Η Χρυσή Βούλα του 1356 (τσεχικά: Zlatá bula‎, γερμανικά: Goldene Bulle‎, λατινικά: Bulla Aurea‎, ιταλικά: Bolla d'oro‎) ήταν ένα διάταγμα, που εκδόθηκε από την Αυτοκρατορική Συνέλευση (Dieta) στη Νυρεμβέργη και το Μετς (Δίαιτα του Μετς, 1356/57) με επικεφαλής τον αυτοκράτορα Κάρολο Δ΄, το οποίο καθόρισε για μία περίοδο άνω των 400 ετών σημαντικές πτυχές της συνταγματικής δομής της Γερμανικής (Αγίας Ρωμαϊκής) Αυτοκρατορίας. Ονομάστηκε Χρυσή Βούλα για τη χρυσή σφραγίδα που έφερε. [1]

Τον Ιούνιο του 2013 η Χρυσή Βούλα συμπεριλήφθηκε στο Μητρώο Μνήμης του Κόσμου της UNESCO. [2]

ΙστορικόΕπεξεργασία

Σύμφωνα με το γραπτό κείμενο της Χρυσής Βούλας του 1356: "Εκδώσαμε, διατάξαμε και προτείναμε για επικύρωση τους επόμενους νόμους με σκοπό τη διατήρηση της ενότητας μεταξύ των εκλογέων και τη διεξαγωγή ομόφωνων εκλογών και την αποφυγή κάθε απεχθούς διχόνοιας και στους διάφορους κινδύνους που προκύπτουν από αυτήν."

Αν και η εκλογή του βασιλιά των Γερμανών από τους κυριότερους εκκλησιαστικούς και κοσμικούς πρίγκιπες της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας ήταν καλά καθιερωμένη, οι διαφωνίες σχετικά με τη διαδικασία και η παπική ανάμειξη είχαν επανειλημμένα οδηγήσει σε διαμάχες, πιο πρόσφατα το 1314 όταν ο Λουδοβίκος Δ΄ της Βαυαρίας και ο Φρειδερίκος Α΄ της Αυστρίας είχαν εκλεγεί από αντίπαλες ομάδες εκλογέων. Ο Λουδοβίκος Δ΄, που είχε τελικά υποτάξει την αξίωση τού αντιπάλου του στο πεδίο της μάχης, [3] έκανε μία πρώτη προσπάθεια να διευκρινίσει τη διαδικασία στη Διακήρυξη του Ρενς του 1338, η οποία απαρνήθηκε κάθε παπική ανάμειξη και είχε περιορίσει το δικαίωμα επιλογής νέου βασιλιά στους πρίγκιπες-εκλέκτορες. Η Χρυσή Βούλα, που δημοσιοποιήθηκε από τον διάδοχο και αντίπαλο του Λουδοβίκου Δ΄, Κάρολο Δ΄, ήταν πιο ακριβής από πολλές απόψεις.

Πρίγκιπες-εκλέκτορεςΕπεξεργασία

Πρώτον, η Βούλα κατονόμαζε ρητά τους επτά πρίγκιπες-εκλέκτορες (kurfürsten) που επρόκειτο να επιλέξουν τον βασιλιά και όρισε επίσης τα (σε μεγάλο βαθμό τελετουργικά) αξιώματά τους το (reichserzämter) στην Αυλή: [4]

 
Σελίδα από το χειρόγραφο της Χρυσής Βούλας του βασιλιά Βεντεσλάβου, περίπου το 1400, Εθνική Βιβλιοθήκη της Αυστρίας.
Τάξη Πρίγκιπας-εκλέκτορας Θέση στην Αυλή
Εκκλησιαστικοί πρίγκιπες Αρχιεπίσκοπος του Μάιντς Αρχικαγκελάριος της Γερμανίας
Αρχιεπίσκοπος της Κολωνίας Αρχικαγκελάριος της Ιταλίας
Αρχιεπίσκοπος του Τρηρ Αρχικαγκελάριος της Βουργουνδίας
Κοσμικοί πρίγκιπες Βασιλιάς της Βοημίας Αρχι-οινοχόος (προμηθειών)
Παλατινός κόμης του Ρήνου (ie Παλατινάτου) Αρχι-οικονόμος (κοντόσταυλος)
Δούκας της Σαξονίας-Βιτεμβέργης Αρχι-μαρεσάλης (στρατάρχης)
Μάργραβος του Βρανδεμβούργου Αρχι-θαλαμηπόλος (θησαυροφύλακας)

