Οι Δέκα Άνδρες, λατιν.: decemviri ή decemvirs ήταν οποιαδήποτε από τις διάφορες επιτροπές 10 ανδρών, που ιδρύθηκαν από τη Ρωμαϊκή Δημοκρατία.

Οι πιο σημαντικές ήταν αυτές των δύο Δεκανδριών (Decemvirates), επίσημα οι «δέκα άνδρες με υπατική εξουσία για τη συγγραφή νόμων» (λατινικά: decemviri consulari imperio legibus scribundis‎) που αναμόρφωσαν και κωδικοποίησαν το Ρωμαϊκό Δίκαιο κατά τη διάρκεια της Σύγκρουσης των Τάξεων μεταξύ των αριστοκρατών πατρικίων της αρχαίας Ρώμης και των κοινών πληβείων. Άλλοι δέκα άνδρες περιλαμβάνουν τους "δέκα άνδρες για την εκδίκαση δίκης" (decemviri stlitibus judicandis), τους «δέκα άνδρες για προσφορά θυσιών» (decemviri sacris faciundis ) και τους «δέκα άνδρες για τη διανομή δημόσιας γης» (decemviri agris dandis adsignandis).

Δέκα άνδρες για τη σύνταξη νόμων της υπατικής εξουσίας (Decemviri consulari imperio legibus scribundis)Επεξεργασία

ΙστορικόΕπεξεργασία

Ο Γάιος Τερεντίλιος Χάρσα, πληβείος τριβούνος, πρότεινε έναν νόμο το 462 π.Χ. που προέβλεπε μια πενταμελή επιτροπή, για να καθορίσει τους κανόνες, μέσω των οποίων θα οριζόταν η εξουσία των υπάτων. Ο Τερεντίλιος ήθελε να την ορίσει, και επομένως να την περιορίσει, ως τρόπο απόδειξης περαιτέρω προστασίας για τους πληβείους. Οι πατρίκιοι ήταν αντίθετοι σε αυτή την περικοπή και κατάφεραν να αναβάλουν τη συζήτηση γι' αυτόν τον νόμο για οκτώ χρόνια. Το 454 π.Χ. οι τριβούνοι των πληβείων εγκατέλειψαν την άκαρπη επιδίωξη αυτού του νόμου. Ζήτησαν από τη Σύγκλητο «να συναινέσει στον διορισμό ενός σώματος νομοθετών, επιλεγμένων σε ίσο αριθμό από πληβείους και πατρικίους για να θεσπίσει ό,τι θα ήταν χρήσιμο και για τις δύο μερίδες και θα εξασφάλιζε ίση ελευθερία για την καθένεμία». [1] Οι πατρίκιοι απάντησαν, ότι αυτό ήταν άξιο εξέτασης, αλλά είπαν, ότι μόνο οι πατρίκιοι μπορούσαν να νομοθετήσουν. Αν και αμφισβητήθηκαν από ιστορικούς όπως ο Nήμπουρ, ο Κορνέλ και ο Γκραντ, σύμφωνα με τον Λίβιο και τον Διονύσιο, τρεις απεσταλμένοι στάλθηκαν στην Αθήνα, για να μελετήσουν το Δίκαιο του Σόλωνα και να αναρωτηθούν περισσότερο για τους νόμους των ελληνικών πόλεων-κρατών.

Το 452 π.Χ. οι απεσταλμένοι «επέστρεψαν με τους νόμους της Αθήνας». Τα πληβείοι πίεσαν να αρχίσει η σύνταξη των νόμων. Συμφωνήθηκε να διοριστούν δέκα άνδρες με υπατικές εξουσίες, που δεν θα υπόκεινται σε έφεση και να ανασταλεί τόσο οι υπατείες, όσο και οι τριβούνοι των πληβείων. [2] Αυτό έκανε τη Δεκανδρία ένα εξαιρετικό σώμα αξιωματούχων (ένα διοικητικό όργανο με εξαιρετικές εξουσίες) καθώς και μια επιτροπή επιφορτισμένη με τη σύνταξη νόμων. Μετά από μια μακρά συζήτηση σχετικά με το εάν οι πληβείοι θα έπρεπε να καθίσουν στη Δεκανδρία, οι πληβείοι συμφώνησαν σε μια επιτροπή μόνο για πατρικίους, με αντάλλαγμα να μην καταργηθεί ένας νόμος που είχαν ψηφίσει. [3]

