Άνοιγμα κυρίου μενού

Γάιος Βίβιος Πάνσας Καιτρονιανός

Ρωμαίος ύπατος

Ο Γάιος Βίβιος Πάνσας Καιτρονιανός (Gaius Vibius Pansa Caetronianus, 12 Φεβρουαρίου 91 π.Χ. - 23 Απριλίου 43 π.Χ.) ήταν ύπατος της Ρωμαϊκής Δημοκρατίας το 43 π.Χ. Παρόλο που υποστήριξε τον Γάιο Ιούλιο Καίσαρα κατά τον εμφύλιο πόλεμο, μετά τη δολοφονία του δεύτερου αγωνίστηκε για την αποκατάσταση της δημοκρατίας. Απεβίωσε κατόπιν του τραυματισμού του στη μάχη του Φόρουμ Γκαλλόρουμ (χωριό "Forum Gallorum", δηλ. "Αγορά Κελτών"), κοντά στη σημερινή Μπολόνια (Βολωνία).

Γάιος Βίβιος Πάνσας Καιτρονιανός
Γενικές πληροφορίες
Όνομα στη
μητρική γλώσσα
Caius Vibius Pansa Caetronianus (Λατινικά)
Γέννηση 12  Φεβρουαρίου 91 π.Χ.
Ρώμη
Θάνατος 43 π.Χ.
Μπολόνια
Αιτία θανάτου Έπεσε στο καθήκον
Χώρα πολιτογράφησης Αρχαία Ρώμη
Πληροφορίες ασχολίας
Ιδιότητα πολιτικός
στρατιωτικός
Οικογένεια
Οικογένεια Vibia gens
Αξιώματα και βραβεύσεις
Αξίωμα Ρωμαίος συγκλητικός (neznámá hodnota)[1]
Ύπατος στην αρχαία Ρώμη (43 π.Χ.)[1]

Πρώιμη καριέραΕπεξεργασία

Ήταν γιος του νομισματοκόπου Γάιου Βίβιου Πάνσα. Λόγω της φιλίας του με τον Ιούλιο Καίσαρα, υπό τις διαταγές του οποίου υπηρέτησε και πολέμησε στη Γαλατία, εισήλθε στον πολιτικό στίβο, αποτελώντας ένα από τα πρώτα μέλη της γενιάς των Βιβίων που ξεχώρισαν στην πολιτική. Από οικογένεια ετρουσκικής καταγωγής από την πόλη Περουσία (Περούσια στα λατινικά, σημερινή Περούτζια), που πιθανώς είχε προγραφεί την περίοδο του δικτάτορα Λεύκιου Κορνήλιου Σύλλα, ο Γάιος Πάνσας εξελέγη δήμαρχος των πληβείων το 51 π.Χ., οπότε και άσκησε μαζί με τον Μάρκο Καίλιο Ρούφο βέτο σε μια σειρά αντικαισαρικών ψηφισμάτων της Συγκλήτου που πρότεινε ο τότε ύπατος Μάρκος Κλαύδιος Μάρκελλος και άλλοι ηγέτες του αριστοκρατικού κόμματος. Κατά τη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου μεταξύ Ιουλίου Καίσαρα και Πομπήιου, υποστήριξε ενεργά το σκοπό των υποστηρικτών του Καίσαρα, χωρίς όμως να παίξει μείζονα ρόλο. Το 49-48 π.Χ., εξελέγη αγορανόμος και κατόπιν πραίτορας. Το 47 π.Χ. διορίστηκε προπραίτορας (κυβερνήτης) της Βιθυνίας του Πόντου, ενώ το 46 π.Χ. επέστρεψε στη Ρώμη, όπου και εκπαιδεύτηκε στη ρητορική τέχνη από τον Κικέρωνα. Το 45 π.Χ., ανέλαβε κυβερνήτης κατόπιν απόφασης του Ιουλίου Καίσαρα της Εντεύθεν των Άλπεων Γαλατίας σε αντικατάσταση του Μάρκου Ιούνιου Βρούτου. Την ίδια περίπου εποχή, εξελέγη επίσης ιερέας της Αρχαίας Ρώμης. Στις αρχές του 44 π.Χ., ο Ιούλιος Καίσαρας τον υπέδειξε μαζί με τον Αύλο Ίρτιο ως ύπατο για την επόμενη χρονιά (43 π.Χ.), και λίγο πριν τον Μάιο του 44 π.Χ. ο Πάνσας επέστρεψε από την Εντεύθεν των Άλπεων Γαλατία και εγκαταστάθηκε στην Καμπανία, αναμένοντας την κατασίγαση των παθών και σταθεροποίηση της πολιτικής κατάστασης στη Ρώμη μετά τη δολοφονία του Καίσαρα στις 15 Μαρτίου 44 π.Χ.

