηκαν στο σημείο αυτό, προχώρησαν μέσα από το μονοπάτι και έφτασαν στα νώτα των υπερασπιστών τα ξημερώματα, με αποτέλεσμα να εξουδετερώσουν την αντίσταση, λόγω περικύκλωσης των Κασίων και Κρητών επαναστατών. Ακολούθησε καταστροφή του νησιού, φόνος των νησιωτών, αιχμαλωσία των γυναικών και των παιδιών. Γύρω στους 2.000 σκοτώθηκαν και άλλα τόσα γυναικόπαιδα αιχμαλωτίστηκαν. Από τους 2.000 αιχμαλώτους, ένα μικρό ποσοστό εξαγοράστηκε από τους συγγενείς τους, αλλά οι περισσότεροι πουλήθηκαν μετά στα σκλαβοπάζαρα της Αιγύπτου και της Κρήτης. Μάταια οι Αλβανοί στρατιώτες που ήταν χριστιανοί προσπάθησαν να αποσοβήσουν τη σφαγή των αμάχων και την απαγωγή των κοριτσιών. Όσοι μπόρεσαν κατέφυγαν στο βουνό, ενώ άλλοι προσκύνησαν. Τα κασιώτικα πλοία δημεύτηκαν και πολλοί ιδιοκτήτες τους αναγκάστηκαν να ενταχθούν στα πληρώματά τους για να σώσουν τις οικογένειές τους. Ο στόλος του εχθρού μετά την καταστροφή του νησιού αναχώρησε για την Αλεξάνδρεια. Σύντομα όμως, λιγότερο από έναν μήνα μετά την καταστροφή της Κάσου, ακολούθησε ένα ακόμα μεγαλύτερο πλήγμα για τους Έλληνες, η καταστροφή των Ψαρών.

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

ΠηγέςΕπεξεργασία

ΠαραπομπέςΕπεξεργασία

  1. Brewer, David, "1821 - 1833, η Φλόγα της Ελευθερίας", Κεφάλαιο 23: "Ο Ιμπραήμ στην Πελοπόννησο", σελ. 324, Πατάκης, Αθήνα, 2019

Εξωτερικοί σύνδεσμοιΕπεξεργασία