Κριτσά Λασιθίου

οικισμός στην Ελλάδα

Συντεταγμένες: 35°9′24.01″N 25°38′39.98″E / 35.1566694°N 25.6444389°E / 35.1566694; 25.6444389

Η Κριτσά είναι ιστορικός παραδοσιακός οικισμός και έδρα ομώνυμης Κοινότητας του Δήμου Αγίου Νικολάου, στην περιφερειακή ενότητα Λασιθίου. Είναι χτισμένη αμφιθεατρικά στους πρόποδες του βουνού Κάστελλος σε υψόμετρο από 330 μέχρι 365 μ. Σύμφωνα με την απογραφή του 2011, είχε 1.296 μόνιμους κατοίκους.

Κριτσά
Τοποθεσία στον χάρτη
Τοποθεσία στον χάρτη
Κριτσά
Διοίκηση
ΧώραΕλλάδα
ΔήμοςΑγίου Νικολάου
ΚοινότηταΚριτσάς
Γεωγραφία και στατιστική
ΝομόςΛασιθίου
Υψόμετρο320
Πληθυσμός1.296 (2011)
Άλλα
Παλαιά ονομασίαΚρετσά

Ολόκληρος ο οικισμός διαθέτει ευρεία εποπτεία στο άμεσο και το ευρύτερο γεωγραφικό περιβάλλον, σε μεγάλο ελαιόφυτο κάμπο ανατολικά και στη συνέχεια στον κόλπο του Μεραμπέλλου και στα Σητειακά βουνά στο βάθος του ορίζοντα. Η οργανική οικιστική του ανάπτυξη στη διάρκεια των τελευταίων αιώνων του προσέδωσε σταδιακά ένα "σκορπιοειδές" σχήμα, που είναι ακόμη ευδιάκριτο από τη διαδρομή προς τον γειτονικό χωριό του Κρούστα. Αποτελεί το ιστορικό αγροτοκτηνοτροφικό κέντρο του Δήμου Αγίου Νικολάου και αναμφίβολα αποτέλεσε "μητρική γη" της σημερινής πόλεως του Αγίου Νικολάου που δημιούργησαν κάτοικοί της μαζί με κατοίκους και αρκετών γειτονικών οικισμών του Μεραμπέλου. Ο πληθυσμός της στη διάρκεια της θερινής περιόδου αυξάνεται από την παρουσία των ετεροδημοτών Κριτσωτών που την επισκέπτονται για να επανασυνδεθούν με τις εμπειρίες και τις μνήμες του τόπου τους. Απέχει 9 χλμ. από τον Άγιο Νικόλαο, την έδρα του ομώνυμου Δήμου και 6 χλμ από τον γειτονικό Κρούστα. Η διαδρομή αυτή μέσα από τους πλούσιους ελαιώνες του κάμπου και εν συνέχεια από την περιοχή του Αγίου Ιωάννη του Θεολόγου, εμπλουτισμένη με πλούσιες οπτικές φυγές στον κόλπο του Μεραμπέλου και τον ορίζοντα των βουνών ανατολικά, αποτελεί μια από τις πιο ενδιαφέρουσες περιηγήσεις για εποχούμενους και περιπατητές.

Κοινότητα ΚριτσάςΕπεξεργασία

Εκτός από την έδρα της, η Κοινότητα Κριτσάς περιλαμβάνει και τους οικισμούς Αμμουδάρα, Βαθύ, Θεολόγος, Καθαρόν, Κάλυβος, Μαρδάτι, Ρούσσα Λίμνη και Τάπες.

