Η Μαρία Αλεξανδρόβνα Σπιριδόνοβα (16 Οκτωβρίου 1884 – 11 Σεπτεμβρίου 1941) ήταν μία Ρωσίδα σοσιαλ-επαναστάτρια. Η δολοφονία ενός αξιωματικού της αστυνομίας που διέπραξε το 1905 ήταν η πιο σπουδαία τρομοκρατική πράξη από γυναίκα στη Ρωσία, και η επακόλουθη κακομεταχείρισή της από την αστυνομία την κατέστησε ονομαστή μάρτυρα. Μετά από 11 χρόνια σε φυλακή της Σιβηρίας, απελευθερώθηκε μετά τη Φεβρουαριανή Επανάσταση του 1917 και επέστρεψε σαν ηρωίδα της Επανάστασης. Οδήγησε τους Αριστερούς Εσέρους σε συμμαχία με τον Λένιν και τους Μπολσεβίκους, αλλά φυλακίστηκε για κάποιο διάστημα και κλείστηκε σε ψυχιατρικό θεραπευτήριο, αφού οι Αριστεροί Εσέροι εγκατέλειψαν τους Μπολσεβίκους το 1918.

Μαρία Σπιριδόνοβα
Мари́я Алекса́ндровна Спиридо́нова
MarijaSpiridonova.jpg
Μαρία Σπιριδόνοβα
Προσωπικά στοιχεία
ΓέννησηΤαμπόφ, Ρωσική Αυτοκρατορία
ΘάνατοςΟριόλ, Σοβιετική Ένωση
ΕθνότηταΡωσίδα
ΥπηκοότηταΡωσική
Πολιτικό κόμμα Εσέροι, Αριστεροί Εσέροι
Αξίωμαμέλος της Συντακτικής Συνέλευσης της Ρωσίας το 1918
Commons page Σχετικά πολυμέσα

Η Σπιριδόνοβα συνελήφθη από τη μυστική αστυνομία κατά τη διάρκεια της Μεγάλης Εκκαθάρισης του 1937 - 1939 και στάλθηκε στα στρατόπεδα αναγκαστικής εργασίας των Γκουλάγκ, όπου εκτελέστηκε με συνοπτικές διαδικασίες αμέσως μετά την έναρξη του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου στα τέλη του καλοκαιριού 1941.

ΒιογραφικάΕπεξεργασία

Τα πρώτα χρόνιαΕπεξεργασία

Η Μαρία Αλεξανδρόβνα Σπιριδόνοβα γεννήθηκε στην πόλη Ταμπόβ, που βρίσκεται περίπου 480 χιλιόμετρα (300 μίλια) νότια-νοτιοανατολικά της Μόσχας. Ο πατέρας της, τραπεζικό στέλεχος, ήταν μέλος της μη κληρονομικής ελάσσονος αριστοκρατίας της Ρωσικής αυτοκρατορίας.[1] Παρακολούθησε το τοπικό γυμνάσιο, μέχρι που ο θάνατος του πατέρα της και η φυματίωση έγιναν αιτία να το εγκαταλείψει το 1902. Στη συνέχεια σπούδασε οδοντιατρική στη Μόσχα για ένα σύντομο χρονικό διάστημα. Επιστρέφοντας στο Ταμπόβ, εργάστηκε σαν υπάλληλος για την τοπική συνέλευση. Σύντομα ενεπλάκη στον πολιτικό ακτιβισμό· συνελήφθη κατά τις φοιτητικές διαδηλώσεις του Μαρτίου 1905. Τον Σεπτέμβριο του 1905, έκανε αίτηση για να εκπαιδευτεί σαν νοσοκόμα, αλλά απορρίφθηκε για το πολιτικό της μητρώο. Αντ’ αυτού εντάχθηκε στο Σοσιαλ-Επαναστατικό Κόμμα, και έγινε πλήρους απασχόλησης ακτιβίστρια. Επίσης έγινε η ερωμένη του Βλαντιμίρ Βόλσκι, ενός τοπικού Εσέρου ηγέτη.[2]

 
Η Μαρία Σπιριδόνοβα το 1906

Όπως πολλοί Εσέροι, ασπάστηκε την ιδέα της δολοφονίας και της τρομοκρατίας ως επαναστατικού όπλου. Ήταν μία από τις εκατοντάδες των Εσέρων οι οποίοι κατά την διάρκεια και μετά τη Ρωσική Επανάσταση του 1905 επιτέθηκαν κατά του Ρωσικού κράτους και των ηγετών του.

