Άνοιγμα κυρίου μενού

Ο Γιάκομπ Ντουκ (ολλανδικά: Jacob Duck (αναγράφεται και ως Ducq, Duyck, Duick, Duc), 1598/1600 - 1667) ήταν Ολλανδός ζωγράφος, σχεδιαστής και χαράκτης της Χρυσής Ολλανδικής Εποχής στη ζωγραφική.[7]

Γιάκομπ Ντουκ
Γέννηση1600[1][2][3][4][5]
Ουτρέχτη
Θάνατος28  Ιανουαρίου 1667
Ουτρέχτη
Χώρα πολιτογράφησηςΟλλανδία
Ιδιότηταζωγράφος[6]
Σημαντικά έργαSoldiers in a stable και The wine connoisseurs
Commons page Πολυμέσα σχετικά με τον καλλιτέχνη

Πίνακας περιεχομένων

ΒιογραφίαΕπεξεργασία

Κατά πάσα βεβαιότητα ο Ντουκ γεννήθηκε στην Ουτρέχτη μεταξύ του 1598 και του 1600,[8] ενώ άλλες πηγές αναφέρουν ως έτος γέννησης το 1600[9][7] και άλλες αναφέρουν "περί το 1600".[10]. Ο Liedtke βασίζει την υπόθεση αυτή στο γεγονός ότι ο πατέρας του, Γιαν Γιανς Ντουκ, ο οποίος προερχόταν από το χωριό Φλέτεν (Vleuten), δυτικά και πολύ κοντά στην Ουτρέχτη, νυμφεύτηκε με τη μητέρα του, Μαρία Μπόολ (Maria Bool) στις 10 Ιανουαρίου 1596 και ο πρώτος γιος της οικογένειας, Γιόχαν, πιθανότατα γεννήθηκε το ίδιο ή το επόμενο έτος, κι έτσι ο Γιάκομπ πρέπει να γεννήθηκε μεταξύ 1598 και 1600. Στον υπολογισμό αυτόν συμβάλλει το γεγονός ότι στάλθηκε να εκπαιδευτεί ως χρυσοχόος στην αντίστοιχη Συντεχνία το 1611, έγινε "Δάσκαλος" στη Συντεχνία το 1619 και νυμφεύτηκε στις 29 Απριλίου 1620[8] Ένα έτος αργότερα, το 1621, εγγράφεται ως μαθητευόμενος στη Συντεχνία του Αγίου Λουκά (Συντεχνία των ζωγράφων) της Ουτρέχτης και δέκα χρόνια αργότερα έγινε "Δάσκαλος".[9] Ως Δάσκαλός του στη ζωγραφική καταγράφεται, το 1621, ο Γιόοστ Κορνέλις Ντρόοχσλοοτ (Joost Cornelisz Droochsloot).[7][8] Δεν είναι γνωστό το επάγγελμα του πατέρα του, ενώ η μητέρα του είναι γνωστό ότι πωλούσε ασπρόρουχα στο πατρικό σπίτι στην Donkere Gaard της Ουτρέχτης.[8] Ο Ντουκ καταγράφεται ως μέλος της Συντεχνίας των χρυσοχόων και το 1642, είναι όμως σαφές ότι από τη δεκαετία του 1620 είχε αρχίσει να ασχολείται πολύ περισσότερο με τη ζωγραφική.[8] Το 1629 δώρισε έναν πίνακα που απεικόνιζε μια μουσική συντροφιά στο Άσυλο του Αγίου Ιώβ της Ουτρέχτης. Αυτό το δώρο υποδηλώνει, μαζί με άλλες ενδείξεις, ότι ο Ντουκ ήταν Καθολικός. Ο γάμος του με την Ράικχεν Κρόοκ (Reijckgen Croock) τελέστηκε ως πολιτικός και όχι ως θρησκευτικός (γεγονός που υποδεικνύει ότι το ζεύγος ήταν Καθολικού θρησκεύματος), ενώ δύο αδελφοί του, ο Γιόχαν και ο Κορνέλις, ήταν ιερείς. Ο Ντουκ και η σύζυγός του απέκτησαν οκτώ τέκνα, αλλά δεν έχει διασωθεί κανένα στοιχείο σχετικά με αυτά.[8]