Πρώτη ΔεκανδρίαΕπεξεργασία

Οι δέκα άνδρες ανέλαβαν τα καθήκοντά τους το 451 π.Χ.. Και οι δύο ύπατοι -ο Άππιος Κλαύδιος Κράσος Ινρεγιλένσις Σαβίνος και ο Tίτος Γενούκιος Αυγουρίνος- παραιτήθηκαν. Το ίδιο και οι άλλοι αξιωματούχοι και οι τριβούνοι των πληβείων. Σε αποζημίωση για την απώλεια του αξιώματος τους, ο Άππιος Κλαύδιος και ο Τίτος Γενούκιος διορίστηκαν στη Δεκανδρία. Το ίδιο ήταν και ένας από τους υπάτους του προηγούμενου έτους (452 π.Χ.), ο Πόπλιος Σέστιος Καπιτολίνος Βατικανός, επειδή είχε υποβάλει την πρόταση στη Σύγκλητο παρά την αντίθεση του συναδέλφου του. Οι τρεις απεσταλμένοι ήταν επίσης μέρος της Δεκανδρίας. [4] Το μέλος με τη μεγαλύτερη επιρροή ήταν ο Άππιος Κλαύδιος, ο οποίος, σύμφωνα με τον Λίβιο, «ήταν το χέρι καθοδήγησης σε όλη την εξουσία των αξιωματούχων ... χάρη στην εύνοια των πληβείων». [5] Κάθε μέρα ένας διαφορετικός άνδρας από τους Δέκα προήδρευε της εξουσίας των αξιωματούχων και αυτός ο άνδρας είχε τους δώδεκα ραβδούχους (lictores, τους σωματοφύλακες των υπάτων) με fasces (δεμένες δέσμες ράβδων που ήταν το σύμβολο της υπέρτατης εξουσίας και μερικές φορές είχαν τσεκούρια). Η διακυβέρνησή τους ήταν δίκαιη και η απονομή δικαιοσύνης υποδειγματική. Παρά το γεγονός ότι δεν υπόκειντο σε έφεση, υποχωρούσε ο ένας στον άλλον, όταν ασκείτο έφεση. Συνέταξαν τους νόμους τους σε δέκα χάλκινους πίνακες και τους παρουσίασαν στον κόσμο, ζήτησαν επικύρωση και τους τροποποίησαν ανάλογα. Εγκρίθηκαν από την ανώτερη λαϊκή συνέλευση, τη Συνέλευση των Στρατιωτών. Υπήρχε μια γενική αίσθηση, ότι χρειάζοντο δύο ακόμη πίνακες, για να υπάρχει ένα σύνολο (corpus) όλου του ρωμαϊκού δικαίου. Αποφασίστηκε η εκλογή νέας δεκανδρίας. [6]

H πρώτη Δεκανδρία αποτελείτο από:

Δεύτερη ΔεκανδρίαΕπεξεργασία

Πολλοί άνδρες ζήτησαν να εκλεγούν στη δεύτερη Δεκανδρία. Σύμφωνα με τον Λίβιο, ο Άππιος Κλαύδιος νόθευσε τις εκλογές και ανακοίνωσε την εκλογή του ίδιου και εννέα ανδρών, που ήταν υποστηρικτές του. Αυτή η νέα Δεκανδρία έγινε τυραννική. Και οι δέκα άνδρες είχαν δώδεκα ραβδούχους και οι fasces τους είχαν τσεκούρια (παρόλο που η μεταφορά όπλων εντός των τειχών της πόλης ήταν απαγορευμένη). Το θέαμα αυτών των 120 ραβδούχων τρομοκρατούσε τους πάντες. Διεξήγαγαν δίκες κεκλεισμένων των θυρών και εξέδιδαν αυθαίρετες αποφάσεις. Υπήρχαν φήμες, ότι ήθελαν να κυβερνούν αιώνια. Όταν εξέδωσαν τους δύο πρόσθετους πίνακες, δεν υπήρχε πλέον καμία δικαιολογία για την εξουσία τους και ο κόσμος περίμενε με ανυπομονησία τις εκλογές. Όταν όμως ήρθε η ώρα, δεν κρατήθηκαν και οι δέκα άνδρες έγιναν βίαιοι. [7]

Ένας στρατός των Σαβίνων επιτέθηκε στο ρωμαϊκό έδαφος και στρατοπέδευσε εκεί και ένας στρατός των Aequi επιτέθηκε σε έναν σύμμαχο της Ρώμης. Σύμφωνα με τον Λίβιο, η Δεκανδρία κάλεσε τη Σύγκλητο, αλλά οι συγκλητικοί δεν εμφανίστηκαν. Για τους πληβείους αυτό έδειχνε την παρανομία των δέκα ανδρών, καθώς η θητεία τους είχε λήξει και τώρα προοριζόταν να είναι απλώς ιδιώτες. Σκέφτηκαν να μποϊκοτάρουν τον στρατό. Ωστόσο, αποδείχθηκε ότι οι συγκλητικοί είχαν φύγει και είχαν πάει στις επαύλεις-αγροκτήματά τους, δήθεν αηδιασμένοι. Η Σύγκλητος συγκλήθηκε ξανά και αυτή τη φορά παρευρέθηκαν κάποιοι συγκλητικοί. Οι πληβείοι το είδαν αυτό ως προδοσία της ελευθερίας. Ωστόσο, οι συγκλητικοί κατήγγειλαν τους δέκα άνδρες και προσπάθησαν να τους αντιταχθούν, τους αποκάλεσαν ιδιώτες και αρνήθηκαν να επιβάλουν εισφορά. Στο τέλος επέτρεψαν τη διακήρυξη της εισφοράς σιωπηλά, διότι φοβούνταν, ότι μια λαϊκή εξέγερση θα ενίσχυε τους πληβείους, τους πολιτικούς τους αντιπάλους. Οι πληβείοι επιστρατεύτηκαν, διότι φοβήθηκαν βίαια αντίποινα, καθώς δεν υπήρχε δικαίωμα προσφυγής. Μερικοί από τους δέκα άνδρες οδήγησαν δύο στρατούς εναντίον των δύο εχθρών. Καθώς δεν ήταν καλοί στρατιωτικοί, και οι δύο στρατοί κατατροπώθηκαν. [8]

