Άνοιγμα κυρίου μενού

O Νίκος Τσεκούρας (1911-2009) ήταν Έλληνας δημοσιογράφος και θεατρικός συγγραφέας. Ήταν μέλος της Ελληνικής Εταιρείας Θεατρικών Συγγραφέων και της Ένωσης Συντακτών Περιοδικού Τύπου. Γεννήθηκε στην Αθήνα το Μάρτιο του 1911. Έκανε το ντεμπούτο του ως θεατρικός συγγραφέας, τον Μάιο του 1940 με την κωμωδία «Ανθρωπος είμαι κι εγώ». Μετά από μία μακρά συγγραφική πορεία που περιλάμβανε θεατρικά έργα, κινηματογραφικά σενάρια και συνεργασίες σε περιοδικά μεγάλης κυκλοφορίας πέθανε σε ηλικία 98 ετών τον Μάρτιο του 2009.

Νίκος Τσεκούρας
Γενικές πληροφορίες
Γέννηση1911
Θάνατος2009
Χώρα πολιτογράφησηςΕλλάδα
Εκπαίδευση και γλώσσες
Ομιλούμενες γλώσσεςΝέα ελληνική γλώσσα
Πληροφορίες ασχολίας
Ιδιότητασεναριογράφος
δημοσιογράφος

Βιογραφικά στοιχείαΕπεξεργασία

O Νίκος Τσεκούρας γεννήθηκε στην Αθήνα το Μάρτιο του 1911, από πατέρα ορμώμενο εξ Ευβοίας. Ο πατέρας του, Στυλιανός, πέθανε νωρίς κι ο νεαρός Νίκος αναγκάστηκε να επωμισθεί τις ευθύνες της οικογενειακής βιοτεχνίας παραγωγής αρωματικών σαπουνιών σε ηλικία μόλις 18 ετών – χωρίς να έχει την παραμικρή έφεση. Στο γραφείο της επιχείρησης, αντί να κοιτάζει τους λογαριασμούς, έγραφε ποιήματα.

Ετσι η οικογένεια έχασε το εργοστάσιο και ο Νίκος μπήκε στο δρόμο του: φανατικός φυσιολάτρης, είχε πάρει ήδη τα βουνά, και σε λίγο έγινε εκδότης (!), μαζί με τον Κλεόβουλο Δενδρινό και τον Κώστα Χρηστίδη, του περιοδικού «Εκδρομικά» (το πρωτο φυσιολατρικό-ορειβατικό περιοδικό που κυκλοφόρησε στην Ελλάδα) και αργότερα του περιοδικού «Καραμπόλα» που κυκλοφορούσε όποτε κατάφερνε η φυσιολατρική παρέα να εξοικονομήσει λίγα χρήματα για το χαρτί!

Η πρώτη του συνεργασία με πληρωμή, όταν εγκατέλειψε το σαπουνάδικο για να γίνει δημοσιογράφος, ήταν για τους «Άθλους του ενωμοτάρχη Φουντοτσάρουχου» (γραφικός τύπος επαρχιακού χωροφύλακα, εμπνευσμένος από τις «ιστορίες του χωριού» του ΣΤΑΜ-ΣΤΑΜ) που δημοσιεύονταν στο περιοδικό ΕΒΔΟΜΑΔΑ, προκαλώντας μεγάλο σπαζοκεφικό ενδιαφέρον.