Όπως η μητέρα του Ντουκ, έτσι και η σύζυγός του πωλούσε ασπρόρουχα και, το 1643, κληρονόμησε την πατρική επιχείρηση. Ωστόσο, απεβίωσε πέντε χρόνια αργότερα, ενώ η οικογένεια διέμενε σε νοικιασμένη οικία στο Νιουχράχτ (Nieuwgracht) κοντά στη Magdalenabrug της Ουτρέχτης. Ο Ντουκ συνέχισε να διαμένει στην οικία αυτή με τις έξι ανύπαντρες θυγατέρες του και είναι εμφανές ότι δεν είχε οικονομική άνεση. Με τον θάνατό του, το 1667, οι θυγατέρες του αποποιήθηκαν την πατρική κληρονομιά, καθώς ήταν σαφές ότι τα χρέη του θανόντος ήταν μεγαλύτερα από την περιουσία του.[8]

Ο Ντουκ δραστηριοποιήθηκε κυρίως στην Ουτρέχτη. Καταγράφεται, ωστόσο, κατά την περίοδο 1631 - 1649 εκτός από την Ουτρέχτη, στο Χάαρλεμ και στο Βάικ μπάι Ντουυρστέντε (Wijk bij Duurstede). Το 1656 καταγράφεται να διαμένει στη Χάγη.[9] Ο Liedtke, ωστόσο, γράφει ότι η υπόθεση του Χάαρλεμ βασίζεται στο γεγονός ότι κάποιοι πίνακες του καλλιτέχνη ήσαν αντικείμενα λαχειοφόρου αγοράς στην πόλη, αλλά συνηθιζόταν σε τέτοιες εκδηλώσεις να περιλαμβάνονται και έργα ζωγράφων από άλλες πόλεις.[8] Το Ολλανδικό Ίδρυμα Ιστορίας της Τέχνης (RKD) αναγράφει ότι το 1636 καταγράφηκε στο Χάαρλεμ.[7]

Το 1660 (σύμφωνα με άλλες πηγές το 1656,[9] καταγράφεται στη Χάγη, όπου έγινε μέλος της εκεί αντι-Συντεχνίας ζωγράφων "Confraternity Pictura" αλλά άγνωστο πότε[8]. Επέστρεψε στην Ουτρέχτη το 1661, όπου και απεβίωσε το ίδιο έτος και τάφηκε στη Μονή της Αγίας Μαρίας Μαγδαληνής.[7]

