Ρομπέρτο Φαρινάτσι

Ιταλός δικηγόρος και πολιτικός

Ο Ρομπέρτο Φαρινάτσι (ιταλικά: Roberto Farinacci‎, γνωστός σαν «ρας (πρίγκιπας) της Κρεμόνα», Ισέρνια, Αμπρούτσο, 16 Οκτωβρίου 1892 – Βιμερκάτε, 28 Απριλίου 1945) ήταν Ιταλός δικηγόρος, πολιτικός, ιδρυτικό μέλος του φασιστικού κινήματος και από τους άμεσους συνεργάτες του δικτάτορα Μπενίτο Μουσολίνι. Μετά την κατάρρευση του φασιστικού καθεστώτος της Ιταλίας φυγαδεύτηκε από τους Γερμανούς και ανέλαβε υπουργική θέση στη Δημοκρατία του Σαλό, αλλά τελικά συνελήφθη από τους Ιταλούς παρτιζάνους, δικάστηκε και εκτελέστηκε σε ηλικία 52 ετών.

Ρομπέρτο Φαρινάτσι
Roberto Farinacci 1925.jpg
Γενικές πληροφορίες
Όνομα στη
μητρική γλώσσα
Roberto Farinacci (Ιταλικά)
Γέννηση16  Οκτωβρίου 1892[1][2][3]
Ισέρνια
Θάνατος28  Απριλίου 1945[1][2][3]
Βιμερκάτε
Αιτία θανάτουτραύμα από πυροβολισμό
Χώρα πολιτογράφησηςΒασίλειο της Ιταλίας
Εκπαίδευση και γλώσσες
Ομιλούμενες γλώσσεςΙταλικά[4][5]
Εκπαίδευσηlaurea
ΣπουδέςΠανεπιστήμιο της Μοντένα και του Ρέτζιο Εμίλια
Πληροφορίες ασχολίας
Ιδιότηταπολιτικός
δημοσιογράφος
δικηγόρος[6]
Πολιτική τοποθέτηση
Πολιτικό κόμμα/ΚίνημαΕθνικό Φασιστικό Κόμμα
Στρατιωτική σταδιοδρομία
Βαθμός/στρατόςστρατηγός/βασιλικός ιταλικός στρατός
Αξιώματα και βραβεύσεις
Αξίωμαμέλος της Βουλής των Αντιπροσώπων του Βασιλείου της Ιταλίας (1921–1924)[7]
μέλος της Βουλής των Αντιπροσώπων του Βασιλείου της Ιταλίας (1924–1929)[7]
μέλος της Βουλής των Αντιπροσώπων του Βασιλείου της Ιταλίας (1929–1934)[7]
μέλος της Βουλής των Αντιπροσώπων του Βασιλείου της Ιταλίας (1934–1939)[7]
Σύμβουλος του Εμπορικού Επιμελητηρίου (1939–1943)[7]
ΒραβεύσειςΜεγαλόσταυρος του Αυτοκρατορικού Τάγματος των Κόκκινων Βελών (1938)[8]
Commander's Grand Crosses of the Order of the Lithuanian Grand Duke Gediminas
Commons page Σχετικά πολυμέσα

