Η Τρίτη Διάσκεψη της Ουάσινγκτον (αγγλικά:Washington Conference) (με την κωδική ονομασία Trident [2]) πραγματοποιήθηκε στην Ουάσινγκτον από τις 12 Μαΐου έως τις 25 Μαΐου 1943. Ήταν μια στρατηγική συνάντηση του Β' Παγκοσμίου Πολέμου μεταξύ των αρχηγών κυβερνήσεων του Ηνωμένου Βασιλείου και των Ηνωμένων Πολιτειών. Ήταν η τρίτη διάσκεψη του 20ου αιώνα (1941, 1942, 1943), αλλά η δεύτερη διάσκεψη που πραγματοποιήθηκε κατά τη διάρκεια της συμμετοχής των ΗΠΑ στον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο. Επικεφαλής των αντιπροσωπειών ήταν ο Ουίνστον Τσώρτσιλ και ο Φραγκλίνος Ρούζβελτ, αντίστοιχα.[3]

Ο Πρόεδρος Φράνκλιν Ν. Ρούσβελτ και ο πρωθυπουργός Ουίνστον Τσώρτσιλ ψαρεύουν στο Σάνγκρι-Λα, μεταξύ των συζητήσεων της Διάσκεψης του Μαΐου 1943.[1]
Ο Ουίνστον Τσώρτσιλ με τους επιτελείς του προς τις ΗΠΑ

Στη διάσκεψη συζητήθηκαν τα σχέδια για τη Συμμαχική εισβολή στην Ιταλία, η έκταση της στρατιωτικής δύναμης, η ημερομηνία εισβολής στη Νορμανδία και η πρόοδος στο μέτωπο του Ειρηνικού.

ΣυναντήσειςΕπεξεργασία

Ο Τσώρτσιλ και ο Ρούσβελτ συναντιόνταν κάθε δύο ημέρες στον Λευκό Οίκο, και οι Βρετανοί και Αμερικανοί στρατιωτικοί επιτελείς συναντήθηκαν σχεδόν καθημερινά στην Αίθουσα Διοικητών στο Κτήριο της Ομοσπονδιακής Τράπεζας.[4]

Θέματα συζήτησηςΕπεξεργασία

Ο Τσώρτσιλ ξεκίνησε τη συζήτηση με ιδέες, οι οποίες συζητήθηκαν με ανοιχτό τρόπο μεταξύ των δύο χωρών. Τα κύρια θέματα που συζητήθηκαν ήταν η ιταλική εκστρατεία, το μεγέθος της στρατιωτικής δύναμης που πρέπει να χρησιμοποιηθεί, οι απόβασεις στη Νορμανδία και πώς να βοηθήσουν την Κίνα στον πόλεμο του Ειρηνικού. Ο Τσώρτσιλ θεώρησε ότι η έκταση των επιχειρήσεων και η προτεραιότητά τους θα μπορούσαν να επιλυθούν με αμοιβαία συμφωνία[5] και τελικά επιτεύχθηκε συναίνεση για όλα τα θέματα.[6]

Η ιταλική εκστρατείαΕπεξεργασία

Το πρώτο θέμα που συζητήθηκε ήταν ο πόλεμος στην Ιταλία. Ο Τσώρτσιλ έπεισε την αμερικανική ηγεσία να υποστηρίξουν την συμμαχική εισβολή στη Σικελία.[7] Πίστευε ότι οι μάχες στην Ιταλία θα αποσπάσουν τα γερμανικά στρατεύματα από το Ανατολικό Μέτωπο, έτσι ώστε να δοθεί στη Σοβιετική Ένωση αρκετός χώρος ανακούφισης, καθώς οι Γερμανοί θα έπρεπε να στείλουν μεγάλο αριθμό στρατευμάτων στα Βαλκάνια.[5] Αυτό θα απάλλασε από την υποχρεώση των Συμμάχων προς τη Σοβιετική Ενωση και από τη δύσκολη εμπλοκή της Σοβιετικής Ένωσης που μάχονταν τις γερμανικές δυνάμεις στο Στάλινγκραντ.