ΈργοΕπεξεργασία

 
Οι δοκιμαστές κρασιού, Ρέικσμουζεουμ

Ο Ντουκ ασχολήθηκε τόσο με τη ρωπογραφία όσο και με τις απεικονίσεις στρατιωτικών. Αν και δεν έλαβαν μέρος πολλοί Ολλανδοί στρατιωτικοί στον τριακονταετή πόλεμο, (εκμίσθωναν μισθοφόρους γι' αυτόν τον σκοπό), οι πίνακες που απεικόνιζαν στρατιωτικούς έγιναν ιδιαίτερα δημοφιλείς εκείνη την εποχή.[9] Ο Ντουκ ειδικεύτηκε σε σκηνές που απεικονίζουν στρατιωτικούς στα καταλύματά τους, αν και, όπως συνέβαινε με τις ρωπογραφίες, οι πίνακες αυτού του είδους δεν πετύχαιναν υψηλές τιμές στην αγορά, ενώ παράλληλα δημιουργούσε χαρακτικά στα οποία απεικόνιζε άνδρες με σύγχρονες ενδυμασίες.[9] Ζωγράφιζε, επίσης, σκηνές της καθημερινής ζωής[11] όπως σκηνές σε ταβέρνα όπου άξεστοι στρατιώτες μεθοκοπούν, καπνίζουν και φλερτάρουν με όμορφες κοπέλες αμφίβολης ηθικής.[9] Σύμφωνα με τον Ρόζεν, το ύφος του Ντουκ συνίσταται από μοναδική ανάμιξη χιούμορ και ερωτισμού, που συναντάται στους "Καραβατζιστές της Ουτρέχτης" με το ύφος των καλλιτεχνών του Χάαρλεμ που απεικόνιζαν "χαρούμενες συντροφιές",[10] ωστόσο αυτό είναι ίσως το μοναδικό του κοινό στοιχείο με τους Καραβατζιστές.[8] Η συμβολή του στην άνοδο και στην ενσωμάτωση στην τέχνη τόσο των σκηνών δωματίων φρουράς όσο και σκηνών σε πορνεία ήταν ιδιαίτερα σημαντική.[10] Οι ρωπογραφίες του, παρά το ότι αποπνέουν χιούμορ και ερωτισμό, συχνά μετέφεραν ηθικά μηνύματα, αν και ο συμβολισμός που ήταν οικείος στους θεατές του 17ου αιώνα μάς είναι εν πολλοίς άγνωστος σήμερα. Συχνά, επίσης, ζωγράφιζε μεγάλο αριθμό μορφών, συγκεντρωμένων σε ευρύχωρες αίθουσες, και χρησιμοποιούσε όλα τα τότε γνωστά μέσα για να αποδόσει την αίσθηση του χώρου: Κουρτίνες ή μεγάλα αντικείμενα στο προσκήνιο, για να συγκροτούν το πρώτο επίπεδο, ορθογώνιες γραμμές να σχηματίζονται από τα πλακάκια ή τις σανίδες του πατώματος, απόψεις δωματίων στο βάθος και προοπτική αιωρούμενη.[9] Ο Ντουκ ήταν εκλεκτικός και προικισμένος καλλιτέχνης στην απεικόνιση μορφών και συχνά ήταν ιδιόρρυθμη, όπως αναφέρθηκε και πριν, η απεικόνιση του χώρου.[8]

Επηρεάστηκε σαφώς από τον Πίτερ Κόντε[7][8], ενώ δεν έχει διερευνηθεί ως τώρα η σχέση του με τον ζωγράφο από την Ουτρέχτη Νικολάες Κνουπφ[8]

.

ΠαραπομπέςΕπεξεργασία

  1. Γερμανική Εθνική Βιβλιοθήκη, Κρατική Βιβλιοθήκη του Βερολίνου, Βαυαρική Κρατική Βιβλιοθήκη, Εθνική Βιβλιοθήκη της Αυστρίας: Gemeinsame Normdatei. 122344774. Ανακτήθηκε στις 16  Οκτωβρίου 2015.
  2. RKDartists. 24542. Ανακτήθηκε στις 9  Οκτωβρίου 2017.
  3. (Δανικά, Αγγλικά) Kunstindeks Danmark. 1525. Ανακτήθηκε στις 9  Οκτωβρίου 2017.
  4. Athenaeum. 7600. Ανακτήθηκε στις 9  Οκτωβρίου 2017.
  5. ECARTICO. 2640. Ανακτήθηκε στις 9  Οκτωβρίου 2017.
  6. (Αγγλικά) Union List of Artist Names. 2  Μαρτίου 2019. 500005177. Ανακτήθηκε στις 14  Μαΐου 2019.
  7. 7,0 7,1 7,2 7,3 7,4 7,5 Ολλανδικό Ίδρυμα Ιστορίας της Τέχνης
  8. 8,00 8,01 8,02 8,03 8,04 8,05 8,06 8,07 8,08 8,09 8,10 8,11 8,12 Walter A. Liedtke, Dutch Paintings in the Metropolitan Museum of Art, Volumes 1-2, Metropolitan Museum of Art (New York, N.Y.) σελ. 181
  9. 9,0 9,1 9,2 9,3 9,4 9,5 9,6 9,7 The J. Paul Getty Museum, Jacob Duck
  10. 10,0 10,1 10,2 Jochai Rosen, (University of Haifa): Jacob Duck, Catalogue Raisonné, John Benjamin's Publishing Company
  11. «Brief Bio of Jacob Duck». Ανακτήθηκε στις 24 Σεπτεμβρίου 2009. 

Εξωτερικοί σύνδεσμοιΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία