Ο όρος "Κινηματογράφος της Κορέας" (ή "κορεατικός κινηματογράφος") περιλαμβάνει τις κινηματογραφικές βιομηχανίες της Βόρειας και της Νότιας Κορέας. Όπως συνέβη με όλες τις πτυχές της ζωής στην Κορέα τον περασμένο αιώνα, η κινηματογραφική βιομηχανία ήταν συχνά στο έλεος των πολιτικών γεγονότων, από την πρώην δυναστεία Joseon, μέχρι τον Πόλεμο της Κορέας και τις κυβερνητικές παρεμβάσεις. Αν και και οι δύο χώρες έχουν σχετικά ισχυρές κινηματογραφικές βιομηχανίες σήμερα, μόνο οι ταινίες της Νότιας Κορέας έχουν επιτύχει ευρεία διεθνή αναγνώριση. Οι ταινίες της Βόρειας Κορέας τείνουν να απεικονίζουν τις επικρατούσες κομμουνιστικές ή επαναστατικές ιδέες.

Οι ταινίες της Νότιας Κορέας απόλαυσαν μια "χρυσή εποχή" στα τέλη της δεκαετίας του 1950 και του 1960, αλλά από τη δεκαετία του '70 άρχισαν να θεωρούνται ως χαμηλής ποιότητας.[1] [2] Εντούτοις, μέχρι το 2005 η Νότια Κορέα είχε γίνει ένα από τα λίγα έθνη που παρακολουθούσαν περισσότερο εγχώριο παρά ξένο κινηματογράφο[3], κυρίως λόγω των νόμων που θέτουν πλαφόν στον επιτρεπόμενο αριθμό ξένων ταινιών που μπορούν να προβληθούν ετησίως ανά κινηματογράφο.[4] Στους κινηματογράφους, από το 2006 και πρέπει να προβάλλονται κορεατικές ταινίες για 73 ημέρες τον χρόνο. Στην καλωδιακή τηλεόραση, η εγχώρια ποσόστωση ταινιών θα μειωθεί από το 25% στο 20% μετά τη Συμφωνία Ελεύθερων Συναλλαγών Κορέας-ΗΠΑ (KTA-US FTA).[5]

Πρώιμη περίοδος (έως το 1926)Επεξεργασία

Σύμφωνα με τους The Times της 19ης Οκτωβρίου του 1897, "Κινηματογραφικές ταινίες έχουν τελικά εισαχθεί στην Τζοσεόν, μια χώρα της Άπω Ανατολής. Στις αρχές Οκτωβρίου του 1897, κινηματογραφικές ταινίες προβλήθηκαν για το κοινό στο Τζινγκόγκε της Μπουκτσόν, σε ένα κακοδιατηρημένο παράπηγμα, το οποίο δάνεισε ο Κινέζος ιδιοκτήτης του για τρεις ημέρες. Τα έργα που προβλήθηκαν περιελάμβαναν ταινίες μικρού μήκους και ντοκιμαντέρ παραγωγής της γαλλικής Pathe Pictures".[6] Υπάρχουν αναφορές για άλλη μία δημόσια προβολή ταινίας το 1898 κοντά στο Ναμντέμουν, στη Σεούλ. Ωστόσο, οι ισχυρισμοί αυτοί διαψεύστηκαν από τον ερευνητή Brian Yecies, ο οποίος υποστήριξε ότι δεν μπόρεσε να εντοπίσει σχετική αναφορά στους The Times, ή σε κάποιο άλλο έντυπο, θεωρώντας ότι η εισαγωγή του κινηματογράφου το 1897 είναι μύθος.[7]

Ο Αμερικανός ταξιδιώτης και λέκτορας Burton Holmes ήταν ο πρώτος που κινηματογράφησε την Κορέα ως μέρος των προγραμμάτων του σχετικά με τα οδοιπορικά του.[8] Εκτός από την προβολή των ταινιών του στο εξωτερικό, τις έδειξε επίσης στην κορεατική βασιλική οικογένεια το 1899.[9] Μια ανακοίνωση στη εφημερίδα της εποχής Hwangseong sinmun (The Imperial), αναφέρει άλλη μία πρώιμη δημόσια προβολή στις 23 Ιουνίου 1903. Σύμφωνα με διαφήμιση της Dongdaemun Electric Company, η τιμή εισόδου στην προβολή "θεαματικών εικόνων" ήταν 10 jeon (νόμισμα).[6]

