Άνοιγμα κυρίου μενού

Eidgenossenschaft

σελίδα αποσαφήνισης εγχειρημάτων Wikimedia
Οι Τρεις Συνομόσπονδοι, στο Ομοσπονδιακό Παλάτι της Ελβετίας

Η Eidgenossenschaft (ελληνικά: Αϊντγκενοσενσαφτ) είναι γερμανική λέξη που σημαίνει Συνομοσπονδία. Στο μεσαίωνα και κυρίως τον 13ο με 16ο αιώνα η λέξη χαρακτήριζε και το Ελβετικό κράτος. Η λέξη Eidgenosse σήμαινε Ελβετός πολίτης.

Ως πολιτικός όρος, χρησιμοποιείται συχνότερα ως συνώνυμο της Ελβετίας, της οποίας επίσημη γερμανική ονομασία είναι η "Schweizerische Eidgenossenschaft", η οποία μεταφράζεται ως Ελβετική Συνομοσπονδία. Ο όρκος που αναφέρθηκε για αυτήν είναι ο Ρίτλισβουρ, οι τρεις άνδρες που καταγράφηκαν να κάνουν την ορκωμοσία στις 1 Αυγούστου 1291[1]. Στην ιστορική παράδοση αναφέρεονται ως Τρεις Συνομόσπονδοι (Drei Eidgenossen).

Ένας Eidgenosse (αϊντγκενόσε, κυριολεκτικά: συνάδελφος από τον όρκο) είναι μέλος μιας Eidgenossenschaft και είναι έκφραση για τον "Ελβετό πολίτη".

Το σχετικό επίθετο, το eidgenössisch, το οποίο μεταφράζεται επίσημα ως Ελβετικό ομοσπονδιακό, χρησιμοποιείται από διάφορους οργανισμούς όπως το Eidgenössische Technische Hochschule, που μεταφράζεται σε Ελβετικό Ομοσπονδιακό Ινστιτούτο Τεχνολογίας.

Σε ιστορικό πλαίσιο, ο όρος Eidgenossenschaft αναφέρεται τυπικά στη μεσαιωνική Ελβετική Συνομοσπονδία, που διευρύνθηκε από τον 13ο έως τον 16ο αιώνα στην κεντρική Ευρώπη, υπήρξε μέχρι το 1798 και στη συνέχεια εξελίχθηκε σε ομοσπονδιακό κράτος τον 19ο αιώνα. Όταν χρησιμοποιείται με αυτή την έννοια, η αιώνια φύση του συμφώνου είναι απαραίτητη και τα μέλη του Dreizehn Orte όπως αυτοαποκαλούνταν έκαναν συχνά συμμαχίες περιορισμένης χρονικής διάρκειας όπου υπήρξε όρκος με άλλους εταίρους, αλλά τέτοια σύμφωνα δεν θεωρούνταν μια Eidgenossenschaft.

Τα μέλη μιας Eidgenossenschaft ονομάζονται Eidgenossen (ενικός Eidgenosse). Ο όρος αυτός τεκμηριώνεται σε μια συμμαχία από το 1351 μεταξύ του Ούρι, Σβάιτς και Ουντερβάλντεν και τις πόλεις Λουκέρνη και Ζυρίχη, οι οποίοι αυτοαναφέρονταν ως Eidgenossenschaft. Στην εξέλιξη της Ελβετικής Συνομοσπονδίας, τα μέλη αρχικά δεν ενώνονταν από ένα και μόνο σύμφωνο, αλλά από μια ολόκληρη σειρά αλληλεπικαλυπτόμενων συμφώνων και ξεχωριστών διμερών συνθηκών μεταξύ διαφόρων μελών. Η αφαίρεση της μοναδικής χρήσης του Eidgenossenschaft δεν συνέβη πριν από περίπου σαράντα χρόνια μετά τη μάχη του Ζέμπαχ, αν και ξεκίνησε ήδη στο Πφάφενμπριχ του 1370, μια συνθήκη μεταξύ μερικών από τα τότε οκτώ μέλη της Ελβετικής Συνομοσπονδίας.

Συνομοσπονδίες (Eidgenossenschaften) υπήρχαν και πριν την Ελβετική Συνομοσπονδία. Το κοινοτικό κίνημα στη μεσαιωνική Ευρώπη οδήγησε συχνά σε παρόμοιες συμμαχίες. Οι συμμαχίες πόλεων (γερμανικά: Städtebünde) στη μεσαιωνική Αγία Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, στις οποίες οι πόλεις-μέλη ήταν ισοδύναμες μπορούν να θεωρηθούν ως Eidgenossenschaften, αν και γενικά αποδείχθηκαν λιγότερο σταθερές, εν μέρει λόγω των κατακερματισμένων περιοχών τους. Η πιο γνωστή από αυτές τις συμμαχίες πόλεων ήταν η Χανσεατική Ένωση, αλλά πολλές άλλες υπήρχαν στον 13ο και 14ο αιώνα. Ένα πρώιμο παράδειγμα είναι η Λομβαρδική Ένωση, ενώ η Βουργουνδική Συνομοσπονδία είναι Ελβετικό παράδειγμα, από τη Βέρνη.

Στην Αγία Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, ο αυτοκράτορας Κάρολος Δ΄ ανακήρυξε τις συνομοσπονδίες, εξορκισμούς και συνομωσίες ως παράνομες το 1356. Τα περισσότερα Στενττεμπίντε διαλύθηκαν, ορισμένες φορές βίαια και όπου επαναπροσδιορίστηκαν η πολιτική επιρροή τους ήταν πολύ μειωμένη. Ωστόσο, στην Ελβετική Συνομοσπονδία το διάταγμα δεν είχε τέτοιο αποτέλεσμα επειδή ο αυτοκράτορας καταγόταν από τον Οίκο του Λουξεμβούργου και θεωρούσε την Ελβετία ως δυνητικό χρήσιμο σύμμαχο εναντίον του αντίπαλων Αψβούργων.

ΠαραπομπέςΕπεξεργασία