Σύμφωνα με τον Λίβιο, ο Άππιος Κλαύδιος είχε τα μάτια του στη Βιργινία, την κόρη ενός πληβείου, του Λεύκιου Βιργινίου, ο οποίος απουσίαζε από τη Ρώμη με τον στρατό ως εκατόνταρχος. Αφού απέτυχε να την προσελκύσει με χρήματα και υποσχέσεις, ο Άππιος Κλαύδιος αποφάσισε να εκμεταλλευτεί αυτή την ευκαιρία, για να κάνει έναν από τους άνδρες του να τη διεκδικήσει ως σκλάβα του. Την έσυραν από τα πόδια της στην Αγορά και οι κραυγές των υπηρετριών της προσέλκυσαν πλήθος. Ο ενάγων είπε, ότι ενεργούσε νόμιμα και την είχε καλέσει στο δικαστήριο. Η Βιργινία πήγε στο δικαστήριο ακολουθούμενη από φίλους και γνωστούς της. Ο κριτής ήταν ο Άππιος Κλαύδιος. Ο ενάγων είπε, ότι το κορίτσι γεννήθηκε στο σπίτι του και στη συνέχεια το έδωσε στον Βιργίνιο ως δικό του, αλλά ότι ήταν ακόμη σκλάβα του. Οι φίλοι της Βιργίνιας ζήτησαν αναβολή, έως ότου μπορέσει ο Βιργίνιος να παραστεί και να αφήσει τη Βιργινία υπό την κράτηση των κατηγορουμένων.

Ο Άππιος Κλαύδιος συμφώνησε να καλέσει τον Βιργίνιο, αλλά έθεσε τη Βιργινία υπό την κηδεμονία του ενάγοντα. Ο εραστής της Βεργινίας, ο Ικίλιος, έφτασε στην Αγορά, αλλά τον σταμάτησε ένας ραβδούχος. Επικαλέστηκε την υπόθεσή του δυνατά και τράβηξε την προσοχή του πλήθους. Οι υποστηρικτές της Βιργίνιας έστειλαν έναν συγγενή και τον αδερφό του Ικίλιου να πάνε γρήγορα στο στρατόπεδο του Βιργινίου. Ο ενάγων πίεσε τον Ικίλιο να καταβάλει εγγύηση, για να είναι εγγυητής της Βιργινίας. Πολλοί πρόσφεραν χρήματα και η Βιργινία αφέθηκε με εγγύηση στην οικογένειά της.

Ο Άππιος Κλαύδιος έγραψε στους συναδέλφους του στο στρατόπεδο να μην χορηγήσουν άδεια στον Βιργίνιο και να τον συλλάβουν. Ωστόσο, οι αγγελιοφόροι είχαν ήδη φτάσει και στον Βιργίνιο είχε ήδη δοθεί άδεια. Τα ξημερώματα ένα πλήθος περίμενε να δει τι θα γίνει. Ο Βιργίνιος έφτασε, οδηγώντας την κόρη του και μια μεγάλη μάζα υποστηρικτών του. Ζητούσε βοήθεια από ανθρώπους για να διεκδικήσει την οφειλή του. Τα δάκρυα των υπηρετριών που συνόδευαν τη Βεργινία, συγκίνησαν τον κόσμο περισσότερο από τα λόγια. Ο Άππιος Κλαύδιος επικύρωσε την κατασκευασμένη υπόθεση του ενάγοντος και του έκρινε τη Βιργινία χωρίς καν να ακούσει τον Βιργίνιο. Το πλήθος έμεινε έκπληκτο. Όταν ο ενάγων πήγε να την πάρει, ο Βιργίνιος φώναξε, ότι είχε αρραβωνιαστεί τη Βεργινία με τον Ικίλιο, όχι με τον Άππιο Κλαύδιο, και ότι δεν την μεγάλωσε για ατιμία. Ο Άππιος Κλαύδιος ισχυρίστηκε, ότι γνώριζε ότι είχαν γίνει ταραχώδεις συναντήσεις και είπε στον Βιργίνιο να ησυχάσει και στους ραβδούχους να συλλάβουν τη δούλα (Βιργινία). Το πλήθος δεν αντέδρασε. Σύμφωνα με τον Λίβιο, ο Βιργίνιος μαχαίρωσε την κόρη του μέχρι θανάτου, λέγοντας ότι αυτός ήταν ο μόνος τρόπος για να διεκδικήσει την ελευθερία της. Ο Άππιος Κλαύδιος διέταξε τη σύλληψή του, αλλά το πλήθος τον προστάτευσε, καθώς κατευθυνόταν προς την πύλη της πόλης. Ως αποτέλεσμα, το πλήθος μίλησε για την αποκατάσταση των τριβούνων των πληβείων και το δικαίωμα προσφυγής. [9]

Η δεύτερη Δεκανδρία αποτελείτο από:

