Άνοιγμα κυρίου μενού

Ο Ελληνιστικός Ιουδαϊσμός ήταν μια μορφή Ιουδαϊσμού στην κλασική αρχαιότητα που συνδύαζε την εβραϊκή θρησκευτική παράδοση με στοιχεία του ελληνικού πολιτισμού. Μέχρι την πτώση της Δυτικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας και τις πρώιμες μουσουλμανικές κατακτήσεις της ανατολικής Μεσογείου, τα κύρια κέντρα του Ελληνιστικού Ιουδαϊσμού ήταν η Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου και η Αντιόχεια (σήμερα στη νότια Τουρκία), οι δύο κύριοι ελληνικοί αστικοί οικισμοί της Μέσης Ανατολής και της Βόρειας Αφρικής, οι οποίοι ιδρύθηκαν στα τέλη του 4ου αιώνα π.Χ., μετά τις κατακτήσεις του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Ο Ελληνιστικός Ιουδαϊσμός επίσης υπήρχε στην Ιερουσαλήμ κατά τη διάρκεια της ιουδαϊκής περιόδου του Δεύτερου Ναού, όπου υπήρξε σύγκρουση μεταξύ των Εξελληνισμένων και των παραδοσιακών (των μερικές φορές αποκαλούμενων Ιουδαϊστών).

Το σημαντικότερο λογοτεχνικό προϊόν της επαφής του Ιουδαϊσμού της περιόδου του Δεύτερου Ναού και του ελληνιστικού πολιτισμού είναι η Μετάφραση των Εβδομήκοντα της εβραϊκής Βίβλου από την Βιβλική Εβραϊκή γλώσσα και τα βιβλικά Αραμαϊκά στην Κοινή Ελληνική, και πιο συγκεκριμένα, στην εβραϊκή Κοινή Ελληνική.[1] Άξιες αναφοράς επίσης είναι οι φιλοσοφικές και ηθικές πραγματείες του Φίλου και τα ιστοριογραφικά έργα των άλλων Ελληνιστικών Εβραίων συγγραφέων.[2]

Η παρακμή του ελληνιστικού ιουδαϊσμού ξεκίνησε τον 2ο αιώνα και οι αιτίες του δεν είναι ακόμη πλήρως κατανοητές. Ίσως τελικά να περιθωριοποιήθηκε, να απορροφήθηκε εν μέρει ή να έγινε προοδευτικά ο πυρήνας της ελληνόφωνης Πρωτοχριστιανικής Περιόδου, με επίκεντρο την Αντιόχεια και τις παραδόσεις της, όπως η Μελχιτική Ελληνική Καθολική Εκκλησία και η Ελληνική Ορθόδοξη Εκκλησία της Αντιόχειας.

ΕλληνισμόςΕπεξεργασία

 
Χάρτης της αυτοκρατορίας του Αλεξάνδρου που εκτείνεται ανατολικά και νότια της αρχαίας Μακεδονίας .

Οι κατακτήσεις του Αλέξανδρου στα τέλη του τέταρτου αιώνα π.Χ. διέδωσε τον ελληνικό πολίτισμο και τον αποικισμό—μια διαδικασία πολιτιστικής αλλάγης που ονομάστηκε Εξελληνισμός— σε μη ελληνικές χώρες, συμπεριλαμβανόμενου και του Λεβάντε. Αυτά έφεραν τον ερχομό της Ελληνιστικής περιόδου, με σκοπό την δημιουργία ενός κοινού ή παγκόσμιου πολιτισμού στην Αλεξανδρινή αυτοκρατορία βασισμένο σε αυτόν της Αθήνας του 5ου αιώνα, μαζί με σύντηξη των πολιτισμών της Εγγύς Ανατολής.[3] Η περίοδος χαρακτηρίζεται από ένα νέο κύμα ελληνικού αποικισμού, το οποίο δημιούργησε ελληνικές πόλεις και βασίλεια στην Ασία και την Αφρική,[4] με την πιο διάσημη να είναι η Αλεξάνδρια στην Αίγυπτο. Οι νέες πόλεις που δημιουργήθηκαν αποτελούταν από αποίκους οι οποίοι ήρθαν από διάφορα μέρη του ελληνικού κόσμου, και όχι από κάποια συγκεκριμένη μητρόπολη όπως συνέβη πριν.[4]

 
Μωσαϊκό πάτωμα Εβραϊκής Συναγωγής στην Αίγινα (300 π.Χ.).

