Η χρησικτησία αποτελεί μια μεταρρύθμιση στην οποία δίνονται σε φυσικά πρόσωπα και οικογένειες επίσημοι τίτλοι ιδιοκτησίας για γη την οποία κατοικούσαν χωρίς να κατέχουν τα κατάλληλα έγγραφα ή την χρησιμοποιούσαν, βάσει μιας εθιμικής γαιοκτησίας,[1] όπως για παράδειγμα με ένα προικοσύμφωνο. Οι υπερασπιστές αυτής της αγροτικής μεταρρύθμισης, υποστηρίζουν ότι η παροχή επίσημων τίτλων ιδιοκτησίας αυξάνει την ασφάλεια στη χρήσης της γης, ενισχύει την αγροτική ανάπτυξη και επιτρέπει την καλύτερη πρόσβαση των αγροτών σε πιστώσεις, ώστε να μπορούν να χρησιμοποιούν τους τίτλους αυτούς ως εγγύηση για περαιτέρω επενδύσεις, λόγου χάρη με δανειοδότηση ή με αγροτική επιδότηση. Στο Περού, ο οικονομολόγος Ερνάντο ντε Σότο Πόλαρ (Hernando de Soto Polar), είναι ένας από τους πιο γνωστούς υπερασπιστές αυτής της προσέγγισης, μιας μεθόδου που χρησιμοποιείται εδώ και εκατοντάδες χρόνια.[2] Σύμφωνα με τον ίδιο, «με έμπνευση από αυτές τις ιδέες, προωθούνται από διεθνείς αναπτυξιακούς οργανισμούς προγράμματα χρησικτησίας τα οποία έχουν ξεκινήσει σε όλες τις αναπτυσσόμενες οικονομίες και τις οικονομίες υπό μετάβαση, ως μέρος των προσπαθειών για την καταπολέμηση της φτώχειας».[3] Ωστόσο η κτηματογράφηση με στόχο την καταπολέμηση της ανέχειας, μπορεί ωστόσο να οδηγήσει σε συγκρούσεις μεταξύ των εμπλεκόμενων πλευρών.[4]

Στην Κίνα, η μη κερδοσκοπική οργάνωση "Landesa" και άλλοι οργανισμοί, προσδιόρισαν το ποσοστό των κτηματιών που δεν μπορούν να αποδείξουν την περιουσία τους με τίτλους ιδιοκτησίας στο ποσοστό του 40 τοις εκατό, με αποτέλεσμα να παρατηρείται εκ μέρους των κυβερνητικών υπηρεσιών αρπαγή της ιδιοκτησίας τους ή παραχώρηση των δικαιωμάτων σε άλλα φυσικά ή νομικά πρόσωπα. Όπου έχουν εφαρμοστεί μεταρρυθμίσεις στην αγροτική πολιτική με τη διαδικασία της χρησικτησίας, οι μη κυβερνητικές οργανώσεις αναφέρουν ότι οι αγρότες κατάφεραν να επενδύσουν και να επωφεληθούν από τη γη τους. Παράλληλα εκτιμούν ότι η κατοχύρωση των δικαιωμάτων γαιοκτησίας, αντιπροσωπεύει στο ισοδύναμο των 1.200 δισεκατομμύρια δολλαρίων αγροτικής περιουσίας.[5] Η οργάνωση των Ηνωμένων Εθνών "UN Habitat" έχει προωθήσει μια «Παγκόσμια Εκστρατεία για την Ασφαλή Διακατοχή» (Global Campaign for Secure Tenure, GCST).[6]

Τα στοιχεία που θα μπορούσαν να επιβεβαιώσουν ότι η τιτλοποίησησης της άτυπης γαιοκτησίας μπορεί να αποφέρει τη μείωση της φτώχειας και την οικονομική ανάπτυξη του πληθυσμού και παράλληλα τα οφέλη που διέπουν από την ασφάλεια που παρέχεται, ποικίλλουν από χώρα σε χώρα και από περιοχή σε περιοχή.[6] Η κτηματογράφηση των νέων ιδιοκτησιών σε μια περιοχή, ιδιαίτερα όταν υπάρχει εθιμική γαιοκτησία, μπορεί να οδηγήσει σε απρόβλεπτες συνέπειες, όπως να υπάρχει υποτίμηση της αξίας και της εγκυρότητας των υφιστάμενων μορφών κατοχής γης, να υπάρχει αύξηση του κόστους στη διαδικασία αναγνώρισης των ιδιοκτησιών, όπως επίσης να υπάρχει αύξηση των τιμών των ακινήτων ή των τεκμηρίων διαβίωσης. Σε αρκετές χώρες, όταν οι ιδιοκτήτες απέκτησαν έγκυρους τίτλους, ανακάλυψαν ότι δεν τους παρείχαν τα ίδια εχέγγυα με τις άλλες ιδιοκτησίες, αφού το κράτος και η αγορά ακινήτων αντιμετώπιζαν τους νέους τίτλους με δυσπιστία.[2] Άλλες έρευνες ανέφεραν θετικές επιπτώσεις από την αναγνώριση των ιδιοκτησιών αυτών, όπως για πάράδειγμα στην Αργεντινή, όπου οι τίτλοι φαίνεται «να κεφαλοποίησαν την αξία των ακινήτων τους και μπόρεσαν να μεταβιβάσουν τα ακίνητά τους στα παιδιά τους».[3]