Δείτε: Κοινότητα Κριτσάς

Γενικά και ιστορικά στοιχείαΕπεξεργασία

Είναι ένα από τα αρχαιότερα χωριά της Κρήτης και διατηρεί σε σημαντικό βαθμό ακόμη αναλλοίωτη την παλιά αρχιτεκτονική φυσιογνωμία της και την ιδιαίτερη οργανική πολεοδομική της συγκρότηση. Ιστορικά η Κριτσά αποτελούσε στο τέλος του 19ου αιώνα το παραδοσιακό παραγωγικό κέντρο του Κάτω Μεραμπέλλου και αποτέλεσε αναμφίβολα τη μητρική γη του γειτονικού Αγίου Νικολάου. Οι κάτοικοι της συνδέονται και υπήρξαν αναμφίβολα απόγονοι των κατοίκων της κοντινής Λατούς Ετέρας, της οποίας τα ερείπια βρίσκονται 3 χλμ. βοριοανατολικά του χωριού στην περιοχή Κουτάραντος. Από τις ανασκαφές που έχουν γίνει ως τώρα στην Λατώ κυρίως στις αρχές του 20ου αιώνα, ήρθαν στο φως ο χώρος της αγοράς με το Πρυτανείο, την εξέδρα και το Ιερό της Πόλης. Αδιάκοπη θεωρείται η παρουσία ανθρώπων στον χώρο της Κριτσάς τουλάχιστον από τα υστερομινωικά χρόνια και μετά. Θεωρείται βέβαιη η ακμή της στα Βυζαντινά χρόνια και στην περίοδο της Ενετικής κυριαρχίας που την ακολούθησε από το 1211 μέχρι το 1669.[εκκρεμεί παραπομπή] Αν και ερημώθηκε από τους Άραβες (823) όταν κατέλαβαν την Κρήτη, κατοικήθηκε ξανά το 961 μετά την απελευθέρωσή της από τον Νικηφόρο Φωκά και γνώρισε νέα άνθηση στα χρόνια της Ενετοκρατίας (12ος-16ος αι.). Ήταν το μεγαλύτερο χωριό της Κρήτης καθ' όλο το Μεσαίωνα και αποτελούνταν από διαφορετικές συνοικίες οι οποίες αναφέρονταν ξεχωριστά στις απογραφές[1]. Το 1823, κατά τη διάρκεια της Επανάστασης στην Κρήτη κατά των Οθωμανών, έγινε η μάχη στην περιοχή Κουτάραντος (κοντά στην αρχαία Λατώ) εναντίον του Χασάν Πασά, που τιμάται ως ιστορικό γεγονός στην επέτειο της δεύτερης Κυριακής του Μαϊου. Σύμφωνα με τα τεκμήρια εκείνης της περίοδου ο οικισμός παραδόθηκε στις φλόγες από τους Οθωμανούς, ενώ η μάχη αυτή έχει συνδεθεί με την τοπική παράδοση της Κριτσωτοπούλας Ροδάνθης που έπεσε μαχόμενη ηρωικά ως "Σπανομανόλης" (κόρη του πρωτόπαπα της Κριτσάς) και τραγουδήθηκε στο ομώνυμο έργο του Διαλλινομιχάλη (1912) αλλά και σύγχρονων ποιητών (Αιμ. Μασσάρος).

Το 1832 ξεκίνησε τη λειτουργία του το ελληνικό σχολείο του οικισμού[2], ενώ το 1867 η Κριτσά έγινε έδρα Δήμου που συμπεριλάμβανε τον Κρούστα, την Πρίνα, το Καλό Χωριό, το Μαρδάτι, τον Άγιο Νικόλαο, τα Μέσα Λακώνια και τις Τάπες. Το 1872, ολοκληρώθηκε το μεγάλο ιστορικό κεραμοσκεπές σχολείο δίπλα στην εκκλησία της Αγίας Βαρβάρας το οποίο διατηρείται μέχρι σήμερα και αναμένει την επανάχρηση και τη λειτουργική του αξιοποίηση, με τρόπο συμβατό στην αρχιτεκτονική του αξία. Το 1925 έγινε πάλι κοινότητα και από το 2010 αποτελεί οργανικό κομμάτι και μια από τις μεγάλες δημοτικές κοινότητες του Δήμου Αγίου Νικολάου στις υποθέσεις του οποίου εξακολουθεί να διαδραματίζει σημαίνοντα ρόλο.