Ο πρώτος κινηματογράφος της Κορέας, το Dongdaemun Motion Picture Studio, άνοιξε το 1903.[8] Ο κινηματογράφος Dansung-sa άνοιξε στη Σεούλ τον Νοέμβριο του 1907. Πριν τη δημιουργία μιας εγχώριας κινηματογραφικής βιομηχανίας, προβάλλονταν ταινίες που εισάγονταν από την Ευρώπη και τις Ηνωμένες Πολιτείες σε κορεατικά σινεμά. Μερικές από τις δημοφιλέστερες στο κορεατικό κοινό εισαγόμενες ταινίες της εποχής ήταν το Broken Blossoms (1919) του D. W. Griffith και το Way Down East (1920) του ίδιου, o Ντάγκλας Φέρμπανκς στον ρόλο του Robin Hood (1922), και οι ταινίες Nibelungen, το Siegfried και το Kriemhilds Rache (και οι δύο του 1924), του Φριτζ Λανγκ.

Όντας κάτι παραπάνω από απλός θεατρικός φορέας, ως πρώτος παραγωγός ταινιών στην Κορέα, ο ιδιοκτήτης του Dansung-sa, Παρκ Σουνγκ-πιλ, συμμετείχε ενεργά στην υποστήριξη του πρώιμου κορεατικού κινηματογράφου. Χρηματοδότησε την πρώτη κορεατική εγχώρια ταινία Loyal Revenge (Uirijeok Gutu), καθώς και το πρώτο κορεατικό ντοκιμαντέρ, το Σκηνές της πόλης Kyongsong. Και οι δύο ταινίες παρουσιάστηκαν στον κινηματογράφο του στις 27 Οκτωβρίου 1919. Το Uirijeok Guto ανέβηκε ως δραματοποιημένος κινηματογράφος, δηλαδή μια ζωντανή θεατρική παραγωγή επί σκηνής με φόντο την ταινία που προβαλλόταν στο πανί.

Για τα επόμενα χρόνια, η κινηματογραφική παραγωγή στην Κορέα συνίστατο σε ταινίες δραματοποιημένου κινηματογράφου και σε ντοκιμαντέρ. Όπως και με την πρώτη προβολή ταινίας στην Κορέα, η χρονολογία της πρώτης κορεατικής παραγωγής ταινίας μεγάλου μήκους φαίνεται επίσης να είναι ασαφής. Ορισμένοι θεωρούν πως μια ταινία για το Chunhyang-Jeon, γυρισμένη το 1921 (κυκλοφόρησε το 1922), ήταν η πρώτη κορεατική ταινία μεγάλου μήκους. Η παραδοσιακή ιστορία Chunhyang, έμελλε να γίνει αργότερα η πιο κινηματογραφημένη ιστορία της Κορέας. Ήταν πιθανώς η πρώτη κορεατική ταινία μεγάλου μήκους, και ήταν σίγουρα η πρώτη κορεατική ομιλούσα, έγχρωμη και ευρείας οθόνης ταινία. Η pansori εκδοχή του Chunhyang, γυρισμένη το 2000 από τον Im Kwon-taek, ανέβασε τον αριθμό των ταινιών που βασίζονται στο Chunyang στις 14.[10] Άλλες πηγές, ωστόσο, αναφέρουν το Ulha ui Mengse του Γιουν Μπάεκ-Ναμ ("Αρραβώνας Κάτω απ' το Φως του Φεγγαριού"), που κυκλοφόρησε τον Απρίλιο του 1923, ως την πρώτη κορεατική ταινία μεγάλου μήκους.[11] [12]

Η Χρυσή Εποχή του Βωβού Κινηματογράφου (1926-1930)Επεξεργασία

Τα κορεατικά στούντιο ταινιών της εποχής ήταν ιαπωνικών συμφερόντων. Ένας έμπορος καπέλων γνωστός ως Γιόντο Όρατζο ίδρυσε μια κινηματογραφική εταιρεία που ονομαζόταν Choson Kinema Productions. Μετά την εμφάνισή του στο Nongjungjo (1926), παραγωγής της Choson Kinema, ο νεαρός ηθοποιός Na Woon-gyu άδραξε την ευκαιρία να γράψει, να σκηνοθετήσει και να πρωταγωνιστήσει στη δική του ταινία. Η κυκλοφορία της ταινίας του Na Arirang (1926) ήταν η αρχή της εποχής του βωβού κινηματογράφου στην Κορέα.[13]

