Ανοσοκατασταλτικό φάρμακο

παράγοντας που καταστέλλει την ανοσολογική λειτουργία με ένα ή πολλαπλούς μηχανισμούς δράσης

Το ανοσοκατασταλτικό φάρμακο ανήκει στην κατηγορία φαρμάκων τα οποία καταστέλλουν ή μειώνουν τη δύναμη του ανοσοποιητικού συστήματος του σώματος. Μερικά από αυτά τα φάρμακα χρησιμοποιούνται για να κάνουν το σώμα λιγότερο πιθανό να απορρίψει ένα μεταμοσχευμένο όργανο, όπως το ήπαρ, η καρδιά ή το νεφρό. Επίσης ονομάζονται φάρμακα κατά της απόρριψης. Άλλα ανοσοκατασταλτικά φάρμακα χρησιμοποιούνται συχνά για τη θεραπεία αυτοάνοσων ασθενειών, όπως ο συστημικός ερυθηματώδης λύκος, η ψωρίαση, η ρευματοειδής αρθρίτιδα,[1][2] όπως επίσης και για τον έλεγχο μη αυτοάνοσων φλεγμονωδών νοσημάτων, όπως το χρόνιο αλλεργικό άσθμα.[3][4][5]

Ορισμένα ανοσοκατασταλτικά φάρμακα έχουν πιο γενικευμένη επίδραση στο ανοσοποιητικό σύστημα ενώ άλλα έχουν συγκεκριμένους στόχους. Τα φάρμακα με γενικευμένη δράση είναι πιο πιθανό να προκαλέσουν σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες, ενώ η αποτελεσματικότητα των πιο εξειδικευμένων φαρμάκων μπορεί να μειωθεί εάν η δράση τους παρακαμφθεί από εναλλακτικές μεταβολικές οδούς. Επομένως, τα πρωτόκολλα θεραπείας χρησιμοποιούν συχνά συνδυασμούς φαρμάκων για την ελαχιστοποίηση των ανεπιθύμητων ενεργειών και για την πρόληψη της αντίστασης στη θεραπεία.[3]

Ορισμένα ανοσοκατασταλτικά φάρμακα δρουν μέσω της ανοσοεξάντλησης των τελεστικών κυττάρων (π.χ. Τ κυττάρων), ενώ άλλα είναι κατά κύριο λόγο ανοσοτροποποιητικά, επηρεάζοντας τη δραστηριότητα των κυττάρων, συνήθως μέσω της αναστολής της κυτοκίνης.[3][6] Καθώς οι ανοσοκατασταλτικοί παράγοντες μειώνουν την ανοσία, υπάρχει αυξημένος κίνδυνος μόλυνσης.[4][7][8]

ΚατηγοριοποίησηΕπεξεργασία

Τα ανοσοκατασταλτικά φάρμακα μπορούν να ταξινομηθούν σε πέντε ομάδες[3]:

ΓλυκοκορτικοειδήΕπεξεργασία

Σε φαρμακολογικές δόσεις, τα γλυκοκορτικοειδή, όπως η πρεδνιζόνη, η δεξαμεθαζόνη και η κορτιζόλη χρησιμοποιούνται για την καταστολή διαφόρων αλλεργικών, φλεγμονωδών και αυτοάνοσων διαταραχών. Χορηγούνται επίσης ως μετα-μεταμοσχευτικά ανοσοκατασταλτικά για την πρόληψη της οξείας απόρριψης μοσχεύματος και της νόσου μοσχεύματος έναντι ξενιστή. Δεν προλαμβάνουν, ωστόσο, τη μόλυνση και επίσης αναστέλλουν τις μετέπειτα επανορθωτικές διαδικασίες.