Τοπίο & φυσικό περιβάλλονΕπεξεργασία

Η φυσική κτηματική περιφέρεια της Κριτσάς, ξεκινά από τη θάλασσα του κόλπου του Μεραμπέλλου και φθάνει μέχρι τον ορεινό σχηματισμό της Δίκτης[3] και την κορυφή Λάζαρος (2.085 μ. υψόμετρο). Στο μεγάλο αυτό σε έκταση περιβάλλον υπάρχει μεγάλη ποικιλία σχηματισμών που περιλαμβάνει τον μεγάλο ελαιόφυτο κάμπο της Κριτσάς, το φαράγγι του Χαυγά, το αρχαίο πρινόδασος (δάσος με βελανιδιές) στη διαδρομή προς το οροπέδιο Καθαρού (ή Αόρι) (με μέσο υψόμετρο 1130 μ. και έκταση 45 χιλ.στρ) όπου βρίσκεται ο οικισμός με το μεγαλύτερο υψόμετρο στην Κρήτη. Η περιοχή αυτή χαρακτηρίζεται από την ύπαρξη μιας ενδιαφέρουσας χλωρίδας, που περιέχει σπάνια και ενδημικά φυτά που προβάλλονται και εκτίθενται με συστηματικό τρόπο στο Μουσείο "Ροδάνθη" , που βρίσκεται και λειτουργεί από το 2017 στον οικισμό της Κριτσάς. Οι τοπιογραφικές ενότητες που παρουσιάζουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον είναι η περιοχή του υγρότοπου του Αλμυρού, βόρεια της Αμμουδάρας, η περιοχή του Θύλακα και της Ρούσας Λίμνης με ευρεία εποπτεία του κόλπου του Μεραμπέλλου, ο κάμπος της Κριτσάς με τους εκτεταμένους ελαιώνες και τη Βυζαντινή εκκλησία της Παναγίας Κεράς, η περιοχή της Αρχαίας Λατούς με τη θέα της κοιλάδας των Λακωνίων και του Κόλπου, η διαδρομή των 16,5 χλμ. από την Κριτσά προς το Καθαρό με τον ορεινό όγκο της Τζίβης και η λεκάνη του οροπεδίου του Καθαρού.

Η Κριτσά στη διάρκεια του 20ου αιώναΕπεξεργασία

Η Κριτσά σε όλη διάρκεια του 19ου αι. αποτελούσε τη μεγαλύτερη δημογραφική ενότητα του Κάτω Μεραμπέλλου. Στην απογραφή του 1881 (περίοδος οθωμανικής κυριαρχίας) ο Δήμος Κριτσάς είχε τον μεγαλύτερο πληθυσμό με 3.321 κατοίκους (βλ. σχετικά στοιχεία στο βιβλίο Ν.Σταυράκη : "Στατιστική της νήσου κρήτης",1890) και ήταν ένας από τους μεγαλύτερους Δήμους που δημιουργήθηκαν μετά την πρώτη θεσμοθέτηση των αυτοδοικητικών ενοτήτων της Μεγαλονήσου στις (5) ανατολικές επαρχίες με πρώτη πρωτεύουσα τη Νεάπολη. Το 1904, με απόφαση της Βουλής των Κρητών αποφασίστηκε η μεταφορά της πρωτεύουσας από τη Νεάπολη στον Άγιο Νικόλαο. Ο Δήμος Αγίου Νικολάου αποτελούσε ήδη έδρα του Δήμου Κριτσάς από το 1900. Η Κριτσά εξακολούθησε να αποτελεί Δήμο μέχρι το 1926.

Την χρονιά εκείνη, έγινε η πρώτη αμαξιτή οδός που συνέδεε την Κριτσά με τον Άγιο Νικόλαο και συντόμευε σημαντικά τον χρόνο της διαδρομής. Τη δεκαετία του 1920, που ήταν ουσιαστικά η δεύτερη μετά την Ένωση της Κρήτης με την Ελλάδα την 1.12.1913, η χώρα είχε υποδεχτεί το μεγάλο προσφυγικό ρεύμα από την Μικρασία και οι υποδομές της χώρας απαιτούσαν σημαντικές ενισχύσεις και εκσυγχρονισμό, ιδιαίτερα στα αστικά κέντρα. Στην περιοχή της Κριτσάς δημιουργήθηκε ο προσφυγικός οικισμός του Αγίου Ιωάννη του Θεολόγου , στο μέσον της διαδρομής προς τον οικισμό του Κρούστα, στις εκτάσεις που παραχωρήθηκαν από την τοπική εκκλησία στη μοναστηριακή ιδιοκτησία που υπήρχε εκεί και φιλοξένησε πολλές οικογένειες προσφύγων. Οι πρόσφυγες με πολύ προσωπικό αγώνα, κατάφεραν να ενταχθούν στην τοπική κοινότητα της Κριτσάς και να συμβάλλουν με τον καλύτερο τρόπο στις πολλαπλές ανάγκες του νέου τους περιβάλλοντος, στο οποίο κατάφεραν να ενσωματωθούν παραγωγικά και κοινωνικά.