Η αγάπη του για το θέατρο φάνηκε από πολύ νωρίς. Τα πρώτα δέκα χρόνια της ζωής του, τα πέρασε στην οδό Κουμουνδούρου ακριβώς απέναντι από την είσοδο των ηθοποιών του Εθνικού Θεάτρου. Όπως γράφει ο ίδιος: «...τα βράδυα, πριν έρθει η ώρα για το κρεβάτι, χάζευα από το παράθυρο μετρώντας τους ηθοποιούς που πήγαιναν για την παράσταση. Και ένα βράδυ, το έσκασα από το σπίτι λάθρα και έκανα το...ντεμπούτο μου στο θέατρο ως θεατής, δρασκελώντας την αφύλακτη πόρτα των παρασκηνίων. Δεν είδα όμως όλη την παράσταση –παιζόταν το «Φυντανάκι» του Παντελή Χόρν- γιατί συγκινήθηκα τόσο πολύ από το δράμα του γερο-ταχυδρόμου Βεάκη, που άρχισα να κλαίω γοερά, με αποτέλεσμα να με πετάξουν έξω. Αυτή ήταν η πρώτη γνωριμία μου με το θέατρο και με τον Βεάκη, που ύστερα από κάμποσα χρόνια θα γινόταν ο πρωταγωνιστής στο έργο μου «Αν δουλέψεις θα φάς» που με καθιέρωσε ως θεατρικό συγγραφέα.»

Το ξεκίνημά του για την κατάκτηση της θεατρικής σκηνής έγινε με το πρωτόλειό του «100 Χιλιάρικα». Να πως το έκρινε ο πρύτανις του ελληνικού θεάτρου Γρηγόρης Ξενόπουλος , στα «Αθηναϊκά Νέα», 10/1/1936: «Ένας νέος που δεν εφάνηκε ακόμη στο θέατρο,παρά γράφει με ψευδώνυμο σε διάφορα περιοδικά, ο κ. Ν. Τσεκούρας (Τσεκό) μου έφερε να διαβάσω το πρώτο του θεατρικό έργο Το έλεγε «100 χιλιάρικα». Άρχισα να το διαβάζω δοκιμαστικά και από την πρώτη εικόνα με τράβηξε τόσο, ωστε το τελείωσα την ίδια ημέρα...»

To πρώτο έργο του που ανέβηκε στη σκηνή ήταν το σχολικό δραματάκι «Τα Σουλιωτόπουλα δεν πέθαναν». Η Κρατική Επιτροπή Βράβευσης Σχολικών Έργων (1940) του υπουργείου Παιδείας (Κωστής Μπαστιάς, Λέων Κουκούλας Κωστής Βελμίρας, Γιάννης Λάμψας) του απένειμε το πρώτο βραβείο και από τότε βρίσκεται σε όλες τις σχολικές βιβλιοθήκες και παίζεται στις 25 Μαρτίου από πολλά σχολεία.

Θεατρική καριέραΕπεξεργασία

Σε ηλικία 28 ετών έκανε το ντεμπούτο του ως θεατρικός συγγραφέας, τον Μάιο του 1940 με την κωμωδία του «Άνθρωπος είμαι κι εγώ» που ανέβηκε στο θέατρο «Λυρικό», από τον θίασο Μαρίκας Κοτοπούλη και Βασίλη Λογοθετίδη. Παίχτηκε μόνον 30 ημέρες, στις παραμονές του πολέμου της Αλβανίας. Ακολούθησε ο «Μαγκούφης» που έκανε πρεμιέρα στις 23/1/41, στο θέατρο «Διάνα», με τον θίασο του Βασίλη Αργυρόπουλου. Ο συγγραφέας, φαντάρος τότε στη μονάδα προστασίας σιδηροδρόμων, το έγραψε κατά τη διάρκεια τεσσάρων ταξιδιών Αθήνα-Θεσσαλονίκη, μέσα στο τελευταίο ανοικτό βαγόνι, έτοιμος να καταρρίψει με το πολυβόλο του όποιο ιταλικό αεροπλάνο τολμούσε να πλησιάσει.