Δεύτερη πληβεία απόσχισηΕπεξεργασία

Σύμφωνα με τον Λίβιο, ο Άππιος Κλαύδιος διέταξε τη σύλληψη του Ικίλιου, αλλά το πλήθος το απέτρεψε. Δύο πατρίκιοι, ο Λεύκιος Βαλέριος Ποτίτιος και ο Mάρκος Οράτιος Βαρβάτος απώθησαν τους ραβδούχους, ανακοινώνοντας ότι «αν ο Άππιος προχωρούσε νόμιμα, θα προστάτευαν τον Ικίλιο από τη δίωξη ενός απλού πολίτη. Αν επιδίωκε να κάνει χρήση βίας, και εκεί θα του ταίριαζαν». Ο Άππιος Κλαύδιος, ο Λεύκιος Βαλέριος και ο Μάρκος Οράτιος έκαναν ομιλίες. Το πλήθος αποδοκίμασε τον πρώτο και άκουσε μόνο τους δύο τελευταίους, οι οποίοι διέταξαν τους ραβδούχους να κάνουν πίσω. Ο Άππιος Κλαύδιος τράπηκε σε φυγή. Ένας άλλος των δέκα ανδρών, χωρίς να ξέρει τι να κάνει, κατέληξε να συγκαλέσει τη Σύγκλητο. Οι συγκλητικοί ήταν εχθρικοί προς τους δέκα άνδρες και υπήρχε ελπίδα ότι θα τους καθαιρούσαν. Ωστόσο οι συγκλητικοί ανησυχούσαν, ότι η άφιξη του Βιργίνιου στο στρατόπεδο θα προκαλούσε αναταραχή και έστειλαν αγγελιοφόρους να πουν στους διοικητές να κρατήσουν τα στρατεύματα από ανταρσία. Ο Βιργίνιος, τον οποίο είχαν ακολουθήσει σχεδόν τετρακόσιοι άνδρες, προκάλεσε ακόμη μεγαλύτερη αναταραχή στους στρατιώτες από ό,τι στην πόλη. Είπε στους συναδέλφους του στρατιώτες «να προσέχουν τον εαυτό τους και τα δικά τους παιδιά» και εκείνοι απάντησαν, ότι «δεν θα ξεχνούσαν τα βάσανά του, ούτε θα παρέλειπαν να δικαιώσουν την ελευθερία τους». Οι πολίτες που είχαν έρθει με τον Βιργίνιο στο στρατόπεδο ισχυρίστηκαν, ότι οι δέκα άνδρες είχαν ανατραπεί και ότι ο Άππιος Κλαύδιος είχε εξοριστεί και υποκίνησε τους στρατιώτες να ξεσηκωθούν. [10]

Αυτοί οι στρατιώτες, που ήταν από τον στρατό που είχε σταλεί εναντίον των Aequi, βάδισαν στη Ρώμη και κατέλαβαν τον Αβεντίνο λόφο. Προέτρεψαν τους πληβείους να ανακτήσουν την ελευθερία τους και να εκλέξουν τους τριβούνους των πληβείων. Η Σύγκλητος αποφάσισε να μη λάβει σκληρά μέτρα, καθώς ήταν εν μέρει υπεύθυνη για την εξέγερση. Έστειλε τρεις απεσταλμένους να ρωτήσουν, ποιος είχε καταλάβει τον Αβεντίνο, ποιοι ήταν οι αρχηγοί τους και τι ήθελαν. Οι στασιαστές δεν είχαν αρχηγό και κανείς δεν τολμούσε να εκφράσει εχθρότητα. Το πλήθος των πολιτών φώναζε, ότι ήθελαν τον Λεύκιο Βαλέριο και τον Μάρκο Οράτιο να είναι οι απεσταλμένοι. Ο Βιργίνιος πρότεινε την εκλογή δέκα αρχηγών, για να τους δοθεί ο στρατιωτικός τίτλος, τριβούνος του στρατού: εξελέγη ο Βιργίνιος.

Με την προτροπή του Ικίλιου, επαναστάτησαν και οι στρατιώτες των ρωμαϊκών στρατών, που βρίσκοντο σε εδάφη των Σαβίνων. Στο άκουσμα της εκλογής τριβούνου του στρατού στον Αβεντίνο, ο Icκίλιος, νομίζοντας ότι αυτοί οι άνδρες θα εκλεγούν στη συνέχεια ως τριβούνοι των πληβείων και θέλοντας να γίνει ο ίδιος, κανόνισε την εκλογή του ίδιου αριθμού «τριβούνων του στρατού» μεταξύ αυτών των στρατιωτών, οι οποίοι ηγήθηκαν για τη Ρώμη, βάδισε μέσα από την πόλη και προς τον Αβεντίνο. Όταν ενώθηκαν με τον άλλο στρατό, οι είκοσι «τριβούνοι του στρατού» διόρισαν δύο άνδρες, τον Μάρκο Όππιο και τον Σέξτο Μανίλιο, να αναλάβουν τη διοίκηση. [11]

Σύμφωνα με τον Λίβιο, οι συγκλητικοί που συνεδρίαζαν καθημερινά, περνούσαν τον περισσότερο χρόνο διαφωνώντας. Αποφάσισαν να στείλουν τον Βαλέριο και τον Οράτιο στον Αβεντίνο, με την προϋπόθεση να παραιτηθούν οι δέκα άνδρες. Οι τελευταίοι είπαν, ότι θα το κάνουν μόνο μετά την ψήφιση των δύο πινάκων νόμων, για τους οποίους εκλέχθηκαν. Δεδομένου ότι η Σύγκλητος συνέχιζε να διχογνωμεί, οι στρατιώτες αποφάσισαν να αποσχιστούν από το Mons Sacer, όπως είχαν κάνει το 494 π.Χ. ώστε να αυξήσει την πίεση στους συγκλητικούς και τους δέκα άνδρες. Τώρα ζήτησαν την αποκατάσταση της τριβουνικής εξουσίας (δηλαδή την αποκατάσταση των τριβούνων των πληβείων) και θα έμεναν σταθεροί, για να το αποκτήσουν. Στον δρόμο τους μέσα από την πόλη ενώθηκαν από πολίτες πληβείους. Η Σύγκλητος δίστασε λόγω της εχθρότητας μεταξύ των συγκλητικών και των πληβείων. Μερικοί συγκλητικοί, μεταξύ των οποίων ο Βαλέριος και ο Οράτιος, υποστήριξαν, ότι χρειαζόταν η αποκατάστασή τους, για να απαλλαγούμε από τη Δεκανδρία και να αποκαταστήσουμε τους πατρικίους αξιωματούχους. Οι δέκα άνδρες συμφώνησαν να παραιτηθούν, υπό τον όρο ότι θα λάβουν προσωπική προστασία από τυχόν αντίποινα. [12]