Τα πρώτα χρόνιαΕπεξεργασία

Τρίτος υιός ενός αστυνομικού της Κρεμόνα, ο Ρομπέρτο από μικρός εντάχτηκε, όπως και ο «Ντούτσε» στη μετριοπαθή πτέρυγα των Σοσιαλδημοκρατών και προερχόταν από τους λεγόμενους «ρεφορμιστές». Πρότυπο της πολιτικής του δράσης θεωρούσε τον ιδεαλιστή Λεωνίδα Μπισσολάτι, τον οποίο ο Μουσολίνι τελικά εκδίωξε και που ο Φαρινάτσι περιέγραφε σαν «μία ευγενική ψυχή αποστόλου, όχι πολιτικού». Τα πρώτα νεανικά του χρόνια εργάστηκε σαν υπάλληλος σιδηροδρόμων, στο μικρό σταθμό της Βιλέτας Μαλαντίτο, όπου και θεωρούνταν από τους προϊσταμένους του, ως αναντικατάστατος. Αυτός ήταν ο λόγος που η υπηρεσία του δεν του επέτρεψε να στρατευτεί, όπως ο ίδιος επιθυμούσε διακαώς, στον Α΄Παγκόσμιο Πόλεμο. Τελικά πέτυχε να βρεθεί στο μέτωπο για ένα σύντομο διάστημα, το 1917. Ενώ ήταν απαίδευτος (δεν είχε λάβει αξιόλογη μόρφωση), εντούτοις στη συνέχεια, εκμεταλλευόμενος τις διάφορες διασυνδέσεις που φρόντισε να αναπτύξει με τοπικούς, ισχυρούς παράγοντες, πέτυχε να κερδίσει άδεια δικηγόρου, μετά από μία παράνομη υποβολή πτυχιακής εργασίας. Την ίδια εποχή νυμφεύτηκε την Ανίτα Μπερτολάτσι, κόρη ενός σοσιαλιστή που αρθρογραφούσε στην εφημερίδα «Σκουίλα». Μαζί της απέκτησε δύο παιδιά, ένα αγόρι κι ένα κορίτσι, αλλά παρότι την αγαπούσε, συνήθιζε να την απατά συχνότατα, καθώς η συμπεριφορά αυτή λειτουργούσε, βάσει της θεωρίας που επικρατούσε μεταξύ των ανδρών του κύκλου του, ως ένδειξη ανδρισμού. Διέδιδε πως είχε χάσει το ένα του χέρι στην Ανατολική Αφρική, πολεμώντας στην εκεί εκστρατεία κατά της Αβησσυνίας του Χαϊλέ Σελασιέ, ενώ στην πραγματικότητα είχε ακρωτηριαστεί επιχειρώντας να ψαρέψει με δυναμίτη.

Μέλος του φασιστικού κόμματοςΕπεξεργασία

Στις 23 Μαρτίου του 1919, στην πλατεία Σαν Πεκόλκρο του Μιλάνο έγινε η πρώτη μαζική εκδήλωση που οδήγησε στη δημιουργία του φασιστικού κόμματος, του οποίου ο Φαρινάτσι ήταν από τους πρωτεργάτες. Παράλληλα, απασχολούνταν ως ανταποκριτής της εφημερίδας «Πόπολο ντ’ Ιτάλια» (που εξέδιδε ο Μουσολίνι) στην Κρεμόνα. Μετά την επικράτηση του κινήματος και την κατάληψη της εξουσίας από τους φασίστες του Μουσολίνι, ο Φαρινάτσι αναδείχτηκε σαν ένας από τους πλέον ανελέητους και πιστούς υποστηρικτές της δικτατορίας, βάναυσος (εκτιμάται ότι υπήρξε σκληρότερος ακόμη και του ίδιου του αρχηγού του), αδιάλλακτος (ήταν ο μόνος, ουσιαστικά, υψηλόβαθμος αξιωματούχος του καθεστώτος που δεν διαφοροποίησε ποτέ τη θέση του, καθ' όλη τη διάρκεια της φασιστικής 20ετίας), βίαιος προς τους πολιτικούς του αντιπάλους αλλά και οξυδερκής, θαρραλέος και πανέξυπνος δημόσιος άνδρας, που δεν του ανατέθηκε, ωστόσο, κάποια κορυφαία κυβερνητική θέση. Είναι χαρακτηριστικό μάλιστα, ότι ανέλαβε για πρώτη φορά υπουργικό χαρτοφυλάκιο, μόλις το 1938. Η σχέση του με το Μουσολίνι υπήρξε ταραχώδης και οι δύο άνδρες αλληλοκατηγορούνταν, συνήθως μέσω ανταλλαγής επιστολών. Υπήρξε επίσης, επίμονος αντίπαλος του στρατάρχη Πιέτρο Μπαντόλιο, ακόμη και από την προπολεμική εποχή που ο τελευταίος είχε κατακτήσει την Αιθιοπία.