Η απομάκρυνση της Ιταλίας από τον πόλεμο θα βοηθούσε επίσης τη σχέση των Συμμάχων με την Τουρκία. Η Τουρκία δεν μπορούσε πλέον να ανταγωνιστεί την Ιταλία στη Μεσόγειο. Ο Τσώρτσιλ πίστευε ότι θα μπορούσαν να ζητήσουν από την Τουρκία να χρησιμοποιήσουν τις βάσεις της για μελλοντική άμυνα.[5]

Μεγέθος στρατιωτικής δύναμηςΕπεξεργασία

Το επόμενο που συζητήθηκε στην διάσκεψη ήταν το μεγέθος της στρατιωτικής δύναμης που έπρεπε να χρησιμοποιήσουν οι Σύμμαχοι. Και οι δύο χώρες συμφώνησαν ότι πρέπει να χρησιμοποιήσουν τη μεγαλύτερη στρατιωτική δύναμη εναντίον του εχθρού, συμπεριλαμβανομένων στρατιωτών, αεροπορικών δυνάμεων και πυρομαχικών. Η άνευ όρων παράδοση, που αναφέρθηκε για πρώτη φορά στη Διάσκεψη της Καζαμπλάνκας, συζητήθηκε ξανά σε αυτή την διάσκεψη της Ουάσινγκτον. Τόσο αυτή η διάσκεψη όσο και της Καζαμπλάνκας είχαν ανταγωνιστική ατμόσφαιρα λόγω των διαφορετικών απόψεων σχετικά με την άνευ όρων παράδοση. Ο Ρούσβελτ έδειχνε να μην συμφωνεί με την άποψη του Αμερικανικού στρατηγού Ντουάιτ Αϊζενχάουερ και των απόψεων του βρετανού στρατηγού Χένρι Μέιτλαντ Ουίλσον για τους όρους παράδοσης.[8]

Παρά αυτές τις αντίθετες απόψεις, μετά από μεγάλη εξέταση, οι Σύμμαχοι συμφώνησαν ότι ήθελαν να μεταφέρουν τον πόλεμο στην Ιαπωνία. Πίστευαν ότι η Γερμανία θα βγει από τον πόλεμο το 1944, οπότε θα πρέπει να επικεντρωθούν στην ήττα της Ιαπωνίας το 1945.[5] Η καλύτερη λύση θα ήταν η συμμετοχή της Σοβιετικής Ένωσης στον αγώνα κατά της Ιαπωνίας, επειδή ο Ιωσήφ Στάλιν είχε δείξει το ενδιαφέρον του να συμμετάσχει στην ήττα της Ιαπωνίας.[5]

Η Απόβαση στη ΝορμανδίαΕπεξεργασία

Η μεγάλη απόβαση στη Νορμανδία αναβλήθηκε για 12 μήνες έως τον Μάιο του 1944. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι οι ΗΠΑ και το Ηνωμένο Βασίλειο θεωρούσαν ότι θα μπορούσαν να ενισχύσουν τη δύναμη των στρατευμάτων, να παράγουν περισσότερα πλοία και προμήθειες, και έτσι να διασφαλίσουν τον πλήρη έλεγχο του αέρα και της θάλασσας με αυτόν τον τρόπο.[9] Συζήτησαν τις δύσκολες παραλίες με τις μεγάλες παλίρροιες, τις μεγάλες γερμανικές οχυροματικές άμυνες, καθώς και τον καταλλήλο χρόνο της επίθεσης και τις σχετικές καιρικές συνθήκες.

Ο κύριος λόγος για τον οποίο οι Σύμμαχοι ήθελαν να αναβάλουν τις αποβατικές επιχειρήσεις ήταν λόγω της έλλειψης προμηθειών το 1943. Όλα τα βρετανικά αποβατικά πλοία είχαν αναπτυχθεί στην Επιχείρηση Husky και μόνο ένα μέρος των αποβατικών πλοίων των ΗΠΑ ήταν διαθέσιμο λόγω υψηλότερης προτεραιότητας της Επιχείρησης Sickle στο πόλεμο.[5]

Βοήθεια στην ΚίναΕπεξεργασία

Τέλος, οι Ηνωμένες Πολιτείες και το Ηνωμένο Βασίλειο αποφάσισαν τι να κάνουν στον πόλεμο του Ειρηνικού. Ο Βρετανός Στρατάρχης Βάβελ επισκέφθηκε την Βιρμανία η οποία προσφέρθηκε να στηρίξει τους Συμμάχους για τα πολλά εμπόδια που θα αντιμετώπιζαν, όπως ήταν η πυκνή ζούγκλα που εμποδίζε τη χρήση σύγχρονων όπλων, τους μουσώνες που περιόριζαν το χρονικό διάστημα της πιθανής επίθεσης και τέλος τις λίγες επιλογές που υπήρχαν για ναυτική υποστήριξη.