Ο Λεύκιος Βαλέριος και ο Μάρκος Οράτιος στάλθηκαν, για να διαπραγματευτούν όρους με τους πληβείους κατά την κρίση τους. Οι πληβείοι τους καλωσόρισαν και τους ευχαρίστησαν λόγω της προηγούμενης στάσης τους στην Αγορά. Απαιτούσαν την ανάκτηση της προστασίας, που απολάμβαναν οι πληβείοι μέσω των τριβούνων των πληβείων και το δικαίωμα προσφυγής, ασυλία για όσους υποκίνησαν την εξέγερση και σκληρή τιμωρία για τους δέκα άνδρες. Οι απεσταλμένοι συμφώνησαν στα τρία πρώτα αιτήματα και ζήτησαν να αναβληθεί το θέμα της τιμωρίας. Οι πληβείοι το δέχτηκαν αυτό. Η Σύγκλητος αποφάσισε την παραίτηση της Δεκανδρίας, την εκλογή των τριβούνων των πληβείων και την αναφερόμενη ασυλία. Οι πληβείοι επέστρεψαν στη Ρώμη και εξέλεξαν τους τριβούνους τους. Το συμβούλιο των πληβείων έκανε πρόταση ασυλίας και ψήφισε νομοσχέδιο για την εκλογή υπάτων, που υπόκεινται σε έφεση. [13]

Νομοθεσία Βαλερίου-Ορατίου (Leges Valeriae Horatiae)Επεξεργασία

Ύπατοι εξελέγησαν ο Λεύκιος Βαλέριος Ποτίτιος και ο Μάρκος Οράτιος Βαρβάτος. Πέρασαν τους Βαλερίου-Ορατίου νόμους (Leges Valeriae Horatiae). Ο πρώτος νόμος προέβλεπε, ότι τα ψηφίσματα του συμβουλίου των πληβείων ήταν δεσμευτικά για τον λαό. Στη συνέχεια, «όχι μόνο αποκατέστησαν έναν υπατικό νόμο για την έφεση, αλλά τον διαφύλαξαν και για το μέλλον με την πανηγυρική ψήφιση ενός νέου νόμου, να μην κηρύσσει κανείς την εκλογή οποιουδήποτε αξιωματούχου χωρίς έφεση και αυτός που θα τη δηλώσει μπορεί να θανατωθεί [από οποιονδήποτε] χωρίς προσβολή του νόμου ή της θρησκείας, και ότι μια τέτοια ανθρωποκτονία δεν θα πρέπει να θεωρηθεί ως βαρύτατο έγκλημα». Αποκατέστησαν επίσης την αρχή της ιερότητας των τριβούνων των πληβείων «με την αποκατάσταση ορισμένων τελετών που είχαν παραμεληθεί εδώ και καιρό» και θέτοντας στο καταστατικό αυτό που ήταν απλώς μια θρησκευτική κύρωση με έναν νόμο, που την επέκτεινε σε όλους τους πληβείους αξιωματούχους, συμπεριλαμβανομένων των aediles και των δικαστών των δέκα ανδρών. Επιπλέον, διευκρίνισαν ότι τα κεφάλια εκείνων που παραβίασαν αυτές τις τελετές επρόκειτο να αποδοθούν στον Δία και η περιουσία τους να πωληθεί στο ναό των Ceres, Liber και Libera. Εισήγαγαν επίσης την πρακτική της παράδοσης των διαταγμάτων της Συγκλήτου στους aediles στο ναό της Ceres, που «μέχρι τότε συνήθιζαν να καταπιέζονται ή να παραποιούνται, κατά την ευχαρίστηση των υπάτων». Επιπλέον, το συμβούλιο των πληβείων ψήφισε νόμο, σύμφωνα με τον οποίο όσοι άφηναν τους πληβείους χωρίς τριβούνους ή εξέλεγαν αξιωματούχο χωρίς έφεση, θα μαστιγώνοντο και θα αποκεφαλίζοντο. Ο Λίβιος σημειώνει ότι όλα τα μέτρα ψηφίστηκαν ενάντια στη θέληση των πατρικίων, αλλά αυτοί δεν αντιτάχθηκαν ενεργά. [14]

Ο νόμος των δώδεκα πινάκωνΕπεξεργασία

Οι δύο ύπατοι βάδισαν με τον στρατό τους για να αντιμετωπίσουν τους Σαβίνους και τους Αέκουι που δεν είχαν αποσυρθεί. «Πριν φύγουν από την Πόλη, οι ύπατοι είχαν χαραγμένους σε μπρούντζο τους νόμους των δέκα ανδρών, που είναι γνωστοί ως Δώδεκα Πίνακες, και τους έστησαν σε δημόσιο χώρο. Μερικοί συγγραφείς λένε ότι οι aediles, ενεργώντας υπό τις εντολές των τριβούνων, έκαναν αυτήν την υπηρεσία» [15]

Απόψεις σύγχρονων ιστορικώνΕπεξεργασία

Ο λόγος για τον οποίο η πρώτη δεκανδρία είχε διπλό ρόλο -ως νέο δικαστικό σώμα που αντικατέστησε τους υπάτους και ανέλαβε τη διακυβέρνηση με εξαιρετικές εξουσίες και ως επιτροπή για τη σύνταξη νόμου- δεν εξηγείται από τις πηγές. Μερικοί σύγχρονοι ιστορικοί το έχουν αντιμετωπίσει ως φαινομενική αντίφαση.