Η δολοφονία ΛουζενόβσκιΕπεξεργασία

Ο στόχος της Σπιριδόνοβα ήταν ο Γ. Ν. Λουζενόβσκι, ένας κτηματίας και επαρχιακός σύμβουλος του Ταμπόβ, ο οποίος είχε διοριστεί προϊστάμενος ασφαλείας της περιοχής του Μποριζογκλέμπσκ, μιας πόλης νοτιοανατολικά του Ταμπόβ. Ο Λουζενόβσκι ήταν γνωστός για τη βίαιη καταστολή της αγροτικής εξέγερσης στην περιοχή, και η επιτροπή των Εσέρων του Ταμπόβ “ενέκρινε τη θανατική του καταδίκη”. Η Σπιριδόνοβα προσφέρθηκε να τον δολοφονήσει. Παρακολούθησε τον Λουζενόβσκι για αρκετές ημέρες, και τελικά είχε την ευκαιρία της στον σιδηροδρομικό σταθμό του Μποριζογκλέμπσκ στις 16 Ιανουαρίου 1906. Τον πυροβόλησε επαναλαμβανόμενα με ρεβόλβερ και τον πέτυχε πέντε φορές, έτσι ώστε αυτός να πεθάνει στις 10 Φεβρουαρίου.[2]

Η Σπιριδόνοβα συνελήφθη αμέσως από τους Κοζάκους σωματοφύλακες του Λουζενόβσκι, και μεταφέρθηκε στο Ταμπόβ την επόμενη ημέρα.

Κάτι ακούστηκε για την υπόθεση, μέχρι τις 12 Φεβρουαρίου, οπότε η Ρους, μια προοδευτική εφημερίδα στην Αγία Πετρούπολη, δημοσίευσε μια επιστολή από τη Σπιριδόνοβα, που περιέγραφε την κακοποίηση και τα βασανιστήρια που υπέστη μετά τη σύλληψή της – εδάρη με γροθιές, μαστίγια και μπότες, κάηκε με αναμμένο τσιγάρο στο δέρμα, αφέθηκε γυμνή και κατ’ επανάληψη ανακρίθηκε από τον χοντράνθρωπο διοικητή των Κοζάκων, Αβράμοβ. Η επιστολή υπαινίχθηκε ότι την είχε βιάσει στο τρένο προς το Ταμπόβ.[2]

Η υπόθεση της Σπιριδόνοβα προκάλεσε αμέσως αίσθηση στους αναγνώστες της Ρους. Αν και ελάχιστοι υποστήριζαν την τρομοκρατία των Εσέρων, οι περισσότεροι εξοργίστηκαν από αυτή την τρομερή σκληρότητα σε ένα κρατούμενο, ιδιαίτερα σε μια ελκυστική νεαρή γυναίκα. Οι προοδευτικοί κύκλοι σε όλη τη Ρωσία καταδίκασαν τις αρχές του Ταμπόβ. Η Σπιριδόνοβα περιγράφηκε σαν “ένα αγνό, παρθενικό ον, ένα λουλούδι πνευματικής ομορφιάς… στα χέρια ενός ακόλαστου ουρακοτάγκου”. Γυναίκες όλων των τάξεων απαίτησαν “δικαιοσύνη για την αδελφή μας που βεβηλώθηκε”.