Κατά την περίοδο της δεύτερης κυβέρνησης Ελευθερίου Βενιζέλου, με αφορμή τον εορτασμό των 100 χρόνων της Εθνικής Παλιγγενεσίας (1830-1930), στην αυλή της Παναγίας Οδηγήτριας κατασκευάστηκε το πρώτο Ηρώον της Κριτσάς για να τιμηθούν οι πολύχρονοι αγώνες των Κριτσωτών για την Ελευθερία. Την ίδια περίοδο, μετά από αίτημα του δασκάλου Γ.Πεδιαδίτη, ξεκίνησε ο σχεδιασμός του νέου σχολείου της Κριτσάς, το οποίο εντάχθηκε στο πρόγραμμα σχολικών κτιρίων που είχε ξεκινήσει το Υπουργείο Παιδείας μετά την εκπαιδευτική μεταρρύθμιση του 1929, που καθιέρωσε τη δημοτική γλώσσα και κατάργησε τα χωριστά παρθεναγωγεία. Το νέο σχολείο της Κριτσάς, ήταν διώροφο με όροφο κλίσεως στην ανατολική πλευρά και είχε στη βόρεια πλευρά μεγάλο κλιμακοστάσιο με μεγάλα ανοίγματα που επέτρεπε τον άπλετο φωτισμό του. Ήταν σχεδιασμένο με βάση τις αρχές του αφαιρετικού μεσοπολεμικού μοντερνισμού (επιρροές bauhaus) σύμφωνα με τις οποίες ολοκληρώθηκαν σε όλη τη χώρα 3.300 σχολικά κτίρια, εγχείρημα πρωτοφανές και μοναδικό σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Ολοκληρώθηκε το έτος 1938 και το 1941 μέχρι το 1944 επιτάχθηκε από τις αρχές κατοχής.

Η Κριτσά στη διάρκεια του ταραγμένου 20ου αι. συμμετείχε σε όλους τους εθνικούς αγώνες (βαλκανικοί, Α΄ παγκόσμιος πόλεμος, Μικρασιατική εκστρατεία, Β' παγκόσμιος πόλεμος) και μεγάλος αριθμός τέκνων της συμμετείχε και θυσιάστηκε στα πεδία των μαχών. Στη διάρκεια της Ιταλογερμανικής κατοχής, υπήρξε ένα από τα κέντρα της Εθνικής Αντίστασης μαζί με τον γειτονικό Κρούστα και στον χώρο του οροπεδίου Καθαρού, υπήρχε διαρκής συνεργασία με ξένους αντιστασιακούς ενώ κοντά στο χωριό Τάπες ήταν εγκατεστημένος ασύρματος των συμμάχων. Οι κατοχικές δυνάμεις είχαν εγκατασταθεί στο ελαιουργείο Αρχαύλη, στη δυτική όψη του οποίου υπάρχει ακόμη και διατηρήθηκε κατά την πρόσφατη αποκατάσταση του κτιρίου, το σήμα της 51ης ιταλικής πυροβολαρχίας, ανεξίτηλο τεκμήριο της Ιστορίας της εκείνη τη δύσκολη εποχή. Ιδιαίτερη και ξεχωριστή υπήρξε η συμμετοχή γυναικών στην Αντίσταση που πρόσφεραν σημαντικές υπηρεσίες στον αγώνα. Στις 6 Νοεμβρίου 1943, μια μαύρη μέρα για την Κριτσά, το σώμα των δολοφόνων Σουμπεριτών που κατατρομοκρατούσε την Κρήτη και βαρύνεται με χιλιάδες δολοφονίες αμάχων (επικεφαλής του ήταν ο Γερμανός λοχίας Σούμπερτ με γερμανοντυμένους εγκληματίες συνεργάτες του από διάφορα μέρη της Κρήτης), επιτέθηκε στους ανυποψίαστους κατοίκους αφού έζωσε από το πρωί τον οικισμό. Προέβησαν σε ακατανόμαστες πράξεις στην κεντρική πλατεία και πριν αποχωρήσουν δολοφόνησαν με στυγερό τρόπο τους δυο νεαρούς ήρωες Κριτσώτες Εμμ.Π.Τζανάκη και Ιωάν. Γ. Κουτουλάκη. Μετά την Κατοχή και παρά την περιορισμένη εξάπλωση της εμφύλιας σύγκρουσης στην Κρήτη, η αντιπαράθεση εξελίχθηκε με τραγικά αποτελέσματα και στην περιοχή της Κριτσάς. Σημαντικός αριθμός Κριτσωτών συμμετείχε στο μέτωπο του Εμφυλίου στην ηπειρωτική χώρα με τον Εθνικό Στρατό, ενώ πολλοί αρνητές της στράτευσης γνώρισαν συλλήψεις και εξορίες. Τα κοινά τραύματα της εμφύλιας διαμάχης σημάδεψαν τις επόμενες δεκαετίες τη χώρα και χρειάστηκε να περάσουν πολλά χρόνια για να ωριμάσει και να αναγνωριστεί αμοιβαία η ανάγκη της Εθνικής συμφιλίωσης.

