Μπετύν

πόλη στο Πα-ντε-Καλαί της Γαλλίας

Συντεταγμένες: 50°31′51.42″N 2°38′21.57″E / 50.5309500°N 2.6393250°E / 50.5309500; 2.6393250

Η Μπετύν (Γαλλικά: Bethune) είναι γαλλική κοινότητα της βόρειας Γαλλίας, στο νομό Πα-ντε-Καλαί, στην περιοχή Ω-ντε-Φρανς. Το 2017 ο πληθυσμός της ανερχόταν σε 24.895 κατοίκους. Είναι μία από τις υπονομαρχίες του νομού.

Μπετύν
Bethune gd place 1 bis.jpg
Blason Rosny-sur-Seine01.svg
Έμβλημα
Διοίκηση
ΧώραΓαλλία
Διοικητική υπαγωγήδιαμέρισμα της Μπετύν, Πα-ντε-Καλαί και Communauté d'agglomération de Béthune-Bruay, Artois-Lys Romane
 • Δήμαρχος της ΜπετύνΟλιβιέ Γκακέρ (από 2014)
Ταχυδρομικός κώδικας62400[1]
Κωδικός Κοινότητας62119[2]
Πληθυσμός24 895 (1  Ιανουαρίου 2017)[3]
Έκταση9,46 km²[4]
Υψόμετρο26 μέτρο
Ζώνη ώραςUTC+01:00 (επίσημη ώρα)
UTC+02:00 (θερινή ώρα)
Τοποθεσία στο χάρτη
Τοποθεσία στο χάρτη
Μπετύν
50°31′51″N 2°38′22″E
Ιστότοποςhttps://www.bethune.fr
Commons page Σχετικά πολυμέσα

Η πόλη, η οποία καταστράφηκε κατά το ήμισυ στο τέλος του Α' Παγκοσμίου Πολέμου, στη συνέχεια ξαναχτίστηκε, κατελήφθη και υπέστη καταστροφές κατά τη διάρκεια του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, ανανεώθηκε και πάλι σήμερα, με τη δημιουργία οικολογικών περιοχών και ένα σημαντικό έργο αστικής ανάπλασης.

Οι κάτοικοι ονομάζονται Μπετυνουά - Μπετυνουάζ.[5]

Γεωγραφικά στοιχείαΕπεξεργασία

 
Ο νομός Πα-ντε-Καλαί και οι κυριότερες πόλεις

Η Μπετύν βρίσκεται στην παλαιά επαρχία του Αρτουά, στη βόρεια Γαλλία στη διοικητική περιοχή Ω-ντε-Φρανς, στο ανατολικό τμήμα του νομού Πα-ντε-Καλαί, 186 χιλιόμετρα κατ'ευθεία γραμμή βόρεια του Παρισιού.[6]

Είναι υπονομαρχία του νομού και μια σχετικά μεγάλη πόλη με 24.895 κατοίκους το 2017. Βρίσκεται στο κέντρο ευρύτερης αστικής περιοχής 93 δήμων με σχεδόν 355.000 κατοίκους (2016). Μαζί με τη Λιλ και τις πόλεις της παλιάς ανθρακοφόρου λεκάνης του Νορ-Πα-ντε-Καλαί, συμμετέχει επίσης σε μια μητροπολιτική περιοχή περίπου 3,8 εκατομμυρίων κατοίκων, τη «Μητροπολιτική περιοχή της Λιλ».

Βρίσκεται ανάμεσα στους λόφους του Αρτουά και την πεδιάδα του Λυς και η περιοχή της επωφελείται από τη γόνιμη γεωργική γη, η οποία επέτρεψε τη συνεχή παρουσία της γεωργίας.

Η συνολική έκταση της πόλης είναι 9,43 χμ². Το χαμηλότερο σημείο της είναι 18 μέτρα πάνω από τη στάθμη της θάλασσας και το υψηλότερο είναι στα 42 μέτρα.

Η περιοχή διαρρέεται από τον Λω, έναν παραπόταμο του Λυς και υπο-παραπόταμο του Εσκώ.

ΙστορίαΕπεξεργασία

 
Μετά τον γερμανικό βομβαρδισμό τον Μάιο 1918
 
Το Βρετανικό Στρατιωτικό Κοιμητήριο

Οι Νεάντερταλ έζησαν στην περιοχή κοντά στο Αράς 1.200.000 χρόνια πριν.[7] Τα πρώτα ίχνη κατοίκησης χρονολογούνται στον 6ο-7ο αιώνα.

