Άνοιγμα κυρίου μενού

Με τον τίτλο Ελληνική Νομαρχία φέρεται ένα κορυφαίο λόγιο έργο του ελληνικού προεπαναστατικού διαφωτισμού που συνέγραψε ο «Ανώνυμος ο Έλλην» και εξέδωσε ο ίδιος, χωρίς να αποκαλύπτεται το πραγματικό όνομά του.

Ελληνική Νομαρχία
Elliniki Nomarchia s 439.JPG
ΣυγγραφέαςΑνώνυμος ο Έλλην
ΤίτλοςΕλληνική Νομαρχία: ήτοι Λόγος περί Ελευθερίας
ΓλώσσαΕλληνικά
Είδοςφυλλάδιο
Ημερομηνία δημοσίευσης1806

ΓενικάΕπεξεργασία

Πρόκειται για ένα έργο κειμήλιο σκέψης και εθνικής αφύπνισης, εθνεγερτικού χαρακτήρα που εκδόθηκε στην Ιταλία το 1806, περιλαμβάνοντας 266 σελίδες. Αφιερωμένο στον Ρήγα Βελεστινλή (1757–1798), το πρώτο κεφάλαιο αποτελεί έναν ύμνο προς την «ιερά ελευθερία», ενώ στη συνέχεια καυτηριάζει έντονα την τυραννία, την κοινωνική ανισότητα, το χρήμα, την κατάσταση του υπόδουλου ελληνικού έθνους, τους προύχοντες και το ιερατείο της εποχής, προβάλλοντας τέλος την αναγκαιότητα της εκπαίδευσης προς αποφυγή κυρίως της ξενοδουλείας.

Η Ελληνική Νομαρχία, μετά το εθνεγερτικό κήρυγμα του Ρήγα Βελεστινλή, αποτελεί, κατά τους ιστορικούς των νεοτέρων χρόνων τον σημαντικότερο πνευματικό κρίκο που οδήγησε στη δημιουργία της Φιλικής Εταιρείας και στην Ελληνική Επανάσταση του 1821.

Κατά τον καθηγητή θεολογίας Ιωάννη Ρωμανίδη, το κείμενο έχει γραφεί από άτομο με δυτική προτεσταντική νοοτροπία που αγνοεί την ορθόδοξη παράδοση. Αυτό προκύπτει και από την ορολογία που χρησιμοποιεί· π.χ. η πατριαρχική σύνοδος αποκαλείται «σύγκλητος», οι κληρικοί φέρονται ότι ανήκουν σε «τάγμα», η ιερωσύνη είναι «σύστημα» και «κλάση», το ράσο αποκαλείται «φόρεμα». Επίσης ζητά να μετατεθούν οι αργίες στις Κυριακές, γιατί εμποδίζουν το εμπόριο, και να μειωθούν οι νηστείες, γιατί βλάπτουν την υγεία του λαού. Κληρικοί και μοναχοί χαρακτηρίζονται με υβριστικούς όρους ενώ με υπερβολική γλώσσα εκφράζεται και εναντίον των Ελλήνων που βρίσκονταν εκείνη την εποχή στη Δύση. Επίσης συσχετίζει τη φεουδαρχία με την ορθόδοξη εκκλησία. Κατά τον Ρωμανίδη διαβάζοντας κανείς το κείμενο νομίζει ότι αναφέρεται περισσότερο στη δυτική εκκλησία παρά την ορθόδοξη.[1] Ωστόσο, στον μέσο Έλληνα αναγνώστη δεν γεννιέται καμιά παρόμοια εντύπωση, ο Ανώνυμος Έλλην μιλά ξεκάθαρα για κληρικούς τής τουρκοκρατούμενης Ελλάδας, αναφέροντας συγκεκριμένα ονόματα και τις "θαυμαστές" ιστορίες τους.

ΠεριεχόμενοΕπεξεργασία

Για μία περιληπτική αντίληψη του όλου έργου και του ύφους του, ακολουθούν τα βασικότερα ίσως σημεία αυτού.