Μια θεωρία προσπάθησε να εξηγήσει αυτήν την αντίφαση, υποστηρίζοντας ότι η πρώτη δεκανδρία διέφερε από τη δεύτερη ως επιτροπή για τη σύνταξη νόμων, ενώ η τελευταίηο ήταν ένα μόνιμο κυβερνητικό όργανο. [16] [17] Ο Tέοντορ Μόμσεν επέκρινε, ότι δεν είχε καμία υποστήριξη από τις πηγές. [18] Ο Κορνέλ σημειώνει, ότι αν συνέβαινε αυτό, οι ύπατοι και οι πληβείοι θα είχαν ανασταλεί στην αρχή της δεύτερης Δεκανδρίας αντί της πρώτης. Επιπλέον, το ότι η δεύτερη Δεκανδρία εξελέγη επειδή θεωρήθηκε ότι χρειάζοντο δύο νέοι πίνακες, υπονοεί ότι η Δεκανδρία προοριζόταν να είναι ένα προσωρινό όργανο για τη διάρκεια της κατάρτισης των νόμων. Το ίδιο κάνει και η προσπάθεια της δεύτερης Δεκανδρίας να παρατείνει την εξουσία της, προσποιούμενη ότι εργαζόταν ακόμη στους δύο τελευταίους πίνακες. [19]

Ο ρόλος της Δεκανδρίας ως νέας εξουσίας αξιωματούχων που αντικατέστησε τους υπάτους και τους τριβούνους των πληβείων, έχει ερμηνευτεί ως σκοπός της επανένταξης των πληβείων στο ρωμαϊκό κράτος, καταργώντας τους τριβούνους των πληβείων. Αν ίσχυε αυτό, το γεγονός ότι ο Λίβιος φαινόταν να υποδηλώνει, ότι μόνο οι πατρίκιοι κάθοντο στην πρώτη Δεκανδρία, θα ήταν αντίφαση. Αυτό και το γεγονός ότι ένας από τους δέκα άνδρες ήταν ο Tίτος Γενούκιος Αυγουρίνος, που είχε πληβείο όνομα, οδήγησαν ορισμένους ιστορικούς να απορρίψουν τόσο ότι αυτός ο άνθρωπος ήταν ένας των δέκα ανδρών, όσο και την ύπαρξη της δεύτερης Δεκανδρίας, την οποία βλέπουν ως μυθοπλασία. [20] [21] Ο Mόμσεν υποστήριξε ότι η Δεκανδρία πρέπει να ήταν ανοικτή στους πληβείους από την αρχή. [18]

Μερικοί ιστορικοί βλέπουν την έντονη αντίθεση μεταξύ της πρώτης, καλής Δεκανδρίας και της δεύτερης κακής ως θρύλο, για να εξηγήσει ότι οι Δώδεκα Πίνακες γενικά είναι καλοί, ενώ η απαγόρευση του γάμου μεταξύ πατρικίων και πληβείων ήταν κακή. Αυτός ο κακός νόμος αποδόθηκε εικονικά σε ένα δεύτερο σώμα κακών δέκα ανδρών. Ωστόσο, ο Κορνέλ υποστηρίζει, ότι αυτή η άποψη είναι προβληματική. Κάνει δύο ερωτήσεις. Αν αυτό ήταν φαντασία για να εξηγήσει αυτόν τον νόμο, γιατί οι δύο τελευταίοι πίνακες (ο ένας περιείχε αυτόν τον νόμο) δημοσιεύτηκαν από τους υπάτους για το 449 π.Χ. μετά τη λήξη της κακής Δεκανδρίας; Γιατί συντάχθηκε νόμος που απαγόρευε τον γάμο μεταξύ πατρικίων και πληβείων από ένα σώμα, που απαρτίζεται από πατρικίους και πληβείους; (η πλειοψηφία των μελών της δεύτερης Δεκανδρίας είναι πληβείοι) [22].

Το 2005, ο ιστορικός Γκάρυ Φόρσαϊθ απέρριψε τη δεύτερη Δεκανδρία ως ανιστόρητη. Προβάλλει μια σειρά από επιχειρήματα για την άποψή του. Πρώτον, είναι μια εφεύρεση βασισμένη στο πρότυπο της ιστορίας των Τριάντα τυράννων. Η Αθήνα αναγκάστηκε να καταργήσει τη δημοκρατία της μετά την ήττα της από τη Σπάρτη και αντικαταστάθηκε από μια επιτροπή επιφορτισμένη με τη σύνταξη των νόμων ενός νέου συντάγματος. Οι 30 τύραννοι συνέλαβαν και εκτέλεσαν πολιτικούς αντιπάλους και κατέλαβαν την εξουσία. Πολλοί Αθηναίοι τράπηκαν σε φυγή ή εξορίστηκαν. Σχημάτισαν πολιτοφυλακή και έφτασαν στον Πειραιά (το λιμάνι της Αθήνας), νίκησαν τις δυνάμεις που έστειλαν οι Τριάκοντα Τύραννοι και στη συνέχεια τους ανάγκασαν να παραιτηθούν και αποκατέστησαν τη δημοκρατία. Ο Φόρσαϊθ βλέπει ομοιότητες με την ιστορία των δέκα ανδρών, όπου τα δημοκρατικά αξιώματα αναστέλλονται και αντικαθίστανται από του; δέκα άνδρες, που είχαν επίσης επιφορτιστεί με τη σύνταξη νέων νόμων, οι οποίοι στη συνέχεια αρνήθηκαν να εγκαταλείψουν τα καθήκοντά τους όταν έληξε η θητεία τους, έγιναν τυραννικοί, αναγκάστηκαν να παραιτηθούν από μία εξέγερση και τα δημοκρατικά αξιώματα αποκαταστάθηκαν. Δεύτερον, η ιστορία ταιριάζει με την ελληνική θεωρία, ότι μια καλή μορφή διακυβέρνησης δίνει τη θέση της σε μία διεφθαρμένη αντίστοιχη, η οποία, με τη σειρά της, οδηγεί πίσω σε μια άλλη καλή. Η πρώτη Δεκανδρία αντιπροσωπεύει «την ιδανική αριστοκρατική εξουσία στην ιδανική της μορφή, ακολουθούμενη από τη διεφθαρμένη ολιγαρχία της δεύτερης, της οποίας η κακή διακυβέρνηση οδηγεί σε εξέγερση και περαιτέρω πολιτικές αλλαγές». Τρίτον, ένα έτος και μία Δεκανδρία θα έπρεπε να ήταν αρκετό, για να εκπονηθεί μια νομοθεσία που δεν ήταν υπερβολικά περίπλοκη. [23]