Τα κορτικοστεροειδή αποτελούν τη βάση των περισσότερων ανοσοκατασταλτικών σχημάτων τόσο στη φάση της επαγωγής όσο και στη φάση συντήρησης. Σε υψηλές ενδοφλέβιες παλμικές δόσεις είναι άμεσα τοξικά για τα λεμφοκύτταρα. Σε μικρότερες δόσεις, είναι ανοσοκατασταλτικά και αντιφλεγμονώδη περιορίζοντας την παραγωγή κυτοκίνης. Η απαιτούμενη δόση και η διάρκεια της θεραπείας είναι συγκεκριμένη για την κάθε νόσο. Ορισμένες ασθένειες, για παράδειγμα το άσθμα, ανταποκρίνονται σε μια σύντομη δοσολογία, η οποία μπορεί να διακοπεί απότομα, αλλά οι περισσότερες ρευματικές ασθένειες απαιτούν τη μείωση της δόσης πολύ αργά σε διάρκεια μηνών, καθώς η απότομη διακοπή ενέχει τον κίνδυνο υποτροπής της νόσου.[3]

ΚυτοστατικάΕπεξεργασία

Τα κυτταροστατικά αναστέλλουν την κυτταρική διαίρεση. Χρησιμοποιούνται σε μικρότερες δόσεις στην ανοσοθεραπεία από ό,τι στη θεραπεία κακοήθων νοσημάτων. Επηρεάζουν τον πολλαπλασιασμό τόσο των Τ κυττάρων όσο και των Β κυττάρων. Τα ανάλογα πουρίνης, λόγω της υψηλότερης αποτελεσματικότητάς τους, χορηγούνται συχνότερα.[3]

ΑντισώματαΕπεξεργασία

Τα αντισώματα χρησιμοποιούνται μερικές φορές ως γρήγορη και ισχυρή ανοσοκατασταλτική θεραπεία για την πρόληψη των οξειών αντιδράσεων απόρριψης μοσχεύματος, καθώς και ως στοχευμένη θεραπεία λεμφοπολλαπλασιαστικών ή αυτοάνοσων διαταραχών (π.χ. μονοκλωνικά αντι-CD20). Υπάρχουν δύο είδη αντισωμάτων: τα πολυκλωνικά αντισώματα και τα μονοκλωνικά αντισώματα.[3][9]

Παρακολούθηση και δοσολογίαΕπεξεργασία

Κατά τη διάρκεια της θεραπείας με ανοσοκατασταλτικά φάρμακα πραγματοποιούνται τακτικές εξετάσεις αίματος. Αυτές οι εξετάσεις βοηθούν στην παρακολούθηση της αποτελεσματικότητας των φαρμάκων και εάν χρειάζονται αλλαγές στη δοσολογία. Οι εξετάσεις βοηθήσουν επίσης στην καταγραφή τυχόν παρενεργειών που προκαλούν τα φάρμακα. Στην περίπτωση μιας αυτοάνοσης ασθένειας μπορεί να υπάρξει αναπροσαμογή της δόσης με βάση τον τρόπο με τον οποίο η ασθένεια ανταποκρίνεται στο φάρμακο. Στην περίπτωση της μεταμόσχευσης οργάνου, μπορεί σταδιακά να μειωθεί η δόση. Αυτό συμβαίνει επειδή ο κίνδυνος απόρριψης οργάνου μειώνεται με την πάροδο του χρόνου, επομένως η ανάγκη για τα φάρμακα μπορεί να μειωθεί. Ωστόσο, οι περισσότεροι άνθρωποι που έχουν υποβληθεί σε μεταμόσχευση θα χρειαστεί να λαμβάνουν τουλάχιστον ένα ανοσοκατασταλτικό φάρμακο καθόλη τη διάρκεια της ζωής τους.[1][7][8]

