Το αριάνι[1] ή και αϊράνι (Τουρκικά: Ayran) είναι ένα κρύο ρόφημα γιαουρτιού με κρύο νερό που περιέχει μερικές φορές και αλάτι. Παρασκευάζεται με απλή ανάμιξη των συστατικών, ενώ επίσης διατίθεται και στο εμπόριο ως συσκευασμένο ρόφημα.

Ένα ποτήρι αριάνι με κεφαλή αφρού.

Είναι δημοφιλές σε πολλές χώρες τις Κεντρικής Ασίας, Μέσης Ανατολής και στην Νότια Ευρώπη [2]. Στην Ελλάδα το αριάνι είναι ιδιαίτερα γνωστό και διαδεδομένο στη Μακεδονία και στη Θράκη. Στην Κύπρο λέγεται αϊράνι και περιέχει πάντοτε αλάτι και δυόσμο.

Παρόμοια ροφήματα με το αριάνι είναι το Ινδικό λάσι (περιέχει και ινδικά μπαχαρικά ή και φρούτα [3]) και το ιρανικό ντουγκ (دوغ) (το οποίο περιέχει και μέντα).

ΕτυμολογίαΕπεξεργασία

Η λέξη αριάνι χρησιμοποιείται και στην τουρκική και στην αραβική γλώσσα [4].

ΚατανάλωσηΕπεξεργασία

 
Μπουκάλι με ανθρακούχο ταν στο Γερεβάν της Αρμενίας

ΤουρκίαΕπεξεργασία

Η παρασκευή του αριανιού είναι συνδεδεμένη με τον τούρκικο πολιτισμό.[7][8] Η Τουρκία θεωρείται από τους μεγαλύτερους παραγωγούς αριανιού στο κόσμο [9][10]. Σύμφωνα με τον Νεβίν Χαλίτσι, το αϊράνι είναι ένα παραδοσιακό τούρκικο ποτό και καταναλωνόταν από νομάδες Τούρκους πριν το 1000 μ.Χ.. Σύμφωνα με τον Τσελαλεττίν Κοτσάκ και τον Γιάχια Κεμάλ Αβσάρ (Καθηγητές στην Μηχανική Τροφίμων στο Πανεπιστήμιο Μουσταφά Κεμάλ), το αϊράνι αναπτύχθηκε για πρώτη φορά από τους Ουράνιους Τούρκους.[11]

Στις αγροτικές περιοχές της Τουρκίας το αριάνι θεωρείται το κύριο ποτό που προσφέρεται στους επισκέπτες. Συνήθως το αριάνι σερβίρεται κρύο και είναι κοινό συμπλήρωμα στο φαγητό, ιδιαίτερα σε ψητό κρέας, γλυκά ή πιλάφι.

ΠερσίαΕπεξεργασία

Το Αριάνι, γνωστό ως ντόογκ στα περσικά ήταν δημοφιλές ποτό που καταναλωνόταν στην αρχαία Περσία (το σημερινό Ιράν).[12][13]  το όνομά του ποτού προέρχεται από την αντίστοιχη λέξη για το άρμεγμα, την ντοοσιντάν.

ΠαραπομπέςΕπεξεργασία

  1. Λεξικό Σύγχρονων Ελληνικών Τριανταφυλλίδη - αριάνι
  2. Heyhoe, Kate. The ABC's of Larousse Gastronomique : ayran Αρχειοθετήθηκε 2016-03-04 στο Wayback Machine.
  3. Manju Malhi. «Mango lassi Veg». BBC food recipes. Ανακτήθηκε στις 26 Αυγούστου 2011. 
  4. Davidson, Alan (2006). The Oxford companion to food. Oxford University Press. ISBN 9780192806819.  Unknown parameter |coauthors= ignored (|author= suggested) (βοήθεια) p. 46
  5. Hysen Voci (2009). Albanian-Turkish Dictionary Fjalor turqisht-shqip. Indiana University.  Εξωτερικός σύνδεσμος στο |title= (βοήθεια)
  6. «Merriam-Webster Unabridged Dictionary - airan». Ανακτήθηκε στις 4 Ιουνίου 2011. [νεκρός σύνδεσμος]
  7. «It is explained that the Göktürks naturally came across the Ayran while diluting it with water in order to reduce it's sourness». Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 15 Δεκεμβρίου 2012. Ανακτήθηκε στις 4 Ιουνίου 2011. 
  8. «Turkish Ministry of Culture - Article on the Turkish Culinary Culture - See the "Ayran" entry where this relation is thoroughly explained». Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 14 Ιουλίου 2011. Ανακτήθηκε στις 4 Ιουνίου 2011. 
  9. «The manufactured Ayran market of Turkey was of 67.000.000 YTL as of 2006». Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 15 Δεκεμβρίου 2012. Ανακτήθηκε στις 4 Ιουνίου 2011. 
  10. Entering a new phase: David Hayes visits Turkey's leading dairy products producer and finds it ready to embark on ambitious expansion plans.
  11. Kocak, C., Avsar, Y.K., 2009. Ayran: Microbiology and Technology. In: Yildiz, F. (Ed.), Development and Manufacture of Yogurt and Functional Dairy Products. CRC Press, Boca Raton, U.S., pp. 123–141
  12. Simmons, Shirin (2007). Treasury of Persian Cuisine. Stamford House Publishing. ISBN 1-904985-56-4. 
  13. Grosart, Alexander (17 Ιουλίου 1886). "Soor-doock" and "doogh". The Academy and literature. 30. Blackburn. σελ. 59. 
Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Ayran της Αγγλικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).