Η Μάχη της Αλεξανδρέττας ήταν η πρώτη σύγκρουση μεταξύ των δυνάμεων της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας και του Χαλιφάτου των Φατιμιδών στη Συρία. Πραγματοποιήθηκε στις αρχές του 971 κοντά στην Αλεξανδρέττα, όσο ο βασικός στρατός των Φατιμιδών πολιορκούσε την Αντιόχεια, την οποία οι Βυζαντινοί είχαν καταλάβει πριν από δύο χρόνια. Οι Βυζαντινοί, με επικεφαλής έναν ευνούχο του Αυτοκράτορα Ιωάννη Α' Τσιμισκή, παρέσυραν ένα ισχυρό τμήμα 4.000 στρατιωτών των Φατιμιδών να επιτεθούν στον κενό καταυλισμό τους και στη συνέχεια τους επιτέθηκαν από όλες τις πλευρές, καταστρέφοντας το στρατό τους. Η ήττα στην Αλεξανδρέττα, σε συνδυασμό με την εισβολή των Qarmatians στη νότια Συρία, ανάγκασε τους Φατιμιδές να άρουν την πολιορκία και να παραχωρήσουν στους Βυζαντινούς τον έλεγχο της Αντιόχειας και της βόρειας Συρίας.

Μάχη της Αλεξανδρέττας
Αραβοβυζαντινοί Πόλεμοι
Χρονολογίαάνοιξη 971
ΤόποςΑλεξανδρέττα
ΑποτέλεσμαΝίκη των Βυζαντινών, άρση της πολιορκίας της Αντιόχειας από τους Φατιμίδες
Αντιμαχόμενοι
Ηγετικά πρόσωπα
Νικόλας
Άρας
Ιμπν αλ-Ζαγιάτ
Απολογισμός
άγνωστες απώλειες
πολύ μεγάλες απώλειες

ΙστορικόΕπεξεργασία

Στις 28 Οκτωβρίου 969, η Αντιόχεια έπεσε στον Βυζαντινό διοικητή Μιχαήλ Βούρτζη.[1] Την πτώση της μεγάλης μητρόπολης της βόρειας Συρίας σύντομα ακολούθησε μια συνθήκη μεταξύ των Βυζαντινών και των Χαμδανίδων, η οποία έκανε το Χαλέπι φοροϋποτελές και παρέδωσε στη Βυζαντινή Αυτοκρατορία το σύνολο των παλαιών παραμεθόριων περιοχών του Χαλιφάτου των Αββασιδών στην Κιλικία και την Άνω Μεσοποταμία, καθώς και την παράκτια ζώνη της Συρίας μεταξύ της Μεσογείου και του ποταμού Ορόντη μέχρι τα περίχωρα της Τρίπολης, της Άρκα και του Σαϊζάρ.[2][3] Ο βυζαντινός έλεγχος αυτής της περιοχής ήταν αρχικά πιο πολύ θεωρητικός, και η δολοφονία του βυζαντινού αυτοκράτορα Νικηφόρου Β' Φωκά τον Δεκέμβριο του 969, απειλούσε να αναιρέσει τα βυζαντινά κέρδη στην περιοχή.[4]

Ακόμη πιο νότια, τα στρατεύματα του Φατιμιδών, ορμώμενα από την Ιφρικίγια, υπό την ηγεσία του Τζαουχάρ αλ-Ρούμι, είχαν μόλις κατακτήσει την Αίγυπτο από τους Ιχσιντίδες. Εμπνεόμενοι από την ιδέα της τζιχάντ, και με στόχο να νομιμοποιήσουν τη διακυβέρνησή τους, οι Φατιμιδές χρησιμοποίησαν την βυζαντινή επέλαση στην Αντιόχεια και την απειλή των "άπιστων" ως κεντρικό στοιχείο της προπαγάνδας που απηύθυναν στις νεοκατακτημένες περιοχές, μαζί με τις υποσχέσεις για αποκατάσταση χρηστής διακυβέρνησης.[5] Τα νέα της πτώσης της Αντιόχειας βοήθησαν να πείσουν τους Φατιμιδές να επιτρέψουν στον Τζαουχάρ να στείλει τον στρατηγό του Τζαφάρ ιμπν Φαλάχ να εισβάλει στην Παλαιστίνη. Εκεί, ο Τζαφάρ νίκησε τους τελευταίους Ιχσιντίδες, υπό τον αλ-Χασάν ιμπν Ουμπάιντ Αλλάχ ιμπν Τουγχ και κατέκτησε τη Ράμλα τον Μάιο του 970, πριν καταλάβει τη Δαμασκό το Νοέμβριο.[6]

