Στρατιωτικό κίνημα στην Ιαπωνία (1936)

Το στρατιωτικό κίνημα στην Ιαπωνία του Φεβρουαρίου του 1936 ήταν μία αποτυχημένη απόπειρα ανατροπής της κυβέρνησης του Ιαπωνικού κράτους και κατάληψης της εξουσίας, το οποίο επιχειρήθηκε από ομάδα νεαρών, κυρίως, αξιωματικών του Ιαπωνικού στρατού. Οι κινηματίες πέτυχαν να καταλάβουν αρκετά κυβερνητικά κτίρια και να δολοφονήσουν ορισμένα πολιτικά πρόσωπα, ωστόσο χάρις στη σθεναρή στάση του αυτοκράτορα Χιροχίτο και την εναντίωση των δυνάμεων του αυτοκρατορικού στόλου, οι πραξικοπηματίες υποχρεώθηκαν να παραδοθούν την τρίτη μέρα του κινήματος, ενώ ο επικεφαλής τους αυτοκτόνησε.

Ως αιτία για το πραξικόπημα προβλήθηκε η κλιμακούμενη σύγκρουση των πολιτικών κομμάτων και ένα ρεύμα φιλελευθερισμού που χαρακτήριζε την κοινή γνώμη στη χώρα μετά τις προηγηθείσες εκλογές, αντίθετο με το πνεύμα στρατιωτικοποίησης που επικρατούσε στο στράτευμα. Αφορμή για την εκδήλωση του κινήματος ήταν η απόφαση της κυβέρνησης να μην εγκρίνει νέες στρατιωτικές πιστώσεις, που είχαν σκοπό να ενισχύσουν το μιλιταριστικό χαρακτήρα του στρατιωτικού επιτελείου και την επιθυμία της ηγεσίας του στρατεύματος για μεγαλύτερη διείσδυση σε Κίνα, Μογγολία και Σιβηρία. Το κίνημα ξέσπασε τα ξημερώματα της 26 Φεβρουαρίου του 1936, με κέντρο την πρωτεύουσα Τόκυο. Σε αυτό πήραν μέρος 60 περίπου, χαμηλόβαθμοι και στην πλειοψηφία τους μικροί σε ηλικία αξιωματικοί με επικεφαλής το λοχαγό Νανάκα και πολλοί στρατιώτες, των οποίων ο αριθμός κυμάνθηκε, σύμφωνα με διάφορες εκτιμήσεις, από 600 έως 3.000 άνδρες του 3ου Συντάγματος της 1ης Μεραρχίας του Ιαπωνικού στρατού με έδρα την πρωτεύουσα. Η Μεραρχία προορίζονταν για αποστολή στην Μαντζουρία και ήταν ετοιμοπόλεμη. Από τα πρώτα θύματα των κινηματιών υπήρξε ο υπουργός Οικονομικών της κυβέρνησης, Τακαχάσι και ο υπουργός Εσωτερικών, κόμης Σαίτο, ενώ ο πρωθυπουργός, ναύαρχος Οκάντα διασώθηκε την τελευταία στιγμή. Αντίθετα, οι κινηματίες δεν σκόπευαν σε ανατροπή της δυναστείας, στην οποία είχαν δηλώσει πίστη, ενώ πρότειναν σα νέο, μεταβατικό πρωθυπουργό, το ναύαρχο Οσούμι.

Οι κινηματίες αφού κατέλαβαν τα περισσότερα από τα δημόσια κτίρια του Τόκυο, εν συνεχεία εισέδυσαν στο Κοινοβούλιο και στο πρωθυπουργικό μέγαρο, αιχμαλωτίζοντας τα μέλη της κυβέρνησης. Ως επακόλουθο, κηρύχθηκε στρατιωτικός νόμος, διακόπηκαν οι ταχυδρομικές και τηλεγραφικές υπηρεσίες με το εξωτερικό και αναστάλθηκε η λειτουργία των Χρηματιστηρίων του Τόκυο και της Οσάκα, ενώ επιβλήθηκε λογοκρισία στον Τύπο. Σημειώθηκαν, επίσης, λεηλασίες καταστημάτων και οικιών. Οι πραξικοπηματίες είχαν σα βασικότερα αιτήματα, να τους αναγνωρισθεί (μέσω επιβολής στρατιωτικής κυβέρνησης) το δικαίωμα να διαχειρίζονται την εξωτερική πολιτική, να ασκούν έλεγχο στα δημόσια οικονομικά, καθώς και να προβούν σε εσωτερικές μεταρρυθμίσεις, μεταξύ των οποίων η ελάφρυνση των ασθενέστερων τμημάτων του πληθυσμού και η ορθότερη κατανομή των φορολογικών βαρών.

Οι κινηματίες αρχικά δε συνάντησαν αντίσταση, ωστόσο εν-συνεχεία συγκρούσθηκαν με την αυτοκρατορική φρουρά, με συνέπεια να υπάρχουν 80 έως 100 νεκροί και περί των 3.000 τραυματιών. Οι περισσότεροι από τους κινηματίες ήταν μέλη της οργάνωσης «Παλινόρθωση του Σόβα» (όπου «Σόβα» εννοούνταν το μετά θάνατο δικαίωμα του αυτοκράτορα) και δεν έφεραν διακριτικά στις στολές τους. Με εντολή του Χιροχίτο, η κυβέρνηση του ναυάρχου Γκόττο, που αρχικά θέλησε να παραιτηθεί, παρέμεινε στη θέση της, ενώ μονάδες του Ιαπωνικού στόλου έσπευσαν προς ενίσχυση των κυβερνητικών δυνάμεων. Μετά από την εκφύλιση του κινήματος, οι πραξικοπηματίες αναγκάσθηκαν να παραδοθούν, αφού πρώτα ήρθαν σε διαπραγμάτευση με εκπροσώπους του ανώτατου πολεμικού συμβουλίου της χώρας. Η στάση τερματίσθηκε στις 11:30 π.μ. της 29 Φεβρουαρίου με την παράδοση των πρωταίτιων 15 αξιωματικών (3 λοχαγοί, 5 υπολοχαγοί και 7 ανθυπολοχαγοί) οι οποίοι απολύθηκαν με διάταγμα από το στράτευμα και φυλακίσθηκαν. Ο αυτοκράτορας, με μήνυμά του, κάλεσε τους απλούς στρατιώτες να παραδοθούν, ενώ τους υποσχέθηκε αμνηστία. Όλοι οι υπαξιωματικοί τέθηκαν σε περιορισμό στους στρατώνες τους. Ο ηγέτης των κινηματιών, λογαγός Νανάκα, αυτοκτόνησε, όπως και 18 ακόμη κινηματίες αξιωματικοί.

ΠηγήΕπεξεργασία

  • Εφημερίδα «Έθνος», φύλλα από 26/2 έως και 1/3 1936.