Ο αδουλαίος ή αδουλάριος (αγγλ. adularia) είναι ορυκτό της ομάδας των αλκαλιούχων αστρίων, αποτελώντας παραλλαγή του ορθοκλάστου. Το όνομά του προέρχεται από τα όρη Άντουλα (Adula) της περιοχής του Τιτσίνο της Ελβετίας, όπου και πρωτοβρέθηκε.

Αδουλαίος
Adularia with Pyrite mg 7940.jpg
Αδουλαίος με σιδηροπυρίτη. Προέλευση Gotthard Base Tunnel, ΗΠΑ
Γενικά
ΚατηγορίαΤηκτοπυριτικά. Ομάδα αλκαλιούχων αστρίων
Χημικός τύποςKAlSi3O8
Ορυκτολογικά χαρακτηριστικά
Πυκνότητα2,6 gr/cm3
ΧρώμαΛευκό, κιτρινωπό, ανοικτό γκρι, αχνό ροζ
Σύστημα κρυστάλλωσηςΜονοκλινές
ΚρύσταλλοιΜεγάλου ή μεσαίου μεγέθους τραπεζοειδείς ή πεπλατυσμένοι
ΥφήΣυμπαγής
ΔιδυμίαΝαι, κανόνες Carlsbad, Baveno και Manebach
Σκληρότητα6
ΣχισμόςΤέλειος {001}
ΘραύσηΚογχοειδής έως ανώμαλη
ΛάμψηΥαλώδης
Γραμμή κόνεωςΛευκή
Πλεοχρωισμός-
ΔιαφάνειαΔιαφανής έως ημιδιαφανής

Ανευρίσκεται σε γρανίτες και γρανιτικούς πηγματίτες, σε βασαλτικές κοιλότητες (αμυγδάλες) καθώς και σε αντίστοιχα μεταμορφωσιγενή πετρώματα. Σχετίζεται με αλβίτη, μοσχοβίτη, κεροστίλβη και βήρυλλο. Λόγω της μεγάλης εξάπλωσης των πετρωμάτων που τον περιέχουν, απαντά σε πολλά σημεία της Γης. Είναι ορυκτό άφθονα ανευρισκόμενο, χωρίς, όμως, οικονομική σημασία.

ΠηγέςΕπεξεργασία

ΒιβλιογραφίαΕπεξεργασία

  • James Dwight Dana, Manual of Mineralogy and Lithology, Containing the Elements of the Science of Minerals and Rocks READ BOOKS, 2008 ISBN 1443742244