Πολιορκία της Αντιόχειας και μάχη στην ΑλεξανδρέτταΕπεξεργασία

Σχεδόν αμέσως μετά την κατάκτηση της Δαμασκού, ο Τζαφάρ ιμπν Φαλάχ εμπιστεύθηκε ένας από τους σκλάβους-στρατιώτες του (ghilman), που ονομαζόταν Φουτούχ (Futuh, «Νίκες»), για να πραγματοποιήσει την υποσχεμένη τζιχάντ εναντίον των Βυζαντινών,[7] αν και το σύγγραμμα του 15ου αιώνα Uyun al-Akhbar από τον Υεμενίτη ιστορικό Ιντρίς Ιμάντ αλ-Ντιν (en) αναφέρει επίσης κάποιον Αμπνταλλάχ ιμπν Ουμπάιντ Αλλάχ Χουσαϊνί Αχού Μουσλίμ ως διοικητή.[8] Ο Φουτούχ συγκέντρωσε έναν μεγάλο στρατό Βέρβερων Κουτάμα, ενισχύθηκε με στρατολογίες από την Παλαιστίνη και τη νότια Συρία και ξεκίνησε για να πολιορκήσει την Αντιόχεια το Δεκέμβριο του 970. Ο Βυζαντινός συγγραφέας Κεδρηνός ισχυρίζεται ότι ο στρατός των Φατιμιδών αριθμούσε έναν υπερβολικό αριθμό 100.000 ανδρών, αλλά ο Ιμάντ αλ-Ντιν καταγράφει τον αριθμό των 20.000 ανδρών.[9] Οι Φατιμιδές πολιόρκησαν την πόλη, αλλά οι κάτοικοί της έφεραν σκληρή αντίσταση και ο Ιμπν Φαλάχ αναγκάστηκε να στείλει ενισχύσεις, προφανώς από την επιτόπια στρατολογία στη νότια Συρία. Σύμφωνα με την αφήγηση του Αιγύπτιου αλ-Μακρίζι τον 15ο αιώνα, ήταν με αυτά τα πρόσθετα στρατεύματα, τα οποία υπολογίζονται σε 4.000 άνδρες, που κατέστη δυνατή η πλήρης αποκοπή της τροφοδότησης της πόλης, με την παρεμπόδιση των καραβανιών που κατευθύνονταν προς αυτήν.[10]

Εν τω μεταξύ, ο δολοφόνος και διάδοχος του Νικηφόρου, ο Ιωάννης Α' Τσιμισκής, δεν ήταν σε θέση να παρέμβει αυτοπροσώπως στην ανατολή, λόγω της πιο απειλητικής εισβολής των Ρως στη Βουλγαρία.[4][11] Ως αποτέλεσμα, έστειλε μια μικρή δύναμη υπό τις διαταγές ενός έμπιστου ευνούχου της οικογένειάς του, του πατρίκιου Νικόλαου, ο οποίος σύμφωνα με τον σύγχρονο των γεγονότων ιστορικό Λέοντα τον Διάκονο είχε πολεμική εμπειρία, για να υποστηρίξει τους πολιορκημένους.[12] Εν τω μεταξύ, η πολιορκία της Αντιόχειας είχε διαρκέσει πέντε μήνες, από τον χειμώνα και ως την άνοιξη, χωρίς αποτέλεσμα. Κάποια στιγμή, ένα στράτευμα των Φατιμιδών - σύμφωνα με τον Ιμπν αλ-Νταουαντάρι 4.000 άντρες υπό ένα Βέρβερο οπλαρχηγό που ονομαζόταν Άρας και έναν πρώην εμίρη της Ταρσού, τον Ιμπν αλ-Ζαγιάτ - κινήθηκε βόρεια εναντίον της Αλεξανδρέττας, όπου είχε στρατοπεδεύσει ο βυζαντινός στρατός. Μαθαίνοντας για την προσέγγισή τους, ο Βυζαντινός διοικητής εκκένωσε τον καταυλισμό του και έστησε ενέδρα. Βρίσκοντας εγκαταλελειμμένο τον εχθρικό καταυλισμό, τα στρατεύματα του Φατιμιδών άρχισαν να τον λεηλατούν, χωρίς να τους ενδιαφέρει τίποτε άλλο. Εκείνη τη στιγμή, ο Νικόλαος διέταξε μια αιφνιδιαστική επίθεση από όλες τις πλευρές και η δύναμη του Φατιμιδών διασπάστηκε. Το μεγαλύτερο μέρος του μουσουλμανικού στρατού χάθηκε, αλλά ο 'Αρας με τον Ιμπν αλ-Ζαγιάτ κατάφεραν να διαφύγουν.[9]