Η Ρους έστειλε τον ρεπόρτερ Β. Α. Βλαδιμίροβ στο Ταμπόβ. Έγραψε επτά εντυπωσιακά άρθρα που δημοσιεύτηκαν τον Μάρτιο. Τα άρθρα αυτά στην πραγματικότητα μεγαλοποίησαν την κακομεταχείριση και τα τραύματα της Σπιριδόνοβα, και αναφέρθηκαν ακόμη περισσότερες λεπτομέρειες για τον δήθεν βιασμό της. Επίσης ο Βλαδιμίροβ μεγαλοποίησε την ιστορία της σαν οπαδού της άκρας Αριστεράς, ενώ μείωσε τη σημασία των πραγματικών πολιτικών της πεποιθήσεων, πράγμα που ενόχλησε τους Εσέρους, σχεδόν όσο τους συντηρητικούς και τις αρχές. Η ίδια η Σπιριδόνοβα αποκήρυξε την αφήγηση του Βλαδιμίροβ.[2]

 
Σπιριδόνοβα, Σκόλνικ, Μπιτσένκολζμαλοβιτς, Φιάλκα, Εζερσκάγια στη Σιβηρία

Στις 11 Μαρτίου, η Σπιριδόνοβα δικάστηκε και κηρύχτηκε ένοχη για τον φόνο του Λουζενόβσκι, και καταδικάστηκε σε θάνατο. Ωστόσο, το δικαστήριο ζήτησε, επίσης, όπως η ποινή μετατραπεί σε καταναγκαστικά έργα στη Σιβηρία, λόγω της κακής κατάστασης της υγείας της. Αυτό έγινε στις 20 Μαρτίου.[2]

Ο προοδευτικός Τύπος συνέχισε την καμπάνια του για τη στήριξή της. Στις 2 Απριλίου ο Αβράμοβ δολοφονήθηκε επίσης, πράγμα που δημιούργησε επιπλέον ντόρο.[2]

Η κυβέρνηση δημοσίευσε την έκθεσή της σχετικά με την υπόθεση στις 8 Απριλίου. Η έκθεση αναγνώριζε ότι η Σπιριδόνοβα είχε δαρεί από τους Κοζάκους κατά τη στιγμή της σύλληψής της, και ότι ο Αβράμοβ την είχε κακοποιήσει λεκτικά στο τρένο, αλλά αρνιόταν όλες τις περισσότερο φρικιαστικές κατηγορίες. Αυτό καταγγέλθηκε ως συγκάλυψη.[2]

 
Η Μαρία Σπιριδόνοβα με τον Γκριγκόρι Γκερσούνι στο Akatuy το 1906

Μυστικές επιστολές από τη Σπιριδόνοβα στη φυλακή προς την αδελφή της Γιούλια, συντρόφισσα Εσέρα, είχαν κατασχεθεί από την αστυνομία στις 19 Φεβρουαρίου. Η έκθεση παρέθετε την παράκληση σε ένα γράμμα να μην αποκαλύψει τη “ρομαντική ιστορία” της – πιθανώς τη σχέση της με τον Βόλσκι. Πολλοί προοδευτικοί το θεώρησαν αυτό σαν μια προσπάθεια να δυσφημίσουν την ηθική της. Κατά ειρωνικό τρόπο, ο κυβερνήτης του Ταμπόβ γνώριζε τα πάντα για τον δεσμό (η Σπιριδόνοβα είχε ζητήσει μια συνάντηση με τον Βόλσκι, τον οποίο περιέγραφε σαν μνηστήρα της, αν και αυτός ήταν ήδη παντρεμένος). Όμως δεν διέδωσε την πληροφορία, που θα είχε καταστρέψει την “παρθενική” εικόνα της Σπιριδόνοβα.[2]

Ο αναπληρωτής εισαγγελέας του Ταμπόβ είχε συνοψίσει τις επιστολές σε μια έκθεση προς τις εθνικές αρχές. Τα αποσπάσματά του δείχνουν ότι η Σπιριδόνοβα συνειδητά συμμετείχε στη δημιουργία της ευνοϊκής εικόνας που έβγαινε προς τα έξω – υποδεικνύοντας που πρέπει να δοθεί έμφαση, και που πρέπει να μειωθεί η σημασία.[2]