Ο Χιου Χέιστινγκς (πέθανε το 1347), άνθρωπος του βασιλιά Εδουάρδου Γ΄ της Αγγλίας και διοικητής της Αγγλίας στη Φλάνδρα, επιτέθηκε και πολιόρκησε τη Μπετύν, με αγγλικά και φλαμανδικά στρατεύματα, κατά τη διάρκεια του Εκατονταετούς πολέμου το 1346. Η φλαμανδική συνιστώσα αποδείχθηκε απείθαρχη και η πολιορκία κατέληξε σε αποτυχία πριν από το τέλος Αυγούστου. [8]

Το 1500, η Μπετύν βρέθηκε υπό ισπανική κυριαρχία. Ο Κάρολος Κουίντος ενίσχυσε τις οχυρώσεις και μετακίνησε την εκκλησία Σαιν-Βαστ μέσα στον οχυρωμένο περίβολο. Διάνοιξε επίσης κανάλι στον ποταμό Λω. Στη συνέχεια, η πόλη γνώρισε σημαντική επέκταση με την ανάπτυξη της βιομηχανίας υφασμάτων και του εμπορίου σιτηρών. Αυτό προώθησε την εγκατάσταση πολλών νέων επαγγελματιών σε σχέση με τη βαφή και τα βυρσοδεψεία.

Κατά τη διάρκεια του πολέμου της ισπανικής διαδοχής τον Ιούλιο - Αύγουστο του 1710, η Μπετύν πολιορκήθηκε από δυνάμεις της Μεγάλης Συμμαχίας. Η πόλη παραδόθηκε τελικά μετά από μια έντονη άμυνα που διεξήγαγε ο Αντουάν ντε Βωμπάν (1654-1731), συγγενής του διάσημου στρατιωτικού μηχανικού Βωμπάν. [9]

Κατά την περίοδο 1914-1918, η πόλη ήταν σημαντικός σιδηροδρομικός κόμβος και κέντρο διοίκησης για το Βρετανικό Καναδικό Σώμα και την Ινδική Εκστρατευτική Δύναμη, καθώς και ο 33ος Σταθμός Ατυχημάτων μέχρι τον Δεκέμβριο του 1917. Αρχικά υπέστη μικρές ζημιές μέχρι τη δεύτερη φάση της Εαρινής επίθεσης τον Απρίλιο 1918, όταν οι γερμανικές δυνάμεις έφτασαν στο Λοκόν, σε 5 χιλιόμετρα απόσταση. Στις 21 Μαΐου, ένας βομβαρδισμός κατέστρεψε μεγάλα τμήματα της πόλης, σκοτώνοντας περισσότερους από 100 πολίτες.

Πάνω από 3.200 θύματα του Α' Παγκοσμίου Πολέμου θάφτηκαν στο Βρετανικό Στρατιωτικό Κοιμητήριο της πόλης. η πλειοψηφία τους είναι Βρετανοί (2.933) ή Καναδοί (55), οι υπόλοιποι Γερμανοί. [10]

Η Μπετύν ανακατασκευάστηκε μετά τον πόλεμο, υπέστη όμως πάλι καταστροφές από αεροπορικές επιθέσεις και μάχες μέσα στην πόλη στις 24-26 Μαΐου 1940, όταν κατελήφθη από τα γερμανικά στρατεύματα. Οι Γερμανοί υπέστησαν σοβαρές απώλειες, γεγονός που φέρεται ότι έπαιξε ρόλο στο έγκλημα πολέμου που διέπραξαν στη σφαγή του Παραντί στις 27 Μαΐου, όταν 97 μέλη του Βασιλικού Συντάγματος Νόρφολκ του βρετανικού στρατού εκτελέσθηκαν αφού είχαν παραδοθεί.[11]

Κατά τη διάρκεια του πολέμου, πολλοί κάτοικοι απελάθηκαν για να εργαστούν στη Γερμανία. Η πόλη απελευθερώθηκε επίσημα στις 4 Σεπτεμβρίου 1944.

ΟικονομίαΕπεξεργασία

Πολλές υπηρεσίες και επιχειρήσεις έχουν αναπτυχθεί σε αυτήν την ιστορικά αστική πόλη που έχει βιώσει διαφορετικούς προσανατολισμούς των δραστηριοτήτων της: υφάσματα στον Μεσαίωνα, μηχανική και χημεία (εργοστάσιο ελαστικών) στον 20ό αιώνα. Η πόλη βρίσκεται στην άκρη της λεκάνης εξόρυξης, από το 1956 το κλείσιμο των ορυχείων δημιούργησε προβλήματα και ανεργία. Βίωσε ένα κύμα απολύσεων τη δεκαετία του 2000, ιδίως στους τομείς της ωρολογοποιίας και των συσκευασιών.