Αυτοί οι Εβραίοι που ζούσαν σε χώρες δυτικά του Λεβάντε σχημάτισαν την ελληνιστική διασπορά. Η αιγυπτιακή διασπορά είναι η πιο γνωστή από αυτές.[5] Παρατηρήθηκαν στενοί δεσμοί, μάλιστα και με την σφιχτή οικονομική ενσωμάτωση, της Ιουδαίας με την Πτολεμαϊκή βασιλεία που κυβερνούσε από την Αλεξάνδρεια και με τις φιλικές σχέσεις που υπήρχαν μεταξύ της βασιλικής αυλής και των ηγετών της εβραϊκής κοινότητας. Αυτή ήταν μια διασπορά επιλογής, όχι επιβολής. Οι πληροφορίες είναι λιγότερο ισχυρές όσον αφορά τις διασπορές σε άλλες περιοχές. Δείχνει ότι η κατάσταση ήταν γενικά η ίδια όπως και στην Αίγυπτο.[6]

Η εβραϊκή ζωή τόσο στην Ιουδαία όσο και στη διασπορά επηρεάστηκε από τον πολιτισμό και τη γλώσσα του Ελληνισμού. Οι Έλληνες είδαν ως ευνοϊκή την εβραϊκή κουλτούρα, ενώ αντίστροφα, ο Ελληνισμός απέκτησε υποστηρικτές μεταξύ των Εβραίων. Ενώ ο Ελληνισμός παρουσιάστηκε μερικές φορές (υπό την επιρροή του Β' Μακκαβαίων, ένα έργο γραμμένο στην ελληνική γλώσσα) ως απειλή αφομοίωσης διαμετρικά αντίθετης με την εβραϊκή παράδοση,

Η προσαρμογή στο ελληνικό πολιτισμό δεν απαιτούσε συμβιβασμό των εβραϊκών νόμων ή της συνείδησης. Όταν ένα ελληνικό γυμνάσιον ιδρύονταν στην Ιερουσαλήμ, εγκαθιδρύονταν από κάποιον υψηλόβαθμο Εβραίο ιερέα. Και άλλοι ιερείς άρχισαν σύντομα να διαγωνίζονται σε αγώνες πάλης στην παλαίστρα. Δεν πίστευαν ότι τέτοιες δραστηριότητες υπονόμευαν τα ιερατικά τους καθήκοντα.

— Erich S. Gruen[7]:73–74

Το κύριο θρησκευτικό θέμα που διαχώριζε τους εξελληνισμένους Εβραίους από τους παραδοσιακούς Εβραίους ήταν η εφαρμογή των βιβλικών νόμων σε μία ελληνιστική (ή ρωμαϊκή ή άλλη μη εβραϊκή) αυτοκρατορία.[8]

Ελληνιστικοί κυβερνήτες της ΙουδαίαςΕπεξεργασία

Υπό την επικυριαρχία της Πτολεμαϊκής βασιλείας και αργότερα της αυτοκρατορίας των Σελευκιδών, στην Ιουδαία παρατηρήθηκε μία περίοδος ειρήνης και προστασίας των θεσμών της.[9] Για την βοήθεια τους ενάντια στους πτολεμαϊκούς εχθρούς τού, ο Αντίοχος Γ΄ ο Μέγας υποσχέθηκε στους Εβραίους υπηκόους του μείωση σε φόρους και χρήματα για την επιδιόρθωση της πόλης της Ιερουσαλήμ και του Δεύτερου Ναού.

Οι σχέσεις επιδεινώθηκαν υπό την κυριαρχία του διάδοχου του Αντιόχου, Σέλευκου Δ΄ Φιλοπάτωρ, και αργότερα, για λόγους που δεν είναι πλήρως κατανοητοί, ο διάδοχός του, Αντίοχος Δ΄ Επιφανής ανέτρεψε ριζικά την προηγούμενη πολιτική σεβασμού και προστασίας, απαγορεύοντας σημαντικές εβραϊκές θρησκευτικές τελετές και παραδόσεις στην Ιουδαία (αν και το ίδιο δεν συνέβη στην διασπορά) και προκαλώντας μια επανάσταση των παραδοσιακών ενάντια στην ελληνική κυριαρχία. Αποτέλεσμα αυτής της επανάστασης ήταν η συγκρότηση ενός ανεξάρτητου εβραϊκού βασιλείου γνωστό ως Ασμοναϊκή δυναστεία, η οποία διήρκεσε από το 165 π.Χ. μέχρι το 63 π.Χ. Η Ασμοναϊκή δυναστεία τελικά αποσυντέθηκε λόγω εμφύλιου πολέμου, ο οποίος συνέπεσε με εμφύλιους πολέμους στην Ρώμη. Α