 
Μαρία Σκόλνικ (πρώτη σειρά), Ρεβέκκα Φιάλκα και Μαρία Σπιριδόνοβα, στον δρόμο τους για τη Σιβηρία (καλοκαίρι 1906)

Η Σπιριδόνοβα στάλθηκε στη Σιβηρία στην ομάδα πέντε άλλων εξεχόντων γυναικών Εσέρων τρομοκρατισσών. Η ομάδα μερικές φορές αποκαλούνταν Σεστέρκα (“Έξι”). Η Σπιριδόνοβα ήταν η πιο διάσημη, όντας νέα, ελκυστική, και Ρωσίδα (οι άλλες ήταν Εβραίες, Λευκορωσίδες και Ουκρανές). Οι Σεστέρκα μεταφέρθηκαν με τρένο από τη Μόσχα στο συγκρότημα των φυλακών στο Νερτσίνσκ (ανατολικά της Λίμνης Βαϊκάλης και κοντά στα σύνορα με την Κίνα). Κατά τη διάρκεια αυτού του ταξιδιού, το τρένο το υποδέχονταν σε κάθε σταθμό πλήθη υποστηρικτών. Η Σπιριδόνοβα μιλούσε στα πλήθη, εξηγώντας το πολιτικό πρόγραμμα των Εσέρων.[2]

 
Η Μαρία Σπιριδόνοβα στη φυλακή, 1906

Για τα επόμενα 11 χρόνια, η Σπιριδόνοβα κρατήθηκε στη φυλακή Μαλτζέβσκαγια. Της φέρονταν σκληρά, και μερικές φορές ραβδιζόταν βίαια με βέργες από σημύδα, ενώ ήταν γυμνή.[3] Τέτοιου είδους τελείως γυμνωμένη σωματική τιμωρία δεν ήταν συνήθης για πολιτικούς κρατούμενους εκείνη την εποχή.

Ηγέτης των Αριστερών ΕσέρωνΕπεξεργασία

Προσαρμογή με την επανάστασηΕπεξεργασία

Μετά τη Φεβρουαριανή Επανάσταση του 1917, η Σπιριδόνοβα αποφυλακίστηκε από τις γυναικείες φυλακές στο Νερτσίνσκ με τη γενική αμνηστεία που συμπεριλάμβανε τους φυλακισμένους επαναστάτες.[1] Με την απελευθέρωσή της, την πρώην πολιτική κρατούμενη Σπιριδόνοβα την υπολήπτονταν ευρέως ο απλός λαός της Ρωσίας, και λατρευόταν από πολλούς αγρότες σχεδόν σαν αγία.[1]

Η Σπιριδόνοβα ταξίδεψε από τη Σιβηρία στη Μόσχα για να παρακολουθήσει το 3ο Εθνικό Συνέδριο του Κόμματος των Σοσιαλ-Επαναστατών στα τέλη Μαΐου 1917, όμως η συνάθροιση δεν την εξέλεξε στη διοικούσα Κεντρική Επιτροπή του Κόμματος.[1] Παρά την αποτυχία αυτή, η Σπιριδόνοβα αναμίχθηκε έντονα στις υποθέσεις του Κόμματος ως ηγέτης της οργάνωσης των Εσέρων στην πρωτεύουσα Πετρούπολη.[4] Ασχολήθηκε επίσης με το έργο της βοήθειας για τη δημιουργία σοβιέτ μέσα στην αγροτιά.[5]