Όπως και το παραδοσιακό τραγούδι "Arirang", στο οποίο βασίστηκε ο τίτλος του, το Arirang του Να Γουν-γκιου δεν είχε φανερά πολιτική θεματική. Ωστόσο, κρυμμένα ή υπόρρητα μηνύματα θα μπορούσαν να έρθουν στην επιφάνεια μέσω της καθιερωμένης παρουσίας ενός ζωντανού αφηγητή στον κινηματογράφο. Ένα άρθρο εφημερίδας του 1908 δείχνει ότι αυτή η παράδοση του "byeonsa" ("benshi" στα ιαπωνικά) εμφανίστηκε στην Κορέα σχεδόν από την αρχή της προβολής ταινιών στη χώρα. Όπως και στην Ιαπωνία, αυτό έγινε αναπόσπαστο μέρος της προβολής των βωβών ταινιών, ιδίως στην περίπτωση των εισαγόμενων ταινιών, όπου ο byeonsa προσέφερε μια οικονομική και διασκεδαστική εναλλακτική λύση στην μετάφραση των παρεμβαλλόμενων υποτίτλων (intertitles). Σε μια ενδιαφέρουσα πτυχή της παράδοσης του byeonsa στην Κορέα, όταν οι ιαπωνικές αρχές δεν ήταν παρούσες, οι αφηγητές μπορούσαν να παρεμβάλλουν σάτιρα ή να στηλιτεύσουν την κατοχή κατά την αφήγηση της ταινίας, προσδίδοντας έτσι στην ταινία ένα πολιτικό "κάτω-κείμενο", αόρατο στους λογοκριτές της ιαπωνικής κυβέρνησης.[14] Μερικοί από τους δημοφιλέστερους byeonsa αμείβονταν καλύτερα από τους ηθοποιούς που πρωταγωνιστούσαν στις ταινίες.

Η επιτυχία του Arirang ενέπνευσε την εκρηκτική δραστηριότητα που έλαβε χώρα στην κορεατική κινηματογραφική βιομηχανία κατά τα τέλη της δεκαετίας του 1920. Κατά συνέπεια, η εποχή αυτή έμεινε γνωστή ως "Η Χρυσή Εποχή του Βωβού Κινηματογράφου". Περισσότερες από εβδομήντα ταινίες παρήχθησαν εκείνα τα χρόνια, ενώ υπήρξε βελτίωση τόσο στην ποιότητα όσο και στην ποσότητα των ταινιών.[15]

Μετά το Arirang, ο Να Un-Gyu κυκλοφόρησε δημοφιλείς και αναγνωρισμένες από τους κριτικούς ταινίες, όπως το Punguna (풍운아, Άνθρωπος της Μοίρας, 1926) και το Deuljwi (들쥐, Ο Αρουραίος, 1927). Δημιούργησε, ακόμη, την εταιρεία παραγωγής Na Un-gyu Productions, μαζί με τον Παρκ Σουνγκ-πιλ, με σκοπό την παραγωγή ταινιών από Κορεάτες για τους Κορεάτες. Αν και βραχύβια, η εταιρεία αυτή παρήγαγε σημαντικές ταινίες όπως το Jalitgeola (잘 있거라, Αντίο, 1927), το Beongeoli Samryong (벙어리 삼룡, Ο κωφός Σαμριόνγκ, 1929), και το Salangeul chajaseo (사랑 을 찾아서, Βρίσκοντας τον Έρωτα, 1929).

Ένας άλλος σημαντικός σκηνοθέτης εκείνης της περιόδου, ο Σιμ Χουν, σκηνοθέτησε μόνο μία ταινία, το Mondongi Tultte (ბ동 이 틀 때, Την Αυγή). Αν και οι κριτικές της ταινίας ήταν εξίσου θετικές με εκείνες για το Arirang, ο Σιμ πέθανε σε ηλικία 35 ετών, ενώ σκηνοθετούσε ακόμη τη δεύτερη ταινία του, βασισμένη στο μυθιστόρημά του Sangroksu (Τα Αειθαλή).[16] Το μυθιστόρημα αργότερα σκηνοθετήθηκε από τον σκηνοθέτη Shin Sang-ok το 1961 και από τον Im Kwon-taek το 1978.

