Η Γρηγορία (Ρούλα) Κουκούλου (1916 - 21 Ιανουαρίου 1997) υπήρξε ηγετικό στέλεχος του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδας (ΚΚΕ). Στα χρόνια της Μεταπολίτευσης, επί ηγεσίας Χαρίλαου Φλωράκη, ήταν μέλος του Πολιτικού Γραφείου, υπεύθυνη για ζητήματα πολιτισμού και καλλιτεχνών.[1] Ωστόσο, είναι κυρίως γνωστή ως σύζυγος του ιστορικού γραμματέα του ΚΚΕ την περίοδο του εμφυλίου πολέμου, Νίκου Ζαχαριάδη, με τον οποίο απέκτησαν έναν γιο.

ΒίοςΕπεξεργασία

Γεννήθηκε το 1916 στη Νάουσα.[2] Από πολύ νεαρή ηλικία, έγινε γνωστή στη Νάουσα, καθώς οργάνωνε και πρωταγωνιστούσε σε σχολικές θεατρικές παραστάσεις[3] και πραγματοποιούσε διαλέξεις για γυναικεία θέματα στον «κύκλο της Ναουσαίας γυναίκας».[3]

Ως μαθήτρια, κέρδισε βραβείο για έκθεση ιδεών, την οποία διάβασε σε μαθητές και καθηγητές της Μαρασλείου Παιδαγωγικής Ακαδημίας στην Αθήνα, της οποίας ο διευθυντής τη συμβούλεψε «να γράφεις, διότι ξέρεις να γράφεις».[3]

Συμμαθητής και παιδικός φίλος της ήταν ο Άγγελος Βαλταδώρος, μετέπειτα στενός συνεργάτης του πρωθυπουργού Κωνσταντίνου Καραμανλή, γενικός γραμματέας του Υπουργείου Βορείου Ελλάδος (1977-1981) και βουλευτής Ημαθίας της Νέας Δημοκρατίας (1981-1989). Σύμφωνα με τον Βαλταδώρο, η Κουκούλου είχε αναστατώσει όλη τη Νάουσα, καθώς το 1933, όντας ανήλικη μαθήτρια 17 ετών, είχε συνάψει ερωτική σχέση με έναν καθηγητή του σχολείου. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα την πραγματοποίηση συλλαλητηρίου μαθητών και καθηγητών του σχολείου εναντίον της, επειδή «έβλαψε την τιμή της πόλης».[3]

Ο Βαλταδώρος όμως διευκρίνισε ότι το συλλαλητήριο έγινε για λόγους ζηλοτυπίας: «άπαντες ζηλιαρόγατοι, γιατί μας πήρε ο καθηγητής την ωραία Ελένη-Ρούλα, που στη συνέχεια ο άνθρωπος τη στεφανώθηκε... Ψηλή, λυγερόκορμη, πρόσωπο όμορφο με συμμετρικές γραμμές, σώμα με εξαιρετικές σωματικές αναλογίες, κάτι μεταξύ Μελίνας Μερκούρη και Ρίτας Χέιγουορθ. Άναβε και ξυπνούσε πόθους κάτω από τα θρανία».[3]

Έγινε μέλος του (παράνομου τότε) ΚΚΕ το 1937.[2] Επί Κατοχής,έγινε μέλος του ΕΑΜ και εγκαταστάθηκε αρχικά στη Λακωνία και έπειτα στη Μεσσηνία, σαν γραμματέας της ΑΕ Καλαμάτας στην αρχή και οργανωτική γραμματέας Μεσσηνίας στη συνέχεια, με καθοδηγητές της τον Νίκο Μπελογιάννη και τον Γιώργο Τσιτήλο.[2]

Μετά το 7ο Συνέδριο του ΚΚΕ (1945) η Ρούλα Κουκούλου εγκαταστάθηκε στον Πειραιά. Ήταν μέλος της Επιτροπής Πόλης, υπεύθυνη για τη γυναικεία δουλειά, μέχρι το 1946. Μέχρι το 1947 είχε την ευθύνη για το γυναικείο κίνημα, που τότε εκφραζόταν κυρίως μέσα από την ΠΟΓ (Πανελλήνια Ομοσπονδία Γυναικών), που είχε πάνω από 200 χιλιάδες μέλη.[2]