Μετά την Οκτωβριανή Επανάσταση, η Σπιριδόνοβα συνέδεσε το πεπρωμένο της με την αυτόνομη οργάνωση των Αριστερών Εσέρων στη στήριξη των πρώην αντιπάλων από το Κόμμα των Μπολσεβίκων.[5] Η Σπιριδόνοβα ήταν εξαιρετικά υποστηρικτική των προσπαθειών να σφυρηλατηθεί κυβέρνηση ενότητας μεταξύ Μπολσεβίκων, Αριστερών Εσέρων και Διεθνιστών Μενσεβίκων, και ήταν μια από τους μόλις μια χούφτα Αριστερών Εσέρων ηγετών που υποστήριξε την απόφαση του Λένιν να συμφωνήσει με τους δρακόντειους όρους άμεσης ειρήνης που προτάθηκαν από την Αυτοκρατορική Γερμανία στη συνθήκη του Μπρεστ-Λιτόφσκ.[5] Η αφοσίωση της Σπιριδόνοβα ανταμείφθηκε όταν διορίστηκε επικεφαλής του Αγροτικού Τομέα της Κεντρικής Εκτελεστικής Επιτροπής του Πανρωσικού Σοβιέτ των Εργατών, Αγροτών και Στρατιωτών Βουλευτών – κατ’ όνομα προϊσταμένη αξιωματούχος για τις αγροτικές υποθέσεις.[5]

 
Η Μαρία Σπιριδόνοβα σε αγροτικό συνέδριο το 1917

Εξέγερση κατά του ΜπολσεβικισμούΕπεξεργασία

Ο μήνας του μέλιτος μεταξύ Αριστερών Εσέρων και Μπολσεβίκων αποδείχθηκε βραχύβιος. Στα τέλη της άνοιξης του 1918 δημιουργήθηκαν Μπολσεβίκικα στρατιωτικά αποσπάσματα για να κάνουν αναγκαστικές επιτάξεις σιτηρών, σε μια απελπισμένη προσπάθεια να αποσοβηθεί η πείνα στις πόλεις εν μέσω οικονομικής κατάρρευσης.[5] Η ενότητα μετατράπηκε σε αντιπαλότητα σχετικά με το μέλλον της επανάστασης και προέκυψε ανταγωνισμός για τον έλεγχο του επικείμενου 5ου Συνεδρίου των Σοβιέτ, που είχε προγραμματιστεί να αρχίσει στη Μόσχα, στις 4 Ιουλίου 1918.[5] Στις 24 Ιουνίου η Κεντρική Επιτροπή των Αριστερών Εσέρων αποφάσισε να αρχίσει εκστρατεία τρομοκράτησης κατά των Γερμανών αξιωματούχων στη Ρωσία σε μια προσπάθεια να σαμποτάρουν τη μισητή συνθήκη του Μπρεστ-Λιτόφσκ και να επιβάλουν μια πιο σταθερή συμμαχία με την αγροτιά κατά τη διάρκεια της κρίσης που θα προέκυπτε.[5]

Στις 7 Ιουλίου 1918 δύο μέλη του Κόμματος των Αριστερών Εσέρων, ο Ιακώβ Μπλιούμκιν και ο Νικολάι Αντρέεβ, δολοφόνησαν τον Γερμανό πρέσβη Βίλχεμ Μίρμπαχ.[5] Αντί να τροφοδοτηθεί νέα πυρκαγιά με τη Γερμανία, ο Λένιν χρησιμοποίησε τη δολοφονία του Μίρμπαχ σαν δικαιολογία για την απαγόρευση της οργάνωσης των Αριστερών Εσέρων. Κινητοποιήθηκαν γρήγορα στρατεύματα για να απομονώσουν με επιτυχία τις μονάδες μάχης των πρώην συμμάχων τους.[6] Η Σπιριδόνοβα έσπευσε στο Θέατρο Μπολσόι, χώρο του διεξαγόμενου 5ου Συνεδρίου των Σοβιέτ, για να κάνει επίσημη δήλωση για την πολιτική όσον αφορά την εξέγερση των Αριστερών Εσέρων, αλλά διαπίστωσε ότι το Συνέδριο αναβλήθηκε σαν επακόλουθο της δολοφονίας και περισσότεροι από 400 Αριστεροί Εσέροι αντιπρόσωποι φυλακίστηκαν.[6] Η Σπιριδόνοβα και ένας αριθμός άλλων Αριστερών Εσέρων ηγετών φυλακίστηκαν στη Μόσχα, και ο Αγροτικός Τομέας του Πανρωσικού Συνεδρίου των Σοβιέτ διαλύθηκε.[6]