Αναγνωρισμένος ως μετριοπαθής πολιτικός άνδρας και υποστηρικτής των ειρηνικών πολιτικών συμβιβασμών, μετά την επιστροφή του στη Ρώμη έγινε ηγέτης της παράταξης των μετριοπαθών καισαρικών και ένας από τους προπομπούς της αποκατάστασης του δημοκρατικού πολιτεύματος, γεγονός που τον οδήγησε από τα τέλη του 44 π.Χ. σε τροχιά σύγκρουσης με τον τότε ύπατο Μάρκο Αντώνιο, ηγέτη του "σκληρού" πυρήνα των καισαρικών. Επίσης, ο Γάιος Πάνσας είχε ξεκινήσει συζητήσεις με τον Οκταβιανό, τον υιοθετημένο γιο του Ιουλίου Καίσαρα, που βρισκόταν επίσης στην Καμπανία την ίδια εποχή με αυτόν. Παρόλα αυτά, ο Πάνσας δεν ήταν απόλυτα εχθρικός απέναντι στον Μάρκο Αντώνιο, και ενώ επιζητούσε να περιορίσει τη δύναμη του δεύτερου, δεν ήθελε να τον καταστρέψει ολοκληρωτικά, ούτε ήταν πρόθυμος να ακολουθήσει την αντικαισαρική παράταξη στη Σύγκλητο και να ξεκινήσει ένα νέο γύρο εμφυλίων πολέμων. Άλλωστε, ο Πάνσας ήταν παντρεμένος με τη Φουλφία, κόρη του Κουίντου Φούφιου Καληνού, που ήταν βασικός υποστηρικτής του Μάρκου Αντωνίου.

ΥπατείαΕπεξεργασία

Την 1η Ιανουρίου 43 π.Χ., ο Γάιος Πάνσας εξελέγη ύπατος μαζί με τον Αύλο Ίρτιο. Εισήγαγαν τη συζήτηση στη Σύγκλητο σχετικά με τις ενέργειες που έπρεπε να γίνουν, εάν χρειαζόταν, εναντίον του Μάρκου Αντωνίου. Η συζήτηση διήρκεσε τέσσερεις ημέρες. Η επιθυμία του Πάνσα ήταν να ενώσει τις καισαρικές φατρίες και να αποκαταστήσει την αρμονία στη Δημοκρατία, αλλά η προσπάθεια που κατέβαλε δεν είχε τελικώς αποτέλεσμα. Ο Οκταβιανός αρνήθηκε να συνεργαστεί με τον Μάρκο Αντώνιο, ενώ ο Μάρκος Αιμίλιος Λέπιδος και ο Λεύκιος Πλάνκος συνέχισαν να υποστηρίζουν τον Αντώνιο. Τελικώς, η Σύγκλητος νομιμοποίησε το στρατό του Οκταβιανού, και τού ανέθεσε να συνεργαστεί με τον Πάνσα και τον Ίρτιο στην επικείμενη μάχη με τον Αντώνιο. Η Σύγκλητος, απορρίπτοντας τους συμβιβασμούς που επιδίωξε προς το τέλος ο Αντώνιος, εξουσιοδότησε τους υπάτους να πράξουν ότι ήταν αναγκαίο για την εξασφάλιση του θεσμού της δημοκρατίας και να ενισχύσουν άμεσα το στρατό του Δέκιμου Ιούνιου Βρούτου Αλμπίνου, κυβερνήτη της Εντεύθεν των Άλπεων Γαλατίας, που πολιορκείτο ήδη στη Μούτινα από τις δυνάμεις του Μάρκου Αντώνιου, ο οποίος ήθελε να πάρει στα χέρια του τον έλεγχο της τόσο σημαντικής αυτής ρωμαϊκής επαρχίας. Παρόλο που ο Πάνσας, μαζί με τον επίσης μετριοπαθή πολιτικό Λεύκιο Ιούλιο Καίσαρα, συγκλητικό, ύπατο περίπου μια εικοσαετία νωρίτερα (64 π.Χ.), και εξάδελφο του Γάιου Ιούλιου Καίσαρα, απέτρεψαν την επίσημη κήρυξη του Αντωνίου ως εχθρού του κράτους, ο πόλεμος ξέσπασε.

Κατά τη συζήτηση των κρατικών ζητημάτων της Ανατολής, ο Πάνσας υποστήριξε την πρόταση κήρυξης του καισαρικού Πόπλιου Κορνήλιου Δολαβέλλα ως εχθρού του κράτους, αλλά κατάφερε να τύχει απόρριψης η πρόταση του Κικέρωνα να δοθούν υπερβολικές εξουσίες στον Γάιο Κάσσιο Λογγίνο για να αντιπαρατεθεί με τον Δολαβέλλα στην περιοχή αυτή. Επιπλέον, ο Πάνσας συνέβαλε στη νομιμοποίηση της εξουσίας του Μάρκου Ιούνιου Βρούτου στη Μακεδονία, και την επίσημη αναγνώριση του Σέξτου Πομπήιου, γιου του Πομπήιου, ως κυβερνήτη της Σικελίας.