ΠαρενέργειεςΕπεξεργασία

Μια κοινή παρενέργεια πολλών ανοσοκατασταλτικών φαρμάκων είναι η ανοσοανεπάρκεια, επειδή η πλειονότητά τους δρα μη επιλεκτικά, με αποτέλεσμα αυξημένη ευαισθησία σε λοιμώξεις και μειωμένη ανοσοεπιτήρηση του καρκίνου. Υπάρχουν επίσης και άλλες παρενέργειες, όπως υπέρταση, δυσλιπιδαιμία, υπεργλυκαιμία, πεπτικά έλκη, λιποδυστροφία, ηπατοτοξικότητα και νεφροτοξικότητα.[7] Τα ανοσοκατασταλτικά φάρμακα αλληλεπιδρούν επίσης με άλλα φάρμακα και επηρεάζουν το μεταβολισμό και τη δράση τους. Οι πραγματικοί ή ύποπτοι ανοσοκατασταλτικοί παράγοντες μπορούν να αξιολογηθούν ως προς τις επιδράσεις τους σε υποπληθυσμούς λεμφοκυττάρων στους ιστούς χρησιμοποιώντας ιστοχημεία.[10]

ΠαραπομπέςΕπεξεργασία

  1. 1,0 1,1 «Immunosuppressant Drugs: A Complete Overview». Healthline (στα Αγγλικά). 9 Ιανουαρίου 2019. Ανακτήθηκε στις 16 Νοεμβρίου 2021. 
  2. Wiseman, Alexander C. (2016-02-05). «Immunosuppressive Medications». Clinical Journal of the American Society of Nephrology : CJASN 11 (2): 332–343. doi:10.2215/CJN.08570814. ISSN 1555-9041. PMID 26170177. PMC 4741049. https://www.ncbi.nlm.nih.gov/pmc/articles/PMC4741049/. 
  3. 3,0 3,1 3,2 3,3 3,4 3,5 3,6 «Immunosuppressants: A Review - ProQuest». www.proquest.com (στα Αγγλικά). Ανακτήθηκε στις 16 Νοεμβρίου 2021. 
  4. 4,0 4,1 «List of Other immunosuppressants». Drugs.com (στα Αγγλικά). Ανακτήθηκε στις 16 Νοεμβρίου 2021. 
  5. «Immunosuppressive agent». www.cancer.gov (στα Αγγλικά). 2 Φεβρουαρίου 2011. Ανακτήθηκε στις 17 Νοεμβρίου 2021. 
  6. Wiseman, Alexander C. (2016-02-05). «Immunosuppressive Medications». Clinical Journal of the American Society of Nephrology : CJASN 11 (2): 332–343. doi:10.2215/CJN.08570814. ISSN 1555-9041. PMID 26170177. PMC 4741049. https://www.ncbi.nlm.nih.gov/pmc/articles/PMC4741049/. 
  7. 7,0 7,1 7,2 Min, David I.; Monaco, Anthony P. (1991). «Complications Associated with Immunosuppressive Therapy and Their Management» (στα αγγλικά). Pharmacotherapy: The Journal of Human Pharmacology and Drug Therapy 11 (5): 119S–125S. doi:10.1002/j.1875-9114.1991.tb02641.x. ISSN 1875-9114. https://onlinelibrary.wiley.com/doi/abs/10.1002/j.1875-9114.1991.tb02641.x. 
  8. 8,0 8,1 Hsu, Denise C.; Katelaris, Constance H. (στα αγγλικά). Long-term management of patients taking immunosuppressive drugs. doi:10.18773/austprescr.2009.035. https://www.nps.org.au/australian-prescriber/articles/long-term-management-of-patients-taking-immunosuppressive-drugs. 
  9. Allison, Anthony C (2000-05-01). «Immunosuppressive drugs: the first 50 years and a glance forward» (στα αγγλικά). Immunopharmacology 47 (2): 63–83. doi:10.1016/S0162-3109(00)00186-7. ISSN 0162-3109. https://www.sciencedirect.com/science/article/pii/S0162310900001867. 
  10. Gillett, N A; Chan, C (2000-04-01). «Applications of immunohistochemistry in the evaluation of immunosuppressive agents» (στα αγγλικά). Human & Experimental Toxicology 19 (4): 251–254. doi:10.1191/096032700678815819. ISSN 0960-3271. https://doi.org/10.1191/096032700678815819.