Ο Φόρσαϊθ λέει επίσης, ότι η ιδέα της ανατροπής της Δεκανδρίας «θα μπορούσε να είχε προταθεί στους μεταγενέστερους Ρωμαίους ιστορικούς από τα ονόματα των υπάτων για το 449 π.Χ., του Λεύκιου Βαλέριου Ποτίτιου και του Mάρκου Οράτιου Βαρβάτου. Ήταν παρόμοια με τα ονόματα των υπάτων για το 509 π.Χ., το έτος ίδρυσης της ρωμαϊκής δημοκρατίας (Πόπλιος Βαλέριος Ποπλικόλα και Mάρκος Οράτιος Πολβίλος). Η δημοκρατία ιδρύθηκε με την ανατροπή του τελευταίου βασιλιά της Ρώμης, ο οποίος ήταν τύραννος, σε μια εξέγερση και με την απόφαση να καταργηθεί η μοναρχία. [24]

Ο Κορνέλ πιστεύει, ότι η ιστορία της δεύτερης Δεκανδρίας προσέλκυσε πολύ δευτερεύουσα επεξεργασία (μεταγενέστερες προσθήκες), ότι μερικά από αυτά κατά καιρούς την ρομαντικοποίησαν και ότι μέρη της ιστορίας είναι φανταστικά, αλλά ότι δεν μπορεί να αποδειχθεί, ότι η όλη ιστορία ήταν φανταστική και πιο πειστικά επιχειρήματα πρέπει να δοθούν, για να υποστηριχθεί αυτή η άποψη. Προσθέτει, ότι «η αναγνώριση των πλασματικών μερών δεν είναι ευκολότερη, από το να αποφασίσεις, ποια μέρη θα μπορούσαν να βασιστούν σε γνήσια γεγονότα». Σημειώνει επίσης, ότι η παράδοση των δύο Δεκανδριών και ο χωρισμός των πινάκων σε ομάδες των δέκα και δύο ήταν ήδη γύρω στα μέσα του 2ου αι. π.Χ. Ως εκ τούτου, αν και οι μεταγενέστεροι ιστορικοί που μας έδωσαν τις αφηγήσεις της Δεκανδρίας θα μπορούσαν να έχουν προσθέσει πρόσθετες επεξεργασίες, δεν υπάρχουν στοιχεία, που να αποδεικνύουν, ότι συνέθεσαν την βασική ιστορία. [25]

Υπάρχουν αμφιβολίες για την ιστορία του Αππίου Κλαύδιου και της Βιργινίας. Ο Άππιος Κλαύδιος έπεσε θύμα μιας μεταγενέστερης παράδοσης εχθρότητας προς τους Κλαύδιους, δηλ. την οικογένειά του (ο Μόμσεν έδειξε ίχνη αυτού, αλλά δεν το είδε ως λόγο για την απόρριψη της ιστορίας). Ο χαρακτήρας της Βιργινίας έχει ομοιότητες με αυτόν της Λουκρητίας, της οποίας ο βιασμός οδήγησε στην ανατροπή της μοναρχίας (ο Όγκιλβι σημειώνει, ότι στην αρχική ιστορία μπορεί να μην υπήρχαν ονόματα και ότι μπορεί να αναφέρεται ως «κόρη» και το όνομα Virginia (= κόρη) της αποδόθηκε αργότερα, αλλά υπήρχε). Η ιστορία ήταν το θέμα μιας παραδοσιακής μπαλάντας. Ο Κορνέλ υποστηρίζει, ότι τέτοιες αντιρρήσεις δεν αποδεικνύουν, ότι «η ιστορία είναι μια μεταγενέστερη επινόηση». [26] [27] [28]

Η ιστορία της πρεσβείας στην Αθήνα για να μελετήσει τη Νομοθεσία του Σόλωνα, είναι απίθανη. Αν είχε πάει στην Αθήνα, τότε οι Νόμοι του Σόλωνα θα είχαν αντικατασταθεί από τις ριζικές μεταρρυθμίσεις του Περικλή στο πρώτο μισό του 5ου αι. π.Χ. Ο Κορνέλ σημειώνει, ότι τα θραύσματα της Νομοθεσίας των Δώδεκα Πινάκων δείχνουν πολλά σημάδια ελληνικής επιρροής και ακόμη και κάποιες ελληνικές λέξεις-δάνεια. Πιστεύει, ότι η πηγή ήταν πιθανό να ήταν οι ελληνικές πόλεις της νότιας Ιταλίας και ότι εκεί θα είχαν κατευθυνθεί οι προσπάθειες εξοικείωσης με τους ελληνικούς γραπτούς νόμους. Επισημαίνει επίσης, ότι σύμφωνα με μια εναλλακτική παράδοση, τους δέκα άνδρες συμβούλευσε ο Ερμόδωρος της Εφέσου, Έλληνας φιλόσοφος στην εξορία. [26] [29] [30] [31]