Η ύστερη εποχή του βωβού (1930-1935)Επεξεργασία

Κατά το πρώτο μισό της δεκαετίας του 1930 παρατηρήθηκε πτώση στην εγχώρια κινηματογραφική βιομηχανία της Κορέας. Η λογοκρισία και η καταπίεση εκ μέρους των αρχών κατοχής συνέβαλαν στη μείωση του αριθμού των κινηματογραφικών ταινιών που παράγονταν εκείνη την περίοδο σε μόλις δύο ή τρεις ετησίως, με αποτέλεσμα ορισμένοι σκηνοθέτες να εγκαταλείψουν την Κορέα, προτιμώντας την πιο ακμαία, εκείνη την εποχή, κινηματογραφική βιομηχανία της Σαγκάης.

Ίσως στην πιο σημαντική ταινία αυτής της εποχής, το Imjaeobtneun naleutbae (Βάρκα χωρίς Βαρκάρη, 1932), σε σκηνοθεσία του Lee Gyu-hwan (1904-1981), πρωταγωνιστούσε ο Να Γουν-γκιου. Η αυξανόμενη κυβερνητική λογοκρισία σήμαινε ότι οι σχολιαστές την αποκάλεσαν ως την τελευταία ταινία πριν την απελευθέρωση, η οποία προωθούσε ένα έντονα εθνικιστικό μήνυμα.[17] [18]

Πρώιμη εποχή ταινιών με ήχο (1935-1945)Επεξεργασία

Η πρώτη ομιλούσα ταινία της Κορέας ήταν το Chunhyang-jeon (1935), του Lee Myeong-woo.[19] Η τεχνική του ήχου δεν ήταν ακόμη καλή, αλλά το κορεατικό ακροατήριο εκτιμούσε ότι άκουγε τη γλώσσα του στον κινηματογράφο.

Ο αριθμός των παραγόμενων ταινιών αυξήθηκε κατά το δεύτερο μισό της δεκαετίας. Ο Να Γουν-γκιου άρχισε να γυρίζει και πάλι μεγαλύτερο αριθμό ταινιών, με σημαντικά έργα όπως το Kanggeonneo maeul (1935) και το Oh Mong-nyeo (1937), πριν από τον πρόωρο θάνατό του το 1937.

Η Κορέα ήταν ένα από τα πρώτα και σημαντικότερα κέντρα παραγωγής αποικιοκρατικών ταινιών της Ιαπωνίας. Οι μικρού μήκους, τα ενημερωτικά δελτία και οι ταινίες μεγάλου μήκους που χρηματοδοτούνταν από την Ιαπωνία προωθούσαν την πολιτιστική αφομοίωση των αποικισμένων Κορεατών. Για τον σκοπό αυτόν ιδρύθηκε η Korean Colonial Cinema Unit (総督府キネマ), ώστε να παράγει και να διανέμει ταινίες ένα μείγμα ταινιών που προωθούσαν την ιαπωνική κουλτούρα και τα ιαπωνικά έθιμα, καθώς και τα οφέλη του εκσυγχρονισμού υπό τους Ιάπωνες.[20] [21] [22]

Αναδυόμενες κατά το δεύτερο μισό της δεκαετίας του 1930, οι ταινίες ήχου στην Κορέα αντιμετώπισαν πολύ αυστηρότερη λογοκρισία από την ιαπωνική γενική κυβέρνηση, απ 'ό, τι οι σιωπηλές ταινίες που είχαν προηγηθεί. Επίσης, η απώλεια των αφηγητών byeonsa, με την έλευση του ήχου, σήμαινε ότι τα αντι-αποικιοκρατικά μηνύματα δεν μπορούσαν πλέον να περνούν απαρατήρητα από τους λογοκριτές, όπως πριν. Μία τέτοια περίπτωση ήταν εκείνη της προβολής της αμερικανικής βωβής ταινίας Ben Hur (1927) στην Κορέα. Ενώ οι Ιάπωνες αποικιοκράτες λογοκριτές δεν κατάφεραν να βρουν κάτι το εν δυνάμει ανατρεπτικό στην ταινία, ο byeonsa αμέσως αναγνώρισε και έστρεψε την προσοχή του κοινού στους προφανείς παραλληλισμούς μεταξύ των συνθηκών των Εβραίων στην οθόνη και εκείνων των Κορεατών κάτω από τον ιαπωνικό αποικιακό ζυγό, που είχε ως αποτέλεσμα η ταινία παρ' ολίγον να πυροδοτήσει εξέγερση.[23]