Εκτός από την αεροπορική υποστήριξη, υπήρχαν λίγες εναλλακτικές λύσεις για να βοηθήσουν την Κίνα, οπότε ήταν απαραίτητος ο αποτελεσματικός σχεδιασμός. Οι δύο χώρες συμφώνησαν ότι θα ήταν καλύτερο να παρακάμψουν μια επίγεια επίθεση στη Βιρμανία και αντ' αυτού να χρησιμοποιήσουν το στοιχείο του αιφνιδιασμού με την αεροπορική επίθεση, όπως στην Επιχείρηση Πυρσός.[5] Ο στόλος από την Ιταλία επρόκειτο να καλύψει αυτήν την επιχείρηση τον Μάρτιο του 1944.[5]

Άλλα αποτελέσματαΕπεξεργασία

Η διάσκεψη της Ουάσινγκτον δείχνει μια αλλαγή κυριαρχίας στην παγκόσμια ηγεσία, καθώς οι Αμερικανοί είχαν επιρροή έναντι άλλων χωρών. Οι αμερικανικές πρωτοβουλίες είχαν το διπλάσιο μέγεθοςτων συμμαχικών στρατιωτικών πόρων, ενώ η Βρετανία έπρεπε να συμβιβαστεί σε πολλά από τα αιτήματά τους.[4] Ειδικότερα, ο αρχηγός του Στρατού των ΗΠΑ Στρατηγός Τζορτζ Μάρσαλ οδήγησε αυτήν την αλλαγή για να αυξήσει το ρόλο των Αμερικανών στην πολεμική προσπάθεια, στην οποία είχε προηγουμένως κυριαρχήσει η Μεγάλη Βρετανία.[10] Ωστόσο, οι ενέργειες μετά τη Σικελία παρέμειναν ακόμα ασταθείς. Ο Τσώρτσιλ ήθελε να ακολουθήσει μια Ιταλική Εκστρατεία, αλλά ο Ρούσβελτ ανησυχούσε ότι η εκστρατεία θα καθυστερούσε τα στρατηγικά σχέδια για την ανάκτηση της Γαλλίας που είχε προγραμματιστεί για το επόμενο έτος.[10]

Περαιτέρω ανάγνωσηΕπεξεργασία

ΠαραπομπέςΕπεξεργασία

  1. Zimmerman, Dwight (23 Μαΐου 2013). «The Trident Conference». Defense Media Network. Faircount Media Group. Ανακτήθηκε στις 29 Μαΐου 2016. 
  2. Churchill, Winston Spencer (1951). The Second World War: Closing the Ring. Houghton Mifflin Company, Boston. σελ. 35. 
  3. Herman, Arthur. Freedom's Forge: How American Business Produced Victory in World War II, p. 305, Random House, New York, NY, 2012. (ISBN 978-1-4000-6964-4).
  4. 4,0 4,1 Chen, Peter. «Trident Conference». World War II Database. Lava Development, LLC. Ανακτήθηκε στις 19 Μαΐου 2016. 
  5. 5,0 5,1 5,2 5,3 5,4 5,5 5,6 5,7 «Trident Conference May 1943 - Papers and Minutes of Meetings» (PDF). Eisenhower Archives. 12 Μαΐου 1943. Ανακτήθηκε στις 25 Μαΐου 2016. 
  6. Zimmerman, Dwight (23 Μαΐου 2013). «The Trident Conference». Defense Media Network. Faircount Media Group. Ανακτήθηκε στις 25 Μαΐου 2016. 
  7. Royde-Smith, John (14 Φεβρουαρίου 2016). «Casablanca and Trident, January-May 1943». Encyclopædia Britannica. Ανακτήθηκε στις 19 Μαΐου 2016. 
  8. «Fact File: Second Washington Conference». BBC. 15 Οκτωβρίου 2014. Ανακτήθηκε στις 19 Μαΐου 2016. 
  9. McDougall, Walter (12 Νοεμβρίου 2015). «20th Century International Relations - World War II, 1939-45». Encyclopædia Britannica. Ανακτήθηκε στις 19 Μαΐου 2016. 
  10. 10,0 10,1 O'Neill, William (1999). World War II: A Student Companion . New York, New York: Oxford University Press, Inc. σελίδες 292–293.