Άνοιγμα κυρίου μενού

Η νυφίτσα (Mustela nivalis) είναι σαρκοφάγο θηλαστικό της οικογένειας των Ικτιδών. Συναντάται στην Ευρώπη, την Ασία, στην Βόρεια Αμερική και στην βόρεια Αφρική, ενώ τα τελευταία χρόνια έχει εισαχθεί και στη Νέα Ζηλανδία.[1]

Νυφίτσα
Χρονικό πλαίσιο απολιθωμάτων:
Ύστερο Πλειστόκαινο έως σήμερα
Νυφίτσα (καλοκαιρινό τρίχωμα)
Νυφίτσα (καλοκαιρινό τρίχωμα)
Κατάσταση διατήρησης
Status iucn3.1 LC el.svg
Ελαχίστης Ανησυχίας (IUCN 3.1)
Συστηματική ταξινόμηση
Βασίλειο: Ζώα (Animalia)
Συνομοταξία: Χορδωτά (Chordata)
Ομοταξία: Θηλαστικά (Mammalia)
Τάξη: Σαρκοφάγα (Carnivora)
Οικογένεια: Ικτίδες (Mustelidae)
Υποοικογένεια: Ικτίνες (Mustelinae)
Γένος: Ικτίς (Mustela)
Είδος: M. nivalis
Διώνυμο
Mustela nivalis (Ικτίς η χιονώδης)
L., 1766

Πίνακας περιεχομένων

ΧαρακτηριστικάΕπεξεργασία

 
Νυφίτσα στον Σχινιά

Έχει επίμηκες και λεπτό σώμα, μήκους περίπου 20-30 εκ. Έχει πεπλατυσμένο και στενό κεφάλι, με μεγάλα μαύρα μάτια, μεγάλα στρογγυλά αυτιά και μακρύ λαιμό. Τα άκρα της είναι κοντά αλλά ρωμαλαία, εφοδιασμένα με αιχμηρά και κοφτερά νύχια και το σώμα της καλύπτεται όλο το χρόνο από κοντό και απαλό τρίχωμα, το οποίο είναι καστανό στη ράχη και λευκό με καφέ κηλίδες στην κοιλιά. Στους βόρειους πληθυσμούς το τρίχωμα γίνεται τελείως λευκό κατά τη διάρκεια του χειμώνα. Διαθέτει πλήρη οδοντοστοιχία με τέσσερις ισχυρούς κυνόδοντες. Αν αιχμαλωτισθεί σε μικρή ηλικία, μπορεί εύκολα να εξημερωθεί και να χρησιμοποιηθεί στο κυνήγι των ποντικών. Στην αρχαία Αθήνα ήταν οικόσιτο που αντικαταστάθηκε όμως με ένα νέο είδος που εισήχθηκε από την Αίγυπτο, τη γαλή δηλ. τη σημερινή γάτα γιατί εκκρίνουν ένα δύσοσμο υγρό λόγω πρωκτικών αδένων που διαθέτουν, το οποίο χρησιμοποιείται ως αμυντικός μηχανισμός.

Η νυφίτσα αναφέρεται πολλές φορές σε μύθους και παραδόσεις διαφόρων χωρών]] Η νυφίτσα ζει σε ποικιλία ενδιαιτημάτων, όπως σε ανοιχτά δάση, λιβάδια, στέπες και ημιερημικές περιοχες. κατασκευάζει τη φωλιά της σε τρύπες του εδάφους ή σε κοιλότητες δέντρων. Είναι μοναχικό ζώο και δραστηριοποιείται κυρίως κατά τη διάρκεια της νύχτας. Η τροφή της αποτελείται κατά κανόνα από τρωκτικά. όταν αυτά σπανίζουν, τρέφεται με κουνέλια, αυγά, πούλια, έντομα, σαύρες κ.ά.. Επιτίθεται στα θύματά της δαγκώνοντάς τα με τους ισχυρούς της κυνόδοντες.

ΑναπαραγωγήΕπεξεργασία

Μπορεί να να αναπαράγεται σε όλη τη διάρκεια του χρόνου, αν και προτιμά την άνοιξη και το καλοκαίρι. Η κύηση διαρκεί έξι εβδομάδες και ο αριθμός των μικρών κυμαίνεται από τέσσερα έως οκτώ.[2]


ΠαραπομπέςΕπεξεργασία

  1. Εγκυκλοπαίδεια Δομή, τόμ.21, σ. 21 ISBN 960-8177-71-5
  2. Ζωολογία, Εκδοτική Αθηνών, σ. 241, 1983

Εξωτερικοί σύνδεσμοιΕπεξεργασία