Στη διάρκεια της μεταπολεμικής ψυχροπολεμικής περιόδου, Κριτσώτες συμμετείχαν και στο εκστρατευτικό σώμα του Κορεατικού πολέμου.

Αρχαιολογικοί χώροι & μνημείαΕπεξεργασία

  • Λατώ, αρχαιολογικός χώρος τρία χιλιόμετρα από την Κριτσά
  • Ναός της Παναγίας Κεράς, ένα χιλιόμετρα από την Κριτσά, με αξιόλογες τοιχογραφίες
  • Ναός του Αγίου Ιωάννη του Θεολόγου, δύο χιλιόμετρα από την Κριτσά, στο δρόμο προς Κρουστά
  • Ναός του Αγίου Γεωργίου Καβουσώτη, νότια του χωριού, με αρκοσόλιο και εξίτηλες τοιχογραφίες
  • Ναός του Αγίου Ιωάννη Προδρόμου, στο νεκροταφείο του χωριού, τοιχογραφημένος
  • Ναός του Αφέντη Χριστού

Επίσης στο χωριό λειτουργούν τα εξής μουσεία:

  • Μουσείο Σπάνιων και ενδημικών Φυτών “Ροδάνθη”
  • Ιστορικό και Λαογραφικό Μουσείο Κριτσωτοπούλας

Απογραφές πληθυσμούΕπεξεργασία

Στην απογραφή του 1940 η Κριτσά είχε 2.572 κατοίκους αλλά από τότε ο πληθυσμός μειώνεται συνεχώς (2.548 [1951], 2.396 [1961], 2.015 [1971], 1.910 [1981],[1] 1.614 [2001]). Επίσης έχει το φαράγγι της Κριτσάς του οποίου η αρχή είναι στην Κριτσά(στις Κουκίστρες) και το τέλος στο μικρό χωριό Τάπες.

ΠαραπομπέςΕπεξεργασία

  1. 1,0 1,1 Σπανάκης, Στέργιος (1993). Πόλεις και χωριά της Κρήτης στο πέρασμα των αιώνων, τόμος Β. Ηράκλειο: Γραφικές Τέχνες Γ. Δετοράκης. σελίδες 439 –440. 
  2. Δετοράκης, Θεοχάρης (1986). Ιστορία της Κρήτης. Αθήνα. σελ. 407. 
  3. «Δίκτη». Βικιπαίδεια. 2021-03-20. https://el.wikipedia.org/w/index.php?title=%CE%94%CE%AF%CE%BA%CF%84%CE%B7&oldid=8744551. 

Εξωτερικοί σύνδεσμοιΕπεξεργασία