Τίτλος - αφιέρωσηΕπεξεργασία

Ο πλήρης τίτλος του έργου, αρκετά μακρόσυρτος πλην όμως θαυμαστός, είναι:

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΝΟΜΑΡΧΙΑ

Ἤτοι Λόγος περὶ

ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ
Δι' οὗ ἀποδεικνύεται, πόσον εἶναι καλλιωτέρα ἡ Νομαρχικὴ Διοίκησις ἀπὸ τὰς λοιπάς, ὅτι εἰς αὐτὴν μόνον φυλάττεται ἡ Ἐλευθερία τοῦ ἀνθρώπου, τί ἐστὶ Ἐλευθερία, ὁπόσων μεγάλων κατορθωμάτων εἶναι πρόξενος, ὅτι τάχιστα ἡ Ἑλλὰς πρέπει νὰ συντρίψῃ τὰς ἁλύσους της, ποῖαι ἐστάθησαν αἱ αἰτίαι ὁποὺ μέχρι τῆς σήμερον τὴν ἐφύλαξαν δούλην, καὶ ὁποῖαι εἶναι ἐκεῖναι, ὁποὺ μέλλει νὰ τὴν ἐλευθερώσωσι.

—————
Συντεθείς τε καὶ Τύποις ἐκδωθεὶς ἰδίοις
ἀναλώμασι πρὸς ὠφέλειαν τῶν Ἑλλήνων
ΠΑΡΑ
ΑΝΟΝΙΜΟΥ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΟΣ.
Ἐν Ἰταλίᾳ, 1806.

Ο συγγραφέας του έργου αφιερώνει αυτό στον Ρήγα Βελεστινλή με την ακόλουθη επιτύμβια μορφή:

ΕΙΣ ΤΟΝ ΤΥΜΒΟΝ
Τοῦ μεγάλου καὶ ἀειμνήστου Ἕλληνος
ΡΗΓΑ
τοῦ ὑπὲρ τῆς σωτηρίας τῆς Ἑλλάδος ἐσφαγιασθέντος
χάριν εὐγνωμοσύνης ὁ συγγραφεὺς τὸ
πονημάτιον τόδε ὡς δῶρον ἀνατίθησι.
Exoriare aliquis nostris ex ossibus ultor

Η τελευταία φράση είναι στίχος του Βιργιλίου (IV. 625) που ο ίδιος ο συγγραφέας μεταφράζει στην καθαρεύουσα: «Ἀναφανῆναι τις ἐκ τῶν ὀστέων ἡμῶν ἔκδικος» (=Μέσα από τα οστά μας θα ξεπηδήσει ο εκδικητής), συμπληρώνοντας στη συνέχεια:

«Εἰς ποῖον ἄλλον ἔπρεπε νὰ ἀναθέσω ἐγὼ τὸ παρόν μου πονημάτιον, ὦ ἀξιάγαστε Ἥρως, παρὰ εἰς ἐσὲ ὁποὺ ἐστάθης ὁ πρόδρομος μιᾶς ταχέας ἐλευθερώσεως τῆς κοινῆς πατρίδος μας Ἑλλάδος, καὶ ἐθυσίασες τὴν ζωήν σου δι' ἀγάπην της; Δέξαι το λοιπὸν μὲ τὸ συνηθισμένον σου ἑλληνικόν, ἱλαρὸν καὶ καταδεκτικὸν βλέμμα, καὶ δέξαι το πρὸς τούτοις ὡς ἀρραβῶνα ἐκδικήσεως τοῦ λαμπροῦ αἵματός σου κατὰ τῶν τυράννων τῆς Ἑλλάδος. Ἡ δὲ Ἑλλὰς ἅπασα θέλει δοξάσει διὰ παντὸς τὸ ἀθάνατον ὄνομά σου, συναριθμοῦσα αὐτὸ εἰς τὸν κατάλογον τῶν Ἐπαμεινώντων, Λεωνίδων, Θεμιστοκλέων, καὶ Θρασυβούλων.»

Η σκόπιμη παράθεση της παραπάνω αφιέρωσης, που αποτελεί τον πρώτο γραπτό τιμητικό λόγο υπέρ του Ρήγα, φανερώνει τέσσερα αξιοπρόσεκτα σημεία:

  1. Το 1806 ήδη ο όρος «Ελλάς» κυριαρχεί στη βαλκανική περιφέρεια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.
  2. Μόλις επτά χρόνια από τον θάνατο του Ρήγα στο φρούριο Neboisa και το όνομά του όχι μόνο έχει περάσει στη συνείδηση των υπόδουλων Ελλήνων, αλλά και έχει καταστεί σύμβολο ελληνικής εθνεγερσίας.
  3. Ο συγγραφέας παρουσιάζεται με πάθος ως συνεχιστής του έργου του Ρήγα. Και
  4. Ο συγγραφέας έχει μεγάλη πεποίθηση ότι ο ξεσηκωμός των Ελλήνων είναι εφικτός πολύ σύντομα, και όλα αυτά το 1806.