Οι Ιάπωνες λογοκριτές ταινιών αντικαθιστούσαν τις αμερικανικές και ευρωπαϊκές ταινίες με ιαπωνικές, στο πλαίσιο ενός ευρύτερου αποικιακού σχεδίου για την πολιτιστική αφομοίωση της Κορέας. Οι ιαπωνικές ταινίες που γυρίζονταν στην Κορέα έδιναν την αίσθηση στο ιαπωνικό ακροατήριο ότι επρόκειτο για μια μορφή εξωτικού παραδείσου (κατ' αντιστοιχία με τον δυτικό οριενταλισμό). To Τάγματα Αυτοκτονίας της Σκοπιάς (望楼の決死隊, 1943), για παράδειγμα, ήταν μία από τις πολλές προπαγανδιστικές ταινίες που προωθούσαν την ιαπωνική κατοχική αντίληψη του naisen ittai ("Ιαπωνία και Κορέα ως ένα σώμα").[22] [24] Αν και η ιαπωνική παραγωγή ταινιών στην Κορέα ξεκίνησε στις αρχές της δεκαετίας του 1930, η πλήρης κινητοποίηση και εγκαθίδρυση της κορεατικής κινηματογραφικής βιομηχανίας υπό την ιαπωνική κατοχή δεν θα ξεκινούσε παρά μόνο μετά την ολομέτωπη εισβολή της Ιαπωνίας στην Κίνα το 1937. Ο κινηματογράφος ήταν ένας από τους σημαντικότερους τρόπους διατήρησης του αποικιοκρατικού ελέγχου στην Κορέα εκ μέρους των Ιαπώνων, μέσω της προώθησης πολιτικών αφομοίωσης. Για παράδειγμα, το 1941, η ιαπωνική Shochiku Studios μαζί με την ιαπωνικής χρηματοδότησης Κορεατική Στρατιωτική Μονάδα Πληροφοριών, ανέλαβαν τη συμπαραγωγή της ταινίας Εσύ κι Εγώ (君と僕). Η ταινία σκηνοθετήθηκε από έναν Κορεάτη, τον Χάε Γιονγκ, ο οποίος είχε αποκτήσει μεγάλη εμπειρία εργαζόμενος στην ιαπωνική κινηματογραφική βιομηχανία, χρησιμοποιώντας το όνομα "Hinatsu Eitaro". Το Εσύ κι εγώ προωθούσε τηn "εθελοντική" στρατολόγηση των Κορεατών στον αυτοκρατορικό Ιαπωνικό Στρατό, παρουσιάζοντας παράλληλα τον διαφυλετικό γάμο μεταξύ μεταξύ μιας Γιαπωνέζας και ενός Κορεάτη. Μετά την ολοκλήρωση της ταινίας, ο Χάε πήγε στην Ιάβα της Ινδονησίας, όπου συνέχισε να γυρίζει ντοκιμαντέρ για τους Ιάπωνες. Μετά τον πόλεμο, άλλαξε το όνομά του σε Δρ. Χουγιούνγκ, παντρεύτηκε μία Ινδονήσια με την οποία έκανε δύο γιους και παρήγαγε τρεις σημαντικές ινδονησιακές ταινίες. Πριν τον θάνατό του το 1952, είπε σε έναν στενό φίλο: «Εάν επέστρεφα στην Ιαπωνία τώρα, δεν έβρισκα δουλειά, κι αν επέστρεφα στην Κορέα, το πιθανότερο να με αποκαλούσαν Ιάπωνα δωσίλογο».[25] Παρόλο που η Ιαπωνική Αποικιακή Διοίκηση απαγόρευσε επίσημα την κορεατική γλώσσα, τα ιαπωνικά κινηματογραφικά στούντιο που λειτουργούσαν στην Κορέα συνέχισαν να γυρίζουν ταινίες με χαρακτήρες που μιλούσαν κορεατικά μέχρι το τέλος του πολέμου.