Το καλύτερο έργο του το έγραψε σε ηλικία 30 ετών. Το «Αν δουλέψεις θα φας» έκανε πρεμιέρα στο θέατρο «Λυρικό», στις 23/7/1945 από τον θίασο Ενωμένοι Καλλιτέχνες, με τον Αιμίλιο Βεάκη και τον Κώστα Γιαννίδη στους δυο βασικούς ρόλους. Σημείωσε θριαμβευτική επιτυχία και ουδέποτε έπαψε να χρησιμοποιείται σαν...σωσίβιο από επαρχιακούς θιάσους. Ο γιος του Βεάκη Γιάννης, αυτοεξόριστος λόγω φρονημάτων σκηνοθέτης, το ανέβασε στη Ρουμανία, και στις αυτάδελφες τότε κομμουνιστικές χώρες Βουλγαρία και Σερβία. Ο Αδαμάντιος Λεμός το ανέβασε στη Νέα Υόρκη για την ελληνική ομογένεια και τότε λίγο έλειψε να κάνει την τύχη του ο συγγραφέας: ο ελληνικής καταγωγής μάνατζερ της εταιρείας «Γουώρεν Μπράδερς» ζήτησε τα δικαιώματα του έργου για να γυριστεί ταινία.

Ο συγγραφέας έτρεξε στον Κάρολο Κουν που είχε εγκαταλείψει την έδρα του καθηγητή Αγγλικών στο Κολλέγιο και ξεκινούσε το «Θέατρο Τέχνης». Εκείνος δέχτηκε να κάνει τη μετάφραση στα Αγγλικά και σε ένα μήνα, το «Αν δουλέψεις θα φας», ταξίδευε για την Αμερική με το ταχυδρομείο. Ήταν όμως άτυχο. Όπως γράφει ο συγγραφέας «...το πογκρόμ των αριστερών συγγραφέων, ηθοποιών και γενικά των εργαζομένων στο θέαμα βρισκόταν στο ζενίθ από τον γερουσιαστή Μακάρθι που είχε αναλάβει τον εξοστρακισμό από τη χώρα της Ελευθερίας κάθε ρέποντα στον αριστερισμό Αμερικανό ή αλλοδαπό...» Το έργο είχε παιχτεί από τον γιό του Βεάκη σε κομμουνιστικές χώρες, άρα δεν είχε καμία ελπίδα στις ΗΠΑ.

Ακολούθησε ο «Πομπός Ευτυχίας» που έκανε πρεμιέρα στο θέατρο «Ρεξ» στις 8/3/1946, με τον θίασο Μαρίκας Κοτοπούλη και πρωταγωνιστή τον Βασίλη Λογοθετίδη. «Κομεντί πλημμυρισμένη ανθρωπιά και τρυφερότητα» το χαρακτήρισε σε χρονογράφημά του στο «Ελεύθερο Βήμα» ο Παύλος Παλαιολόγος. Τρία χρόνια αργότερα (30/11/49) ανέβηκε στο θέατρο «Κεντρικό» η κωμωδία «Ο καλός καλό δε βλέπει», από τον θίασο του Βασίλη Λογοθετίδη. «Έχει μια τεχνική σπάνια και μια πλοκή που θυμίζει τον Φεϋντώ», έγραψε ο Άγγελος Τερζάκης, φτασμένος συγγραφέας και εισηγητής, τότε, δραματολογίου στο Εθνικό Θέατρο. Με την επόμενη κωμωδία του «Καραντίνα στον έρωτα» που ανέβηκε στο θέατρο «Σαμαρτζή»στις 22/5/1952, έκανε το θιασαρχικό του ντεμπούτο ο Μίμης Φωτόπουλος γνωστός από τη θριαμβευτική του επιτυχία στον κινηματογράφο, στις ταινίες της «ΦΙΝΟΣφίλμς». Μια ακόμη κωμωδία του με τίτλο «Τρεις πετεινοί σε ένα κοτέτσι» ανέβηκε στις 3/8/1955 στο θέατρο «Γκλόρια» από τον θίασο Μιράντας- Κωνσταντάρα- Μήλα.