Επιλογές κειμένουΕπεξεργασία

Αμέσως μετά, την αφιέρωση του συγγραφέα, ακολουθεί μία σελίδα με μόνο τρεις λέξεις «ΣΤΟΧΑΣΟΥ, ΚΑΙ ΑΡΚΕΙ». Με τη φράση αυτή, καταφανής είναι η προσπάθεια του συγγραφέα να κάνει τον αναγνώστη συνειδητό άτομο που να αναζητά και να κρίνει. Στη συνέχεια ακολουθεί μια προειδοποίηση υπό μορφή γράμματος του συγγραφέα προς τον αναγνώστη που έχει ως ακολούθως: «Ὦ Ἀναγνῶστα! […] ἀνίσως ὁμοιάζεις ἐκείνους ὁποὺ προφέρουσι τὸ ὄνομα τῆς Ἑλλάδος χωρὶς νὰ ἀναστενάζωσι, νὰ μὴν χάσῃς τὸν καιρόν σου ματαίως εἰς τὸ νὰ ἀναγνώσῃς τὸ πονημάτιόν μου τοῦτο. Ἔρρωσο.»

Στη συνέχεια αυτού, αρχίζει το πρώτο κεφάλαιο της Νομαρχίας αφιερωμένο στην Ελευθερία, θυμίζοντας επίκληση Ομήρου ή Ησιόδου: «Ἐσεῖς, ὦ ἀθάνατοι ψυχαὶ τῶν ἐλευθέρων προγόνων μου! ἐνδυναμώσατε τώρα τὸν ζῆλον μου μὲ τὰ ἡρωϊκά σας ἐντάλματα, διὰ νὰ ἐκφράσω, καθὼς πρέπει, τὰ τῆς ἐλευθερίας κάλλη εἰς τοὺς ἀπογόνους σας.» Μετά την επίκληση αυτή, ακολουθεί ένας χείμαρρος υπενθυμίσεων και νουθεσιών περικλείοντας σχεδόν όλη την μέχρι τότε ιστορία των Ελλήνων. Απευθυνόμενος δε σε σκλαβωμένους Έλληνες, ο συγγραφέας καταφέρνει να συνδέσει το εθνικό με το πανανθρώπινο.

Ο συγγραφέας του έργουΕπεξεργασία

Ο συγγραφέας του έργου παρά τις συστηματικές και επίμονες έρευνες μελετητών δεν έγινε ποτέ γνωστός και το πρόβλημα αυτό συνεχίζει μέχρι σήμερα να απασχολεί την ελληνική γραμματεία. Για το ποιος μπορεί να κρύβεται πίσω από την «Ανωνυμία του Έλληνα» έχουν προταθεί κατά καιρούς πολλά ονόματα όπως οι εξ Ιωαννίνων Αθανάσιος Ψαλίδας, Σπυρίδων Σπάχος, και Ιωάννης Κωλέττης, ο Κορίνθιος ιατρός Γεώργιος Καλαράς, ο Γεώργιος Γεννάδιος, ο Ιωάννης Δονάς, ο Διονύσιος Ταγιαπέρας, ο Δημήτριος Γουζέλης, ο Κωνσταντίνος Οικονόμος, ο Χριστόφορος Περραιβός κ.ά. Για τον Κορδάτο ο συντάκτης του ήταν μαθητής του Παμπλέκη, κι αυτό διότι εξαρτάται από το περιεχόμενο της απάντησης του Παμπλέκη σε βάρος των πολέμιών του και κατηγόρων του (Διονύσιος Πλαταμένας, Γοβδελάς από τη Ραψάνη, Δωρόθεος Βουλισμάς και Ιωάννη Τατλικάρη) και από άλλο ανέκδοτο έργο του Ακαρνάνα λογίου.[2] Το 1978 με κάποια ανακοίνωση στην Ακαδημία Αθηνών υποστηρίχθηκε ως συγγραφέας του έργου ο Αδαμάντιος Κοραής. Η άποψη όμως αυτή δεν φάνηκε να ευσταθεί, επειδή στο αρχέτυπο κείμενο υφίστανται ορθογραφικά λάθη και πολλές αδόκιμες λέξεις χωρίς φιλολογικό ύφος σε αντίθεση με τα έργα του Κοραή. Βασικό επίσης σημείο είναι ότι ο «Ανώνυμος» ζητά την άμεση έναρξη του Αγώνα, σε αντίθεση με τον Κοραή που υποστηρίζει ότι πρώτα το έθνος πρέπει να μορφωθεί και στη συνέχεια να διεκδικήσει την ελευθερία του. Πάντως από το ίδιο το κείμενο διαφαίνεται ότι ο «Ανώνυμος» ήταν εγγράμματος, είχε διαβάσει αρχαίους Έλληνες συγγραφείς, καθώς και εγκυκλοπαιδιστές της εποχής του γαλλικού διαφωτισμού, βαθιά επηρεασμένος από τον Ρήγα, γνώριζε πολύ καλά την Αυλή του Αλή Πασά, συνεπώς τα Ιωάννινα και μιλούσε επίσης γαλλικά και ιταλικά.