Ο τρόπος με τον οποίο πραγματοποιείται η αναγνώριση της κατοχής γής μέσω χρησικτησίας, μπορεί να εγείρει θέματα ισότητας των δύο φύλων. Ενώ αναμενόταν ότι το μεταρρυθμιστικό πρόγραμμα θα μπορούσε να προωθήσει τις μακροπρόθεσμες επενδύσεις και την αποδοτικότητα των νέων ιδιοκτησιών, μελέτες κατέδειξαν ότι υπήρχε τελικώς μικρή επιχειρηματικότητα και ισχνή ιδιωτική πρωτοβουλία, ενώ υπήρχαν ακόμα και αρνητικές επιπτώσεις. Η παραχώρηση τίτλων ιδιοκτησίας στους κτηνοτρόφους που κατείχαν χορτολιβαδικές εκτάσεις είχε αμφιλεγόμενα αποτελέσματα.(Rutten 1992, Peters 1994, Pinckney and Kimuyu 1994, Archambault 2007)[7] Σε περιπτώσεις όπου παραχωρείται σε μια οικογένεια ένας τίτλος ιδιοκτησίας με συνιδιοκτησία, μπορεί να διασφαλίστει ότι οι γυναίκες θα μπορέσουν να επικαλεστούν το παραχωρηθέν ακίνητο ώστε να μπορέσουν να το εκμεταλευτούν ή να το μεταβιβάσουν στο μέλλον. Θα πρέπει όμως να υπάρχει ένα ισχυρό νομικό πλαίσιο και η απαρραίτητη υποστήριξη από κυβερνητικούς ή άλλους οργανισμούς ώστε να διευκολυνθεί η γυναικεία επιχειρηματικότητα. Ακόμα και όταν το μεταρρυθμικό πρόγραμμα αποτυγχάνει, είναι σημαντικό οι γυναίκες αυτές να έχουν δικαίωμα στην κυριότητα αυτών των ακινήτων.[8]

ΠαραπομπέςΕπεξεργασία

  1. Bernadette Atuahene (February 2006). «Land Titling: A Mode of Privatization with the Potential to Deepen Democracy». Saint Louis University Law Journal 50: 761-781. http://works.bepress.com/bernadette_atuahene/1/. 
  2. 2,0 2,1 Larmour, P (2002). «Policy transfer and reversal: Customary land registration from Africa to Melanesia». Public Administration and Development 22 (2): 151–161. doi:10.1002/pad.210. 
  3. 3,0 3,1 Galiani, Sebastian; Schargrodsky, Ernesto (October 2010). Property rights for the poor: Effects of land titling. 94, σελ. 700-729. 
  4. Monkkonen, Paavo (2012). «The Demand for Land Regularization: Theory and Evidence from Tijuana, Mexico». Urban Studies 49 (2): 270–287. doi:10.1177/0042098011405691. 
  5. «Secure Land Rights as a Foundation for Broad-Based Rural Development in China: Results and Recommendations from a Seventeen-Province Survey» (PDF). National Bureau of Asian Research Special Report. Νοεμβρίου 2009. 
  6. 6,0 6,1 Payne, G.; Durand-Lasserve, A.; Rakodi, C. (2009). «The limits of land titling and home ownership». Environment and Urbanization 21 (2): 443–462. doi:10.1177/0956247809344364. 
  7. Diana Deere, Carmen; León, Magdalena (2001). «Who Owns the Land? Gender and Land-Titling Programmes in Latin America». Journal of Agrarian Change 1 (3): 440–467. doi:10.1111/1471-0366.00013. 
  8. Collin, Matthew (Ιουλίου 2013). «Joint-titling of land and housing-Examples, causes and consequences, Economic and private sector professional evidence and applied knowledge services» (PDF).