Γνωστοποιήθηκε ότι η Σπιριδόνοβα επρόκειτο να δικαστεί την 1η Δεκεμβρίου 1918, αλλά για να μειωθεί η πιθανότητα δημιουργίας μιας ενδεχόμενα ασταθούς κατάστασης, έγινε μυστική δίκη στις 27 Νοεμβρίου στη θέση της.[6] Η Σπιριδόνοβα καταδικάστηκε σε ένα χρόνο φυλακή για τον ρόλο της στην εξέγερση των Αριστερών Εσέρων, αλλά αμνηστεύτηκε την επόμενη ημέρα.[6]

ΦυλάκισηΕπεξεργασία

Η Σπιριδόνοβα έγινε η φωνή μιας ριζοσπαστικής φράξιας των Αριστερών Εσέρων που ήταν αντίθετη σε οποιοδήποτε συμβιβασμό με το μπολσεβίκικο καθεστώς και κατηγόρησε δημόσια την κυβέρνηση ότι πρόδωσε την επανάσταση με τις πολιτικές και τις πράξεις της.[7] Παρά τη δριμεία άρνησή της να συμβιβαστεί, η Σπιριδόνοβα κράτησε απόσταση από την τρομοκρατική πτέρυγα των Αριστερών Εσέρων, επικεντρώνοντας αντίθετα την αγκιτάτσιά της γύρω από την ιδέα της αναζωογόνησης του συστήματος των σοβιέτ, σε αντίθεση προς τη διακυβέρνηση του Μπολσεβίκικου κόμματος με γραφειοκρατικά διατάγματα.[7]

Τον Ιανουάριο του 1919, μετά από άλλη δημόσια ομιλία εναντίωσης στην Μπολσεβίκικη κυβέρνηση, η Σπιριδόνοβα συνελήφθη από την Τσεκά της Μόσχας.[7] Δικάστηκε άλλη μια φορά στις 24 Φεβρουαρίου 1919, με τον Μπολσεβίκο ηγέτη Νικολάι Μπουχάριν μοναδικό μάρτυρα κατηγορίας, να κατηγορεί τη Σπιριδόνοβα ότι ήταν ψυχικά ασθενής και απειλή για την κοινωνία, στη θανάσιμη πολιτική ατμόσφαιρα του Ρωσικού Εμφυλίου Πολέμου.[7] Η Σπιριδόνοβα κρίθηκε ένοχη και καταδικάστηκε σε ένα χρόνο εγκλεισμό σε ψυχιατρικό σανατόριο – απομακρύνοντάς την με τον τρόπο αυτό αποτελεσματικά από την εν εξελίξει πολιτική.[7]

Αντί για το σανατόριο, η Σπιριδόνοβα στην πραγματικότητα φυλακίστηκε σε ένα μικρό κελί μέσα σε στρατόπεδο, όπου η ήδη εύθραυστη υγεία της επιδεινώθηκε σύντομα.[7] Στις 2 Απριλίου 1919 οργανώθηκε απόδραση από Αριστερούς Εσέρους μαχητές και η Σπιριδόνοβα απελευθερώθηκε, ζώντας έπειτα στην παρανομία στη Μόσχα με το ψευδώνυμο Ονουφρίεβα.[7] Τελικά, συνελήφθη πάλι, άρρωστη από τύφο και πάσχοντας από μη διασαφηνισμένη νευρική διαταραχή.[7] Μετά την ανάρρωση σε ιατρική μονάδα της Τσεκά, η Σπιριδόνοβα μεταφέρθηκε σε ψυχιατρική φυλακή.[7] Τελικά αφέθηκε ελεύθερη υπό την επίβλεψη δύο Αριστερών Εσέρων συντρόφων, στις 18 Νοεμβρίου 1921, υπό τον όρο ότι θα σταματήσει και θα απέχει από κάθε πολιτική δραστηριότητα.[7] Κατά την εκτίμηση του ιστορικού Αλεξάντερ Ραμπίνοβιτς, “δεν υπάρχουν στοιχεία ότι παραβίασε ποτέ αυτόν τον όρο”.[8] Η ενεργή πολιτική ζωή της Σπιριδόνοβα έφτασε στο τέλος.