Διαιρεμένη Κορέα - Νότια ΚορέαΕπεξεργασία

Box officeΕπεξεργασία

Διαιρεμένη Κορέα - Βόρεια ΚορέαΕπεξεργασία

ΠαραπομπέςΕπεξεργασία

  1. Parc, J. 2017, The Effects of Protection in Cultural Industries: The Case of the Korean Film Policies, The International Journal of Cultural Policy 23(5): 618-633.
  2. Parc, J. 2018, “Evaluating the Effects of Protectionism on the Film Industry: A Case Study Analysis of Korea”, in Paul Murschetz, Roland Teichmann, and Matthias Karmasin (Eds.), Handbook of State Aid for Film, Springer: Cham, Switzerland, pp. 349-366.
  3. «Future Korean Filmmakers Visit UCLA». Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 24 Δεκεμβρίου 2007. Ανακτήθηκε στις 18 Νοεμβρίου 2007. 
  4. Jameson, Sam (1989-06-19). «U.S. Films Troubled by New Sabotage in South Korea Theater». Los Angeles Times. http://articles.latimes.com/1989-06-19/entertainment/ca-1754_1_movie-theaters-theaters-in-south-korea-american-films. 
  5. 한미FTA 체결, 영화산업 타격은?, MBC (Korean)
  6. 6,0 6,1 Kim, So-young. «Korean Film History and 'Chihwaseon'» (PDF). Korean Film Council. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο (PDF) στις 2 Οκτωβρίου 2008. Ανακτήθηκε στις 17 Φεβρουαρίου 2008. 
  7. Robert Neff (2010-12-12). «(49) Motion picture first came to Korea at turn of 20th century». The Korea Times. http://www.koreatimes.co.kr/www/common/printpreview.asp?categoryCode=117&newsIdx=77875. Ανακτήθηκε στις 2017-03-01. 
  8. 8,0 8,1 James, David E., επιμ. (2002). Im Kwon-Taek: The Making of a Korean National Cinema. Wayne State University Press. σελ. 267. ISBN 978-0-8143-2869-9. 
  9. Berry, Chris (18 Δεκεμβρίου 1998). «Recovering the past: rare films screened in Korea». LA Trobe University. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 3 Μαρτίου 2008. Ανακτήθηκε στις 13 Μαρτίου 2008. 
  10. Wade, James (1983). «The Cinema in Korea: A Robust Invalid». Korean Dance, Theater & Cinema. Seoul: Si-sa-yong-o-sa Publishers. σελ. 176. ISBN 978-0-89209-017-4. 
  11. Paquet, Darcy. «A Short History of Korean Film». Korean Film. Ανακτήθηκε στις 13 Μαρτίου 2008. 
  12. Lee, Young-Il. «The Establishment of a National Cinema Under Colonialism: The History of Early Korean Cinema». LA Trobe University. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 24 Ιουνίου 2012. Ανακτήθηκε στις 13 Μαρτίου 2008. 
  13. Books Map Out Korean Film History Lee Hyo Won
  14. Wade, p.176-177.
  15. Lee, Young-il (1988). The History of Korean Cinema. Motion Picture Promotion Corporation. σελ. 53. ISBN 978-89-88095-12-6. 
  16. Yecies, Brian (2012). «Korea's Occupied Cinemas, 1893–1948: The Untold History of the Film Industry». Routledge. Ανακτήθηκε στις 3 Ιανουαρίου 2015. 
  17. Lee, Young-il (1988). The History of Korean Cinema. Motion Picture Promotion Corporation. σελίδες 57–59. ISBN 978-89-88095-12-6. 
  18. Min, Eungjun; Joo Jinsook (2003). Korean Film : History, Resistance, and Democratic Imagination. Westport, Connecticut: Praeger Publishers. σελ. 11. ISBN 978-0-275-95811-4. 
  19. «The story of Chun-hyang (Chunhyangjeon )». The Korean Film Archive (KOFA). Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 27 Σεπτεμβρίου 2007. Ανακτήθηκε στις 4 Μαΐου 2007.  Εξωτερικός σύνδεσμος στο |website= (βοήθεια)
  20. Baskett, Michael (2008). The Attractive Empire: Transnational Film Culture in Imperial Japan. Honolulu: University of Hawai'i Press. ISBN 978-0-8248-3223-0. , pp. 20-28.
  21. Brian Yecies, The Korean “Cinema of Assimilation” and the Construction of Cultural Hegemony in the Final Years of Japanese Rule 日本統治下最晩年の韓国における「同化のシネマ」と文化的ヘゲモニーの構築
  22. 22,0 22,1 Mika Ko, Japanese Cinema and Otherness, p.138
  23. Baskett, The Attractive Empire, pp. 21–22.
  24. Baskett, The Attractive Empire, pp. 90–93.
  25. Baskett, The Attractive Empire, pp. 88–90.

Βιβλιογραφικές αναφορέςΕπεξεργασία

Εξωτερικοί ΣύνδεσμοιΕπεξεργασία