Είναι μια πόλη πλούσια σε αρχιτεκτονική κληρονομιά και ιστορία, με το προσωνύμιο «πόλη του Μπουριντάν» ήταν περιφερειακή πολιτιστική πρωτεύουσα το 2011.

ΑξιοθέαταΕπεξεργασία

 
Το Δημαρχείο της Μπετύν
  • Η Μεγάλη πλατεία (Grand-Place) είναι ιστορικά η κεντρική πλατεία της πόλης. Κατά τον Μεσαίωνα, υπήρχε εκεί η αίθουσα του δημοτικού συμβουλίου, η οποία είχε τον ίδιο ρόλο και βρισκόταν στον ίδιο χώρο με το σημερινό δημαρχείο. Η πλατεία, που καταστράφηκε κατά τη διάρκεια του Α' Παγκοσμίου Πολέμου με εξαίρεση το κωδωνοστάσιο, ξαναχτίστηκε μεταξύ 1920 και 1927 στο ύφος της μεταπολεμικής περιόδου.
  • Το Δημαρχείο, εν μέρει κατεστραμμένο από τους βομβαρδισμούς του Α' Παγκοσμίου Πολέμου,  ξαναχτίστηκε το 1926. Έχει τα ίδια αρχιτεκτονικά χαρακτηριστικά με τα σπίτια που το περιβάλλουν, αλλά σε μνημειακή κλίμακα.
  • Ο παλιός πύργος του Αγίου Ιγνατίου είναι ένας πύργος πυροβολικού που χρονολογείται από τον 14ο και τον 15ο αιώνα και ήταν μέρος των οχυρώσεων που προστάτευαν την πόλη. Οι οχυρώσεις καταστράφηκαν εν μέρει μετά τις ισπανικές και αυστριακές εισβολές, μόνο αυτός ο πύργος και ο προμαχώνας του Σαιν-Πρυ παραμένουν.
  • Το καμπαναριό χτίστηκε το 1388 κοντά στην αίθουσα του δημοτικού συμβουλίου. Ο πύργος, ύψους 33 μέτρων, κυριαρχείται από ένα κωδωνοστάσιο 17 μέτρων. Το 1862 εντάχθηκε στον κατάλογο των ιστορικών μνημείων. Είναι ένα από τα 23 κωδωνοστάσια που ταξινομήθηκαν ως παγκόσμια κληρονομιά από τον Εκπαιδευτικό, Επιστημονικό και Πολιτιστικό Οργανισμό των Ηνωμένων Εθνών (UNESCO) το 2005 στον κατάλογο των «καμπαναριών του Βελγίου και της Γαλλίας».

ΠαραπομπέςΕπεξεργασία

  1. «Base officielle des codes postaux» La Poste. 1  Οκτωβρίου 2018.
  2. (Γαλλικά) Code INSEE.
  3. «Populations légales 2017» INSEE. 30  Δεκεμβρίου 2019.
  4. 4,0 4,1 répertoire géographique des communes. Institut national de l'information géographique et forestière. Ανακτήθηκε στις 26  Οκτωβρίου 2015.
  5. . «habitants.fr/bethune/services-publics». 
  6. . «fr.distance.to/Béthune,Pas-de-Calais,Hauts-de-France,FRA/Paris». 
  7. C'artouche, Histoire d'un renouveau, Paris, Librairie Arthème Fayard, 2000, 349 p. (ISBN 2-213-60733-8)
  8. Livingstone, Marilyn; Witzel, Morgen (2005). The Road to Crécy: The English Invasion of France, 1346 Harlow: Pearson Education. p. 143. ISBN 978-0582784208.
  9. Reeve, JPF (1986). "The Siege of Bethune 1710: The Journals of Private Deane and General Vauban Compared". Journal of the Society for Army Historical Research. 64 (260): 205–211. JSTOR 44226494.
  10. . «MÉMOIRES DE PIERRE». 
  11. Jackson, Julian (2003) The Fall Of France: The Nazi Invasion of 1940 (Making of the Modern World) Oxford University Press, U.S.A. pp. 301–302. ISBN 978-0192805508.