Δεύτερον, η αρχή της πλειοψηφίας δηλώθηκε ρητά για πρώτη φορά στην αυτοκρατορία. Η Βούλα όρισε ότι τέσσερις ψήφοι (από τις επτά) στο ίδιο πρόσωπο θα αρκούσαν πάντα για την εκλογή ενός νέου βασιλιά. Σε αυτή την περίπτωση τρεις εκλέκτορες δεν μπορούσαν πλέον να εμποδίσουν τις εκλογές. Τρίτον, τα εκλογικά πριγκιπάτα κηρύχθηκαν αδιαίρετα και η διαδοχή τους ρυθμίστηκε, για να εξασφαλιστεί ότι οι ψήφοι δεν θα διαιρεθούν ποτέ. Τέλος η Βούλα εδραίωσε μία σειρά από προνόμια για τους εκλέκτορες, επιβεβαιώνοντας τον ανυψωμένο ρόλο τους στην αυτοκρατορία. Ως εκ τούτου η Βούλα αποτελεί επίσης ορόσημο για την ίδρυση σε μεγάλο βαθμό ανεξάρτητων κρατών στην Αυτοκρατορία, μία διαδικασία που θα ολοκληρωθεί μόνο αιώνες αργότερα, κυρίως με την Ειρήνη της Βεστφαλίας το 1648.

 
Η Γερμανική (Αγία Ρωμαϊκή) Αυτοκρατορία το 1356.

Αυτή η κωδικοποίηση των πριγκίπων-εκλεκτόρων, αν και βασιζόταν σε μεγάλο βαθμό στην προτεραιότητα, δεν ήταν αμερόληπτη, ειδικά όσον αφορά τους δύο κύριους αντιπάλους του κυβερνώντος Οίκου του Λουξεμβούργου:

  • Ο Οίκος των Βίττελσμπαχ κυβερνούσε το δουκάτο της Βαυαρίας καθώς και την παλατινή κομητεία του Ρήνου (δουκάτο του Παλατινάτου). Οι δυναστικές διαιρέσεις είχαν κάνει τις δύο περιοχές να περιέλθουν σε ξεχωριστούς κλάδους του Οίκου. Η Συνθήκη της Παβίας, η οποία το 1329 αποκατέστησε τον κλάδο του Παλατινάτου, όριζε ότι η Βαυαρία και το Παλατινάτο θα εναλλάσσοντο σε μελλοντικές εκλογές, αλλά η Χρυσή Βούλα παγίωσε την εκλογική ψήφο στο Παλατινάτο και απομάκρυνε στη Βαυαρία, εν μέρει επειδή ο προκάτοχος και αντίπαλος τού Καρόλου, Λουδοβίκος Δ΄ ήταν του κλάδου της Βαυαρίας. Οι γιοι του Λουδοβίκου Δ΄, Λουδοβίκος Ε΄ και Στέφανος Β΄ της Βαυαρίας, διαμαρτυρήθηκαν γι' αυτήν την παράλειψη πιστεύοντας ότι η Βαυαρία, ένα από τα αρχικά δουκάτα του βασιλείου και η κύρια επικράτεια της οικογένειάς τους για περισσότερα από 170 χρόνια, άξιζε την πρωτοκαθεδρία από το Παλατινάτο. Η παράλειψη της Βαυαρίας από τον κατάλογο των πριγκίπων-εκλογέων επέφερε στη Βαυαρία, που μόλις πρόσφατα είχε επανενωθεί, να πέσει ξανά σε δυναστικό κατακερματισμό. Το Βραδεμβούργο βρισκόταν στα χέρια των Βαυαρών Βίττελσμπαχ (αν και κρατούνταν από ένα νεότερο μέλος του Οίκου) το 1356, αλλά έχασαν την περιοχή από τον Οίκο του Λουξεμβούργου το 1373, αφήνοντας τον Βαυαρικό κλάδο χωρίς εκπροσώπηση στον Σύλλογο των Εκλογέων μέχρι το 1623.
  • Ο Οίκος των Αψβούργων, που κυβερνούσε την Αυστρία, μακροχρόνιοι αντίπαλοι τού Οίκου τού Λουξεμβούργου, εξαλείφθηκε εντελώς από τον κατάλογο των πριγκίπων-εκλογέων, οδηγώντας σε μειωμένη πολιτική επιρροή και εδαφικό κατακερματισμό. Σε αντίποινα, ο Ροδόλφος Δ΄, ένας από τους δούκες της κατακερματισμένης Αυστρίας, ζήτησε να πλαστογραφηθεί το Privilegium Maius, ένα έγγραφο που υποτίθεται ότι εκδόθηκε από τον βασιλιά Φρειδερίκο Α΄ Βαρβαρόσα. Το έγγραφο έδινε στην Αυστρία -αναβιβασμένη στη θέση του αρχιδουκάτου- ειδικά προνόμια, περιλαμβανομένης της διαδοχής στον πρωτότοκο. Αν και αγνοήθηκε από τον βασιλιά και άλλους πρίγκιπες εκείνη την εποχή, το έγγραφο τελικά επικυρώθηκε, όταν ο ίδιος ο Φρειδερίκος Γ΄ της Αυστρίας έγινε αυτοκράτορας τον 15ο αι. Ωστόσο οι Αψβούργοι παρέμειναν χωρίς εκλογική ψήφο, έως ότου ανήλθαν το βασίλειο της Βοημίας το 1526.