Η ήττα στην Αλεξανδρέττα ήταν ένα μεγάλο πλήγμα για το ηθικό του Φατιμιδών. Σε συνδυασμό με την είδηση για την προώθηση των Καρμαθιανών, μιας ριζοσπαστικής ομάδας Ισμαιλητών από την Ανατολική Αραβία, εναντίον της Δαμασκού, ο Ιμπν Φαλάχ διέταξε το Φουτούχ να άρει την πολιορκία της Αντιόχειας στις αρχές Ιουλίου του 971. Ο στρατός επέστρεψε στη Δαμασκό, όπου τα διάφορα αποσπάσματα διασκορπίστηκαν στις περιοχές στρατολογίας τους.[9]

ΕπακόλουθαΕπεξεργασία

Η πρώτη σύγκρουση μεταξύ των δύο ισχυρών δυνάμεων της ανατολικής Μεσογείου[11] κατέληξε σε βυζαντινή νίκη, η οποία ενίσχυσε τη βυζαντινή θέση στη βόρεια Συρία και από την άλλη αποδυνάμωσε τους Φατιμιδές, τόσο σε χαμένες ζωές όσο και σε ηθικό και φήμη. Όπως γράφει ο ιστορικός Πολ Γουόκερ, αν ο Ιμπν Φαλάχ «είχε επανακερδίσει τα στρατεύματα και το κύρος που έχασε στην Αλεξανδρέττα, θα μπορούσε να αντισταθεί στην εισβολή των Qarmatians. Οι στρατοί των τοπικών επαρχιών ίσως τον βοηθούσαν, εάν δεν είχαν διασπαστεί».[13] Στην περίπτωση αυτή, ο Τζαφάρ δεν μπόρεσε να αντισταθεί στους Qarmatians και τους συμμάχους τους, Άραβες Βεδουίνους. Παίρνοντας τη μοιραία επιλογή της αντιμετώπισης τους στην έρημο, νικήθηκε και σκοτώθηκε στη μάχη, τον Αύγουστο του 971. [14] Ήταν μια ήττα που οδήγησε στην σχεδόν ολική κατάρρευση του ελέγχου των Φατιμιδών στη νότια Συρία και την Παλαιστίνη και στην εισβολή των Qarmatians στην Αίγυπτο. Οι Φατιμιδές νίκησαν τους Φουστάτ και τελικά κατόρθωσαν να οδηγήσουν τους Qarmatians έξω από τη Συρία και να αποκαταστήσουν τον έλεγχό τους πάνω στην επαρχία. [15] Οι Βυζαντινοί παρέμειναν αδρανείς μέχρι τις μεγάλες εκστρατείες που ηγήθηκε ο Ιωάννης Τσιμισκής αυτοπροσώπως το 974-975. Αν και ο αυτοκράτορας προχώρησε βαθιά στα μουσουλμανικά εδάφη και μάλιστα απειλούσε να πάρει την Ιερουσαλήμ, ο θάνατός του τον Ιανουάριο του 976, απομάκρυνε τον βυζαντινό κίνδυνο για τους Φατιμιδές. Οι Βυζαντινοί δεν θα προσπαθούσαν ποτέ ξανά να προχωρήσουν πέρα από τα βόρεια Συριακά εδάφη τους γύρω από την Αντιόχεια.[16] [17]

ΠαραπομπέςΕπεξεργασία

  1. Honigmann 1935, σελ. 94.
  2. Honigmann 1935, σελίδες 94–97.
  3. Treadgold 1997, σελ. 507.
  4. 4,0 4,1 Honigmann 1935, σελ. 97.
  5. Brett 2001, σελίδες 295–308.
  6. Brett 2001, σελίδες 308, 312–313.
  7. Brett 2001, σελ. 313.
  8. Walker 1972, σελίδες 433–434.
  9. 9,0 9,1 9,2 Walker 1972, σελίδες 431–439.
  10. Walker 1972, σελίδες 435–437.
  11. 11,0 11,1 Walker 1972, σελ. 432.
  12. Walker 1972, σελίδες 432–433.
  13. Walker 1972, σελίδες 439–440.
  14. Brett 2001, σελίδες 313–314.
  15. Brett 2001, σελίδες 314–315, 346.
  16. Brett 2001, σελίδες 331, 346.
  17. Honigmann 1935, σελίδες 98–103.

ΠηγέςΕπεξεργασία