Πάνορμος

σελίδα αποσαφήνισης εγχειρημάτων Wikimedia

Ο όρος Πάνορμος είναι αρχαίος ελληνικός τον οποίο αναφέρει και ο Όμηρος. Πάνορμος χαρακτηρίζεται γενικά όρμος, ή λιμένας που παρέχει ιδιαίτερη ασφάλεια επί παντός καιρού, προέρχεται εκ των λέξεων παν + ορμίζομαι (με ασφάλεια), όπως είναι για παράδειγμα ο μεγάλος και ασφαλής όρμος της Μήλου.

Στην αρχαιότητα, ακόμη και από την ομηρική εποχή ο όρος αυτός φέρονταν ως επίθετο όπως αποδεικνύει σχετικός στίχος της Οδύσσειας: "ατραπιτοί τε διηνεκέες λιμένες τε πάνορμοι πέτραι τ΄ ηλίβατοι και δένδρεα τηλεθόωντα".
Εξ αυτού προήλθε στην αρχαία ελληνική γλώσσα και το όνομα διαφόρων πόλεων "ευλίμενων" , αλλά και στη νεοελληνκή κυριαρχεί σε τοπωνύμια που φέρουν αυτό το όνομα, αν και πολλοί εξ αυτών των σύγχρονων φερώνυμων όρμων και λιμένων δεν δικαιούνται τον χαρακτηρισμό του Πανόρμου. Τούτο όμως έχει συμβεί περισσότερο για λόγους τουριστικούς και προβολής, έστω και για μερική (σε συγκεκριμένους ανέμους) παρεχόμενη ασφάλεια σε προσέγγιση πλοίων και σκαφών.

Με το όνομα Πάνορμος είναι γνωστές πολλές αρχαίες πόλεις και σήμερα όρμοι και παραλίες . Οι γνωστότερες είναι:

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  • Παλέρμο, πόλη της Σικελίας, το αρχαίο ελληνικό όνομα της οποίας ήταν Πάνορμος.



 
Αυτή είναι μια σελίδα αποσαφήνισης, δηλαδή μια σελίδα που δείχνει άλλες που θα είχαν το ίδιο όνομα με αυτήν.
Εάν ακολουθήσατε μια σύνδεση εδώ, μπορεί να θελήσετε να επιστρέψετε και να διορθώσετε τον σύνδεσμο για να συνδέει προς την κατάλληλη συγκεκριμένη σελίδα.