ΔιαδικασίεςΕπεξεργασία

Η Βούλα ρύθμιζε με μεγάλη λεπτομέρεια ολόκληρη την εκλογική διαδικασία, αναφέροντας ρητά πού, πότε και υπό ποιες συνθήκες τι έπρεπε να γίνει από ποιον, όχι μόνο για τους πρίγκιπες-εκλογείς, αλλά και (για παράδειγμα) για τον πληθυσμό της Φρανκφούρτης, όπου οι εκλογές επρόκειτο να διεξαχθούν και επίσης για τους κόμητες των περιοχών που οι πρίγκιπες-εκλέκτορες έπρεπε να περάσουν, για να φτάσουν εκεί. Η απόφαση να διεξαχθούν οι εκλογές στη Φρανκφούρτη της Φραγκονίας αντικατόπτριζε ένα παραδοσιακό συναίσθημα, που χρονολογείται από την εποχή της Ανατολικής Φραγκίας, ότι τόσο η εκλογή όσο και η στέψη έπρεπε να γίνουν σε Φραγκικό έδαφος. [4] Ωστόσο η τοποθεσία των εκλογών δεν ήταν η μόνη καθορισμένη τοποθεσία, καθώς η Βούλα διευκρίνιζε ότι η στέψη θα γινόταν στο Άαχεν και η Νυρεμβέργη θα ήταν το μέρος, όπου θα έπρεπε να γίνει η πρώτη Συνέλευση (Dieta) του νέου βασιλιά. [5] Οι εκλογές έπρεπε να ολοκληρωθούν εντός 30 ημερών. Σε αντίθετη περίπτωση, η βούλα διέτασσε ότι οι πρίγκιπες-εκλέκτορες έπρεπε να λαμβάνουν μόνο ψωμί και νερό, μέχρι να αποφασίσουν:

"Quod si facere distulerint infra triginta dies, a die prestiti juramenti prefati continuo numerandos, extunc transactis eisdem triginta diebus amodo panem manducent et aquam et nullatenus civitatem exeant antedictam, nisi prius per ipsos vel majorem partem ipsorum rector seu temporale caput fidelium electum fuerit, ut prefertur".[7] Δηλ. "Αλλά αν δεν το κάνουν αυτό εντός τριάντα ημερών, μετρώντας συνεχώς από την ημέρα που έδωσαν τον προαναφερθέντα όρκο, όταν δηλ. περάσουν αυτές οι τριάντα ημέρες, από τότε θα ζουν με ψωμί και νερό και σε καμία περίπτωση δεν θα εγκαταλείψουν τα προαναφερθέντα πόλη [Φρανκφούρτη] εκτός εάν πρώτα μέσω αυτών, ή της πλειοψηφίας τους, θα έχει εκλεγεί ηγεμόνας ή προσωρινός αρχηγός των πιστών, όπως ειπώθηκε προηγουμένως".[8] Κεφάλαιο 2, §3.

Εκτός από τη ρύθμιση της εκλογικής διαδικασίας, τα κεφάλαια της Χρυσής Βούλας περιείχαν πολλά δευτερεύοντα διατάγματα. Για παράδειγμα καθόριζαν επίσης τη σειρά της πορείας, όταν ο βασιλιάς ήταν παρών, τόσο με τα διακριτικά του, όσο και χωρίς αυτά. Μία σχετικά σημαντική απόφαση λήφθηκε στο κεφάλαιο 15, όπου ο Κάρολος Δ΄ έκρινε εκτός νόμου οποιεσδήποτε conjurationes, confederationes, conspirationes, εννοώντας ειδικότερα τις συμμαχίες πόλεων (Städtebünde), αλλά και άλλες κοινοτικές ενώσεις που είχαν αναδυθεί μέσω του κοινοτικού κινήματος στη μεσαιωνική Ευρώπη. Οι περισσότερες συμμαχίες πόλεων διαλύθηκαν στη συνέχεια, μερικές φορές με τη βία· και όπου επανήλθαν, η πολιτική τους επιρροή μειώθηκε πολύ. Έτσι η Χρυσή Βούλα ενίσχυσε επίσης την αριστοκρατία γενικά εις βάρος των πόλεων. 

Η εμπλοκή του πάπα με τη Χρυσή Βούλα του 1356 ήταν βασικά ανύπαρκτη, κάτι που ήταν σημαντικό στην ιστορία των σχέσεων μεταξύ των παπών και των βασιλέων. Όταν ο Κάρολος Δ΄ καθόρισε τη διαδικασία για την εκλογή ενός βασιλιά των Γερμανών, δεν ανέφερε τίποτε για τη λήψη παπικής επιβεβαίωσης της εκλογής. Ωστόσο ο πάπας Ιννοκέντιος ΣΤ΄ δεν διαμαρτυρήθηκε γι' αυτό, επειδή χρειαζόταν την υποστήριξη του Καρόλου Δ΄ ενάντια στους Βισκόντι. [6] Ο πάπας Ιννοκέντιος ΣΤ΄ συνέχισε να έχει καλές σχέσεις με τον Κάρολο Δ΄ μετά τη Χρυσή Βούλα του 1356 μέχρι το τέλος του πρώτου το 1362 [7]

Βιβλιογραφικές αναφορέςΕπεξεργασία

  1. Luxembourg, Charles IV (2 Νοεμβρίου 2019). The Golden Bull of 1356 AD. ISBN 9781987027402. 
  2. Memory of the World - The “Golden Bull” – All seven originals and the “King Wenceslaus’ luxury manuscript copy” of the Österreichische Nationalbibliothek , www.unesco.org
  3. Friedrich Heer, trans. Janet Sondheimer, The Holy Roman Empire (New York: Federick A. Praeger Publishers, 1968), p. 117
  4. 4,0 4,1 Bryce, James, The Holy Roman Empire (London: The Macmillan Company, new edition, 1978), p. 243
  5. Friedrich Heer, The Holy Roman Empire, trans. Janet Sondheimer, (New York: Federick A. Praeger Publishers, 1968), 117.
  6. Yves Renouard, The Avignon Papacy 1305–1403, (Connecticut : Archon Books, 1970), 127.
  7. D.S. Chambers, Popes, Cardinals and War, (London: I.B. Tauris, 2006), 28.

Περαιτέρω ανάγνωσηΕπεξεργασία

Εξωτερικοί σύνδεσμοιΕπεξεργασία

ΒιβλιογραφίαΕπεξεργασία

  • Bryce, James, The Holy Roman Empire (Λονδίνο: The Macmillan Company, A New Edition, 1978), 243.
  • Επιμελητήρια. DS, Popes, Cardinals and War (Λονδίνο: IB Tauris, 2006), 28.
  • Renouard, Yves, The Avignon Papacy 1305–1403 (Κονέκτικατ : Archon Books, 1970), 127.
  • Heer, Friedrich, μτφρ. Janet Sondheimer, The Holy Roman Empire (Νέα Υόρκη: Federick A. Praeger Publishers, 1968), 117.