Decemviri Stlitibus JudicandisΕπεξεργασία

Οι decemviri stlitibus judicandis (δέκα άνδρες που δικάζουν αγωγές) ήταν ένα αστικό δικαστήριο αρχαίας προέλευσης (που αποδίδεται παραδοσιακά στον βασιλιά Σέρβιο Τύλλιο) που ασχολείτο κυρίως με ζητήματα που αφορούσαν την κατάσταση των ατόμων. Αρχικά χρησίμευε ως ένορκο δικαστήριο, που εξέδωσε ετυμηγορίες υπό την προεδρία του πραίτορα, αλλά αυτοί οι δέκα άνδρες έγιναν στη συνέχεια ετήσιοι μικροί αξιωματούχοι (magistratus minores) της Δημοκρατίας, εκλεγμένοι από την Comitia Populi Tributa και αποτελώντας μέρος των Vigintisexviri ("Είκοσι έξι ανδρών").

Ο Σουητόνιος και ο Δίων Κάσσιος καταγράφουν, ότι κατά τη διάρκεια της Ηγεμονίας, ο Οκταβιανός Αύγουστος μεταβίβασε στους δέκα άνδρες την προεδρία στο δικαστήριο των Centumviri ("Εκατό ανδρών"). Σύμφωνα με τον αυτοκρατορικό νόμο, η Δεκανδρία είχε δικαιοδοσία σε κεφαλαιουχικές υποθέσεις.

Decemviri Sacris FaciundisΕπεξεργασία

Οι decemviri sacris faciundis, που ονομάζονται επίσης decemviri sacrorum (δέκα άνδρες για την απόδοση τελετουργιών) είχαν θρησκευτικές λειτουργίες και ήταν το αποτέλεσμα της αξίωσης των πληβείων για ίσο μερίδιο στη διοίκηση της κρατικής θρησκείας (πέντε άνδρες ήταν πληβείοι, πέντε ήταν πατρίκιοι). Διορίστηκαν για πρώτη φορά το 367 π.Χ. αντί των πατρικίων duumviri («δύο ανδρών») που είχαν την ευθύνη για τη φροντίδα και τη συμβουλή των Σιβυλλικών βιβλίων και τον εορτασμό των αγώνων του Απόλλωνα. Η ιδιότητα μέλους σε αυτό τον θρησκευτικό σύλλογο (collegium) ήταν ισόβια, και ο σύλλογος αυξήθηκε σε quindecimvirate —δηλαδή σε δεκαπέντε άνδρες— και μετονομάστηκε ανάλογα (βλ. quindecimviri sacris faciundis) τον τελευταίο αιώνα της Δημοκρατίας, πιθανώς από τον δικτάτορα Λεύκιο Κορνήλιο Σύλλα, ενώ ο δικτάτορας Γάιος Ιούλιος Καίσαρας πρόσθεσε ένα 16ο μέλος, αλλά αυτό το τελευταίο δεν διατηρήθηκε.

Decemviri Agris Dandis AdsignandisΕπεξεργασία

Οι decemviri agris dandis adsignandis (δέκα άνδρες για τη διανομή δημοσίων γαιών) διοριζόταν κατά καιρούς για τον έλεγχο της διανομής των δημοσίων εκτάσεων (ager publicus).

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  • Constitution of the Roman Republic –
  • Triumvirate –
  • Septemvir
  • Vigintisexviri –

Βιβλιογραφικές αναφορέςΕπεξεργασία

ΑναφορέςΕπεξεργασία

  1. Livy, The History of Rome, 3.32
  2. Clay, Agnes (1911). "Decemviri". In Chisholm, Hugh. Encyclopædia Britannica 7 (11th ed.). Cambridge University Press.
  3. Livy, The history of Rome, 3.33
  4. Livy, The History of Rome, 3.33.3-5
  5. Livy, The History of Rome, 3.33.7
  6. Livy, The History of Rome, 3.33.7-10, 34
  7. Livy, 3.3.35-38.1-2
  8. Livy, 3.3.38-42
  9. Livy, 3.44-48
  10. Livy, 3.49-50
  11. Livy, 3.50-51
  12. Livy, 3.52
  13. Livy, 3.53-54
  14. Livy, 3.55
  15. Livy, 3.57-10
  16. Niebuhr, History of Rome, (1837). II, p. 334
  17. De Martino Storia della costituzione romana, II (1972) p. 308
  18. 18,0 18,1 Mommsem, Romische Forschungen, I (1864), p. 296
  19. Cornell, T. J., The Beginnings of Rome, p. 273–274
  20. Beloch, Romische Geschichte bis zum Beginn der punischen Kriege, 1896, p. 326
  21. Drummond A, Cambridge Ancient History VII.2 1989, pp. 113–142
  22. Cornell, T.J., The Beginnings of Rome, p. 274
  23. Forsythe, G., A Critical History of Early Rome, pp. 223–324
  24. Forsythe, A Critical History of Early Rome, p. 223
  25. Cornell, T. J., The Beginnings of Rome, pp. 274–275
  26. 26,0 26,1 Cornell, p. 275
  27. Mommsen, Romische Forschungen, I (1864), pp. 285–318
  28. Ogilvie A Commentary on Livy, (1965) p. 67
  29. Pliny the Elder, Natural History, 32.21
  30. Strabo, Geographia, 14.1.25
  31. Pomponius, 1.2.2.4

ΠηγέςΕπεξεργασία

  • A Dictionary of Greek and Roman Antiquities, edition 1875