ΚρίσειςΕπεξεργασία

Η Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια χαρακτηρίζει την Ελληνική Νομαρχία ως ιδιαίτερα τολμηρό, επαναστατικό και αντιτυραννικό έργο[3].

Ο Ε. Παπανούτσος γράφει σχετικά: «Είναι μια ανθρώπινη και ελληνική συνάμα φωνή. Το γεγονός ότι και σήμερα δεν μπορούμε να την καταλάβουμε και να την εκτιμήσουμε εντελώς, δεν είναι σε βάρος της, αλλά σε βάρος μας. Αν ανασταινόταν από τον τάφο, πολύ θα πικραινόταν ο Ανώνυμος εκείνος Έλλην, που θα έβλεπε ότι κάμποσες σελίδες του διατηρούν ζέουσα ακόμη την επικαιρότητά τους.»

Ο Κ. Δημαράς αποκαλεί την Ελληνική Νομαρχία «λαμπρό μνημείο μιας από τις μεγάλες στιγμές του Ελληνισμού», ενώ ο Γ. Κορδάτος εκτιμά πως «είναι ένας φιλιππικός ενάντια στη ρωμαίικη φεουδαρχία».

Οι μελετητές του έργου που το ανέδειξαν και το εξέδωσαν ξανά μετά τον Β΄ Παγκοσμιο Πόλεμο, έγραψαν επίσης:

  • «Βιβλίο που έκλεισε μέσα του όλη την Ελλάδα.» (Γ. Βαλέτας)
  • «Καταχωνιασμένος θησαυρός. Πρέπει να στολίζει κάθε βιλιοθήκη και να βρίσκεται στο σπίτι κάθε πατριώτη.» (Ν. Βέης)
  • «Ένα ιστορικό τεκμήριο σαν ένα εθνικό κληροδότημα.» (Μ. Σιγούρος)
  • «Ἱστορικὸν μνημεῖον τὸ ὁποῖον δὲν πρέπει νὰ μείνῃ ἀχρησιμοποίητον.» (Ν. Τωμαδάκης)
  • «Σφοδρό κατηγορητήριο ενάντια στους αντιδραστικούς, Φαναριώτες, κοτζαμπάσηδες και κληρικούς.»[2]

ΣημειώσειςΕπεξεργασία

Το βιβλίο αυτό, αρχικά αντίτυπα του οποίου έχουν διασωθεί ελάχιστα, μεταξύ των οποίων και αυτό που υφίσταται στη Γεννάδειο Βιβλιοθήκη, επανεκδόθηκε με εισαγωγή και σχόλια από το Νικόλαο Β. Τωμαδάκη το 1948 και τον Γεώργιο Βαλέτα επίσης το 1948 και το 1957[4]. Στις επανεκδόσεις αυτές αναφέρονται και τα προβλήματα περί του πραγματικού συγγραφέα και του τόπου αρχικής έκδοσης, καθώς και παλαιότερη βιβλιογραφία.

ΠαραπομπέςΕπεξεργασία

  1. Ιερόθεος, επίσκοπος Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου, «Η Εκκλησία στην Τουρκοκρατία». Στο Η προσφορά του ιερού κλήρου και των ιερών μονών της Φωκίδος στο έθνος και την περιοχή της στην περίοδο της Τουρκοκρατίας, στην Εθνεγερσία του 1821 και τη Νεοελληνική Περίοδο, Πρακτικά Συνεδρίου, 23-25 Νοεμβρίου 2007, Άμφισσα 2010, σελ. 218-223.
  2. 2,0 2,1 Γιάνης Κορδάτος, Ιστορία της νεοελληνικής λογοτεχνίας. Από το 1453 ως το 1961, τόμ. α΄, εκδ. Επικαιρότητα, Αθήνα 1983, σελ.148-149.
  3. Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, τομ. γ΄ (συμπλήρωμα), Εκδ. Φοίνιξ, Αθήνα 1957, σελ. 834.
  4. Μιχάλης Ν. Κατσίγερας, «Η "Ελληνική Νομαρχία", ένα φιλολογικό θρίλερ», εφημ. Η Καθημερινή (Αθήνα), 3 Απριλίου 2016.

Εξωτερικοί σύνδεσμοιΕπεξεργασία