Τον Οκτώβριο του 1947 βγήκε στο βουνό και εντάχθηκε στον ΔΣΕ, με ειδική ευθύνη για τις γυναίκες μαχήτριες του ΔΣΕ. Μετά την ήττα του ΔΣΕ κατέφυγε στις σοσιαλιστικές χώρες της Ανατολικής Ευρώπης. Το 1952 έγινε μέλος της Κεντρικής Επιτροπής (ΚΕ) του ΚΚΕ.[2]

Το 1955 η Ρούλα Κουκούλου ήρθε στην Ελλάδα παράνομα. Συνελήφθη το 1956 και φυλακίστηκε στις φυλακές Αβέρωφ στην Αθήνα και έπειτα στο Επταπύργιο της Θεσσαλονίκης.[2] Πέρασε από 4 δίκες και καταδικάστηκε σε 15 χρόνια φυλάκισης. Το 1960 πέρασε από Στρατοδικείο και καταδικάστηκε σε ισόβια δεσμά. Απολύθηκε το 1966, μετά από σχεδόν 11 χρόνια φυλακής. Δούλεψε σε συνέχεια στη νόμιμη ΕΔΑ μέχρι τον Απρίλιο του 1967 και την επιβολή της χούντας, οπότε εξορίστηκε αρχικά στη Γυάρο, και έπειτα στον Ωρωπό. Όταν απελευθερώθηκε, το 1972, βγήκε παράνομα στο εξωτερικό.

Στο 9ο Συνέδριο του ΚΚΕ, το 1973, εκλέχθηκε μέλος του Πολιτικού Γραφείου, του ανώτατου καθοδηγητικού οργάνου του Κόμματος, και μετά την επάνοδό της στην Ελλάδα με την αποκατάσταση της δημοκρατίας (1974), ανέλαβε τα ζητήματα πολιτισμού και καλλιτεχνών.[1]

Πέθανε στην Αθήνα στις 21 Ιανουαρίου 1997, σε ηλικία 81 ετών.[2]

Ο γάμος με τον ΖαχαριάδηΕπεξεργασία

Ο Νίκος Ζαχαριάδης νυμφεύθηκε τη Ρούλα Κουκούλου την περίοδο του εμφυλίου πολέμου. Ο γάμος έγινε στις 17 Φεβρουαρίου 1948 στον Άγιο Αχίλλειο Πρεσπών, ένα κατοικημένο νησί που βρίσκεται μέσα στη λίμνη Μικρή Πρέσπα, το οποίο (όπως και πολλά χωριά των νομών Φλώρινας και Καστοριάς) βρισκόταν υπό τη στρατιωτική διοίκηση του ΚΚΕ και του ΔΣΕ κατά την περίοδο του εμφυλίου. Ο γάμος τους ήταν θρησκευτικός, και έγινε από τον ορθόδοξο ιερέα της 670ής Μονάδας του ΔΣΕ, ο οποίος αργότερα σκοτώθηκε στο πεδίο της μάχης.[4] Απέκτησαν έναν γιο, τον Ιωσήφ (Σήφη), πιθανώς από το όνομα του Ιωσήφ Στάλιν. Η Κουκούλου ζήτησε το 1955 να επιστρέψει στην Ελλάδα γνωρίζοντας ότι το Κόμμα δρούσε σε συνθήκες βαθιάς παρανομίας. Ο Ζαχαριάδης δέχθηκε. Δεν ξανασυναντήθηκαν ποτέ. Όταν η Κουκούλου συνελήφθη και φυλακίστηκε, από τις φυλακές «αποκήρυξε» τον άνδρα της το 1957. «Το ίδιο θα έκανε και ο Νίκος αν μάθαινε ότι με διαγράψανε» είπε έπειτα από πολλά χρόνια σε συνέντευξή της στον Φρέντυ Γερμανό.[4]

ΠαραπομπέςΕπεξεργασία