Το έργο του «Ο Μονοσάνταλος» ανέβηκε στο «Δημοτικό θέατρο» Πειραιά στις 30/11/1955 από τον θίασο του Μάνου Κατράκη και χαρακτηρίστηκε από την κριτική ισάξιο του «Αν δουλέψεις θα φας». Ακολούθησαν οι «Καϋμοί της λιμνοθάλασσας», παραγγελία της Ελληνικής Περιηγητικής Λέσχης, που ανέβηκε 26-27/4/1956 σε δύο παραστάσεις στο Μεσολόγγι, στην όχθη της λιμνοθάλασσας, γράφτηκε επί τόπου σε τρεις εβδομάδες. Σκηνοθετημένο από τον Πέλο Κατσέλη, πρωταγωνιστούσε η Αλέκα Κατσέλη, με υπόθεση τους αγώνες των ντόπιων ψαράδων για ν´απαλλαγούν από την εκμετάλλευση των χονδρεμπόρων. Είχε 15.000 θεατές και ο συγγραφέας τιμήθηκε με το χρυσό μετάλλιο της Ιερής Πόλης και ανακηρύχθηκε επίτιμος δημότης Μεσολογγίου. Το έργο έγινε και ταινία από την «ΑΝΖΕΡΒΟΣ» με τίτλο «Η λίμνη των πόθων», με πρωταγωνιστές την Γιώργο Φούντα, την Τζένη Καρέζη και την θριαμβεύτρια των Καλλιστείων 1958 «σταρ Ελλάς» Σόνια Ζωίδου. Η ταινία κέρδισε βραβεία σε διάφορα κινηματογραφικά φεστιβάλ.

Έγραψε σενάρια και για άλλες ταινίες, όπως η «Ζηλιάρα», με τη Ρένα Βλαχοπούλου και τον Γιώργο Κωνσταντίνου, παραγωγή της εταιρείας «Καραγιάννης-Καρατζόπουλος» και σκηνοθεσία Κώστα Καραγιάννη. Επίσης το «Ματωμένο χώμα», με πρωταγωνιστές τον Παντελή Ζερβό και τη Νόρα Κατσέλη, σε παραγωγή και σκηνοθεσία Βαγγέλη Μελισσινού. Έγραψε επίσης το κωμικό τηλεοπτικό κωμικό σήριαλ «Κάθε κατεργάρης στον πάγκο του» -διασκευή από θεατρικό έργο του που δεν ανέβηκε ποτέ στη σκηνή- που μεταδόθηκε σε 20 συνέχειες από το κανάλι της ΕΡΤ.

Υπάρχουν στο θεατρικό μουσείο δύο ακόμη έργα του που δεν γνώρισαν τον παράδεισο της σκηνής. Είναι ο «Καταραμένος Άγιος», με 12 εικόνες και 30 ηθοποιούς που ζωντανεύει τη ζωή του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη. Κέρδισε εύφημο μνεία στον κρατικό θεατρικό διαγωνισμό. Επρόκειτο να το ανεβάσει ο Μάνος Κατράκης στο Πεδίο του Άρεως, αλλά δεν πρόλαβε γιατί αρρώστησε και ακολούθησε ο θάνατός του. Για δεύτερη φορά εγκρίθηκε από την επιτροπή του Εθνικού Θεάτρου την εποχή της χούντας των συνταγματαρχών, αλλά ήρθε η μεταπολίτευση και η νέα διοίκηση της Κρατικής Σκηνής αρνήθηκε να ανεβάσει έργο που είχε εγκριθεί από τη χουντική διοίκηση. Στο θεατρικό μουσείο αναπαύεται και ο «Πρώτος δημοκράτης», έργο επίσης πολυπρόσωπο που παρουσιάζει τη ζωή και το έργο του Ρόκου Χοϊδά, του πρώτου «κοινωνιστή-επαναστάτη», την εποχή που δεν είχε ακόμη εμφανιστεί ο κομμουνισμός. Το έργο κέρδισε έπαινο στον κρατικό θεατρικό διαγωνισμό. Τέλος, στο θεατρικό μουσείο υπάρχει και η άπαιχτη κωμωδία του «Ρήγας-ντάμα-βαλές» που είχε εγκριθεί από τον θίασο Παπάς-Λαμπέτη-Χορν, αλλά δεν ανέβηκε ποτέ γιατί ο θίασος διαλύθηκε.