Εγκληματική δράσηΕπεξεργασία

Ο Φαρινάτσι επιδόθηκε σε σκληρή και συστηματική τρομοκράτηση των αντικαθεστωτικών, κατηγορούμενος για κακοποιήσεις, βασανισμούς και διώξεις, ενώ βαρύνεται με τη δολοφονία του επαρχιακού συμβούλου Αττίλιο Μπολντόρι. Το μίσος του για τη σοσιαλιστική δράση εκφράστηκε έντονα στη δίκη των εκτελεστών του τολμηρού δημοκράτη Τζάκομο Ματτεόττι, στην οποία κατέθεσε υπέρ τους, ενώ δε δίστασε να χαρακτηρίσει με απαράδεκτες εκφράσεις το θύμα της δολοφονίας, που διαπράχθηκε στις 10 Ιουνίου του 1924.

Λάτρης του ΆξοναΕπεξεργασία

Ο Φαρινάτσι ήταν πρόμαχος και ένθερμος θιασώτης της προσέγγισης με τη Ναζιστική Γερμανία, ένας λάτρης του Άξονα μεταξύ Βερολίνου και Ρώμης, αλλά και σε προσωπικό επίπεδο, φανατικός οπαδός του ίδιου του Χίτλερ από το 1940, όταν τον γνώρισε διά ζώσης. Ακολούθως φέρεται να είπε «τώρα μπορώ να πεθάνω». Μετά την Ιταλική συνθηκολόγηση (Ιούλιος 1943) κατέφυγε στη Γερμανική Πρεσβεία, απαιτώντας να τον μεταφέρουν αεροπορικώς στη Γερμανία, ντυμένο με τη στολή των Ες Ες. Ακολούθως διορίστηκε υπουργός της Δημοκρατίας του Σαλό. Μετά την επικράτηση των Συμμάχων σε ολόκληρη την Ιταλική χερσόνησο (1945) ο Φαρινάτσι προσπάθησε να διαφύγει ξανά, αλλά στις 27 Απριλίου έπεσε στα χέρια των Ιταλών αντιστασιακών και οδηγήθηκε στην έδρα της παρτιζάνικης Ταξιαρχίας «Άντα».

Η καταδίκη και το τέλοςΕπεξεργασία

Την επομένη της σύλληψής του, οδηγήθηκε μπροστά σε λαϊκό δικαστήριο που τον καταδίκασε σε θάνατο δια τουφεκισμού. Ο ίδιος ζήτησε να τον πυροβολήσουν στο στήθος, ως ένδειξη τιμής, αλλά το αίτημά του δεν έγινε δεκτό και διατάχτηκε να γυρίσει τα νώτα του στο απόσπασμα. Σύμφωνα με κάποιες μαρτυρίες, ο Φαρινάτσι πρόλαβε να στρίψει το σώμα του τη στιγμή που η ποινή εκτελείτο, κραυγάζοντας «Ζήτω η Ιταλία».

ΠηγέςΕπεξεργασία

ΠαραπομπέςΕπεξεργασία

  1. 1,0 1,1 1,2 Εθνική Βιβλιοθήκη της Γαλλίας: (Γαλλικά) καθιερωμένοι όροι της Εθνικής Βιβλιοθήκης της Γαλλίας. data.bnf.fr/ark:/12148/cb12518151m. Ανακτήθηκε στις 10  Οκτωβρίου 2015.
  2. 2,0 2,1 2,2 «Encyclopædia Britannica» (Αγγλικά) biography/Roberto-Farinacci. Ανακτήθηκε στις 9  Οκτωβρίου 2017.
  3. 3,0 3,1 3,2 (Γερμανικά) Εγκυκλοπαίδεια Μπρόκχαους. farinacci-roberto. Ανακτήθηκε στις 9  Οκτωβρίου 2017.
  4. Εθνική Βιβλιοθήκη της Γαλλίας: (Γαλλικά) καθιερωμένοι όροι της Εθνικής Βιβλιοθήκης της Γαλλίας. data.bnf.fr/ark:/12148/cb12518151m. Ανακτήθηκε στις 10  Οκτωβρίου 2015.
  5. Czech National Authority Database. xx0238276. Ανακτήθηκε στις 1  Μαρτίου 2022.
  6. Ανακτήθηκε στις 20  Ιουνίου 2019.
  7. 7,0 7,1 7,2 7,3 7,4 storia.camera.it/deputato/roberto-farinacci-18921016. Ανακτήθηκε στις 8  Μαΐου 2019.
  8. www.boe.es/datos/pdfs/BOE//1938/093/A01550-01551.pdf. Ανακτήθηκε στις 13  Αυγούστου 2017.