Θάνατος και κληρονομιάΕπεξεργασία

Το 1937 η Σπιριδόνοβα συνελήφθη στην Ουφά μαζί με δώδεκα άλλους πρώην Αριστερούς Εσέρους που ζούσαν εκεί. Κηρύχτηκε ένοχη για τον σχεδιασμό αγροτικής εξέγερσης, και καταδικάστηκε σε 25 χρόνια φυλάκιση από το Στρατοδικείο στις 8 Μαρτίου 1937. Μετά από μια απεργία πείνας κρατήθηκε σε απομόνωση στις φυλακές Ορέλ. Από το κελί της έγραψε πολλές επιστολές προς τον Γενικό Εισαγγελέα της ΕΣΣΔ, με αίτημα να τη σκοτώσει αμέσως και να σταματήσει το μαρτύριο.[9]

Στις 11 Σεπτεμβρίου 1941 (τρεις μήνες μετά τη Γερμανική εισβολή στην ΕΣΣΔ), η Σπιριδόνοβα, ο σύζυγός της Ιλία Μαγιόροφ[10] και πάνω από 150 άλλοι πολιτικοί κρατούμενοι, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονταν ο Κριστιάν Ρακόφσκι, ο Αντσίμ Τζιζικόφ (ιθύνων νους του του συνεταιριστικού, ομοσπονδιακού κινήματος) και η Όλγα Καμένεβα), εκτελέστηκαν στο Δάσος Μεντβέντεβσκι, έξω από το Οριόλ.[11]

ΠαραπομπέςΕπεξεργασία

  1. 1,0 1,1 1,2 1,3 Alexander Rabinowitch, "Spiridonova," in Edward Acton, Vladimir Iu. Cherniaev, and William G. Rosenberg (eds.), Critical Companion to the Russian Revolution, 1914-1921. Bloomington, IN: Indiana University Press, 1997; pg. 182.
  2. 2,0 2,1 2,2 2,3 2,4 2,5 2,6 2,7 2,8 2,9 Sally A. Boniece, "The Spiridonova Case, 1906: Terror, Myth and Martyrdom," in Anthony Anemone (ed.), Just Assassins: The Culture of Terrorism in Russia. Northwestern University Press, 2010; pp. 127-151.
  3. «Школьник, Мария ЖИЗНЬ БЫВШЕЙ ТЕРРОРИСТКИ, ГЛАВА VI». Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 16 Ιανουαρίου 2009. Ανακτήθηκε στις 19 Μαρτίου 2016. 
  4. Rabinowitch, "Spiridonova," pp. 182-183.
  5. 5,0 5,1 5,2 5,3 5,4 5,5 5,6 5,7 Rabinowitch, "Spiridonova," pg. 183.
  6. 6,0 6,1 6,2 6,3 6,4 Rabinowitch, "Spiridonova," pg. 184.
  7. 7,0 7,1 7,2 7,3 7,4 7,5 7,6 7,7 7,8 7,9 Rabinowitch, "Spiridonova," pg. 185.
  8. Rabinowitch, "Spiridonova," pg. 186.
  9. Проявите гуманность и убейте сразу…» : Письмо М. А. Спиридоновой["Be humane and kill me now ...":The letter M.A. Spiridonova
  10. Τάσος Κωστόπουλος, "Το δεύτερο κόμμα της Οκτωβριανής Επανάστασης", εφημερίδα "ΕΦΣΥΝ", φύλλο Σαββατο κύριακου 7-8 Νοεμβρίου 2020, ένθετη στήλη "Το Φάντασμα της Ιστορίας", σελ. 66
  11. Rabinowitch, Alexander. "Maria Spiridonova's 'Last Testament'", Russian Review, Vol. 54, No. 3 (July 1995), pp. 424-446.