Δημοσιογραφική καριέραΕπεξεργασία

Η θεατρική καριέρα του Νίκου Τσεκούρα έγινε...λάθρα -όπως γράφει ο ίδιος- κλέβοντας χρόνο από τη δημοσιογραφία που ήταν η βιοποριστική του απασχόληση. H επιτυχία του «Φουντοτσάρουχου»του άνοιξε το δρόμο για ν’ αρχίσει τη συνεργασία του με εύθυμες ιστορίες στα περιοδικά μεγάλης κυκλοφορίας «ΑΤΛΑΝΤΙΣ», «ΘΗΣΑΥΡΟΣ», «ΠΑΝΘΕΟΝ», «ΡΟΜΑΝΤΖΟ». Ακολούθησε η «ΜΑΣΚΑ» του –εκδότης ο βιβλιοπώλης Σαλίβερος και διευθυντής ο Απόστολος Μαγγανάρης- με τις περιπέτειες του θρυλικού «Ντετέκτιβ Χ» που τις υπέγραφε ως Νικ Χάτσετ. Όταν μετέφραζαν τις πραγματικές ιστορίες του Μπραντ Χάουζ, οι αναγνώστες της «ΜΑΣΚΑΣ» διαμαρτύρονταν, ζητώντας τα...γνήσια κείμενα! Παράλληλα συνεργαζόταν με τους εκδότες Μήτσο Δαρεμά και Ηλία Καμπανά συγγράφοντας αναγνώσματα , «Η Ιστορία της Κασσιανής», «Παραμύθια της Χαλιμάς», «Μύθοι του Λαφονταίν» λαϊκής κατανάλωσης.

Στην περίοδο της γερμανο-ιταλικής κατοχής βοήθησε στη σύνταξη της παράνομης εφημερίδα του ΕΑΜ «ΕΞΟΡΜΗΣΗ», η οποία κυκλοφορούσε από χέρι σε χέρι. Οταν τελείωσε ο πόλεμος, βρήκε συμπαραστάτη τον Κίμωνα Θεοδωρόπουλο (ΜΕΓΑΛΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΓΚΥΚΛΟΠΑΙΔΕΙΑ «ΠΥΡΣΟΣ») και έστησαν το «ΕΛΛΗΝΟΠΟΥΛΟ», με το σκεπτικό ότι χρειαζόταν ένα νεανικό περιοδικό για να αντικαταστήσει τη θρυλική «Διάπλαση των Παίδων» του Γρηγόρη Ξενόπουλου, ο οποίος είχε πεθάνει στην κατοχή. Το πρώτο φύλλο ωστόσο απέτυχε και επειδή δεν υπήρχε οικονομική άνεση, ο Θεοδωρόπουλος δεν μπορούσε να συνεχίσει. Τη λύση την έδωσε ο Μανώλης Σκουλούδης, προτείνοντας να αναλάβουν τη συνέχεια της έκδοσης οι Πέτρος και Σπύρος Δημητράκος, γιοί του Δημήτρη, του «Αρχαίου Εκδοτικού Οίκου» που είχε το βιβλιοπωλείο του στην πλατεία Συντάγματος.

Εγκαταλείποντας την ξεπερασμένη πια «συνταγή» της «Διάπλασης των Παίδων» έβγαλε ένα «ΕΛΛΗΝΟΠΟΥΛΟ» αναγεννημένο, με έγχρωμο εξώφυλλο του Αλέκου Κοντόπουλου (που έγινε τακτικός συνεργάτης του περιοδικού μαζί με άλλους μεγάλους ζωγράφους), τυπωμένο σε όφσετ, με εικονογραφημένα αναγνώσματα (τα πρώτα «κόμικς» στην Ελλάδα) . Η επιτυχία ήταν τεράστια, καθώς εξελίχθηκε σε μέσον επικοινωνίας των αναγνωστών του. Μέσα από τις στήλες της αλληλογραφίας με τη ρουμπρίκα «Μεταξύ μας» οι φανατικοί αναγνώστες του αντάλλασσαν ιδέες, απόψεις και πνευματικούς διαξιφισμούς. Άνθρωποι καταξιωμένοι σήμερα στον χώρο τους, ονόματα γνωστά, θεωρούν το «ΕΛΛΗΝΟΠΟΥΛΟ» αφετηρία για την εξέλιξη της ζωής τους, σε εκείνα τα δύσκολα μετακατοχικά χρόνια. Είναι ακόμη σήμερα (2006) ζωντανή και δραστήρια μια όμορφη παρέα «μεταξυ μάχων», ο ΣΎνδεσμος Αναγνωστών και Συνεργατών Περιοδικού Ελληνόπουλο με 150 μέλη, που ιδρύθηκε το 1986. Φαινόμενο μοναδικό για ένα περιοδικό που έκλεισε πριν από μισόν αιώνα και πλέον.

Μετά το «ΕΛΛΗΝΟΠΟΥΛΟ» ακολούθησε το «ΣΙΝΕΑΚ» χωρίς ιδιαίτερη επιτυχία και στη συνέχεια το επίσης βραχύβιο «ΜΕΓΑΛΟ ΕΛΛΗΝΟΠΟΥΛΟ». Με αυτό έδωσε τέλος στην εκδοτική του καριέρα για να επιστρέψει στην δημοσιογραφία, δουλεύοντας κατά διαστήματα στις εφημερίδες «ΑΘΗΝΑΪΚΗ», «ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΚΟΣΜΟΣ» και για τέσσερα χρόνια ως αρχισυντάκτης στο εβδομαδιαίο «ΕΜΠΡΟΣ» του Παράσχου. Μετά από μια αποτυχημένη προσπάθεια επανέκδοσης του περιοδικού «ΜΠΟΥΚΕΤΟ», σκάρωσε το θρυλικό «ΧΤΥΠΟΚΑΡΔΙ» με χορηγό τον εκδότη Μιχο Σαλίβερο. Στο ερωτικο-σπαζοκεφικό αυτό έντυπο συνεργάστηκαν υπογράφοντας με ψευδώνυμο γνωστοί λογοτέχνες, όπως ο Μ. Καραγάτσης, ο Κωστής Βελμύρας, ο Μανώλης Σκουλούδης, ο Νίκος Μαράκης, ο Θέμος Ποταμιάνος. Η επιτυχία ήταν τεράστια αλλά το πολέμησε μετά μανίας η εκκλησιαστική οργάνωση ΖΩΗ , ως «αισχρούργημα» με αλλεπάλληλες μηνύσεις των μητροπολιτών σε ολόκληρη την ελληνική επικράτεια. Τελικά ο Σαλίβερος αναγκάστηκε να διακόψει την έκδοση για να μην βρεθεί στη φυλακή και ο Νίκος Τσεκούρας ολοκλήρωσε την περιπετειώδη 60 χρόνων δημοσιογραφική του καριέρα στις εκδόσεις ΤΕΡΖΟΠΟΥΛΟΥ.

Μέλος της Ελληνικής Εταιρείας Θεατρικών Συγγραφέων και της Ένωσης Συντακτών Περιοδικού Τύπου. Παντρεύτηκε τη Σοφία Γιαννακουλοπούλου που του χάρισε δύο παιδιά, τον Όλυμπο και τη Χλόη. Από τον Όλυμπο και την Διονυσία Μαρκαναστασάκη έχει δύο εγγονές, τη Σοφία και την Όλγα, ενώ από τη Χλόη και τον Θεόφιλο Αιγινίτη έναν εγγονό, τον Ιάσονα.

Εξωτερικοί σύνδεσμοιΕπεξεργασία