Ασμοναϊκός εμφύλιος πόλεμοςΕπεξεργασία

Ο Ασμοναϊκός εμφύλιος πόλεμος ξεκίνησε όταν ο αρχιερέας Υρκανός Β' (υποστηρικτής των Φαρισαίων) ανατράπηκε από τον νεότερο αδερφό του, Αριστόβουλο Β' (υποστηρικτή των Σαδδουκαίων). Μία τρίτη φατρία, αποτελούμενη κυρίως από Ιδουμαίους από την πόλη Μαρίσα, με ηγέτες τον Αντίπατρο και τον γιο του Ηρώδη, επανεγκατέστησε τον Υρκανό, ο οποίος, σύμφωνα με τον Ιώσηπο, ήταν απλά μαριονέτα του Αντίπατρου. Το 47 π.Χ., ο Αντίγονος, ανιψιός του Υρκανού Β' και γιος του Αριστόβουλου Β' ζήτησε από τον Ιούλιο Καίσαρα άδεια να ανατρέψει τον Αντίπατρο. Ο Καίσαρας τον αγνόησε, και το 42 π.Χ. ο Αντίγονος, με την βοήθεια των Πάρθων νίκησε τον Ηρώδη. Ο Αντίγονος κυβέρνησε για μόνο τρία χρόνια, μέχρι που ο Ηρώδης. με την βοήθεια της Ρώμης, τον ανέτρεψε και έβαλε να τον εκτελέσουν. Ο Αντίγονος ήταν ο τελευταίος Ασμοναίος ηγέτης.

ΕπιρροήΕπεξεργασία

Το μεγαλύτερο λογοτεχνικό προϊόν της επαφής του Ιουδαϊσμού με τον ελληνιστικό πολιτισμό είναι η Μετάφραση των Εβδομήκοντα, όπως και η Σοφία Σολομώντος, η Σοφία Σειράχ, τα Απόκρυφα και η ψευδεπιγραφική «αποκαλυπτική» λογοτεχνία (όπως η Ανάληψις Μωυσέως, οι Διαθήκαι των ΙΒ' Πατριαρχών, ο Βαρούχ, η Ελληνική Αποκάλυψη του Βαρούχ, κτλ.) που χρονολογούνται εκείνη την περίοδο. Σημαντικές πηγές είναι Φίλων ο Αλεξανδρεύς και ο Ιώσηπος Φλάβιος. Κάποιοι μελετητές[10] εκτιμούν ότι και ο Σαύλος Ταρσεύς ήταν ελληνιστής, αν και ο ίδιος αποκαλούσε τον εαυτό του Φαρισαίο (Πράξεις 23:6).

Ο Φίλων ο Αλεξανδρεύς ήταν σημαντικός απολογητής του Ιουδαϊσμού, παρουσιάζοντάς τον ως παράδοση σεβαστής αρχαιότητας, παρά κάποια βάρβαρη λατρεία κάποιας ασιατικής νομαδικής φυλής, και ότι το δόγμα του μονοθεϊσμού του είχε τις αναμενόμενες δοξασίες της ελληνιστικής φιλοσοφίας. Ο Φίλων μπόρεσε να αδράξει την εβραϊκή παράδοση και να χρησιμοποιήσει τα έθιμα τα οποία οι Έλληνες έβλεπαν ως πρωτόγονα ή εξωτικά ως βάση για μεταφορές: όπως η "περιτομή της καρδιάς" στην επιδίωξη της αρετής.[11] Συνεπώς, ο ελληνιστικός ιουδαϊσμός έδωσε έμφαση στο μονοθεϊστικό δόγμα (εις θεός), και αντιπροσωπεύεσαι τον λόγο και την σοφία ως απόρροια Θεού.

Πέρα από την Ταρσό, την Αλεξανδρέττα, την Αντιόχεια και την βορειοδυτική Συρία (τα κύρια "κιλικιακά και ασιατικά" κέντρα του ελληνιστικού ιουδαϊσμού στον Λεβάντε), στο δεύτερο μισό της περιόδου του Δεύτερου Ναού παρατηρήθηκε επιτάχυνση του εξελληνισμού σε ολόκληρο το Ισραήλ, με πολλούς Εβραίους αρχιερείς και αριστοκράτες να υιοθετούν ελληνικά ονόματα:

Ο 'Χόνι' έγινε 'Μενέλαος', ο 'Τζόσουα' έγινε 'Ιάσονας' ή 'Ιησούς'. Η ελληνική επιρροή διείσδυσε στα πάντα, και ακόμη στα ίδια τα οχυρά του Ιουδαϊσμού άλλαξε την οργάνωση της πολιτείας, τους νόμους, και τις δημόσιες σχέσεις, την τέχνη, την επιστήμη, και την βιομηχανία, επηρεάζοντας ακόμη και τις συνηθισμένες πλευρές της ζωής και τις κοινές σχέσεις των ανθρώπων [...] Η επιγραφή που απαγόρευε στους ξένους να προχωρήσουν πέρα από ένα συγκεκριμένο σημείο στον Ναό ήταν στα ελληνικά, και μάλλον ήταν αναγκαίο να γίνεται έτσι λόγω της παρουσίας πολυάριθμων Εβραίων από ελληνόφωνες χώρες κατά την διάρκεια των εορτών. (Πράξεις 6:1). Τα ταμία στον Ναό τα οποία περιείχαν τις συνεισφορές χρημάτων ήταν σημαδεμένα με ελληνικά γράμματα (Σεκ. 3:2). Οπότε δεν πρέπει να προκαλεί εντύπωση οτί υπήρχαν συναγωγές Λεβαντίνων, Κυρηναίων, Αλεξανδρινών, Κιλικιανών και Ασιατικών στην ίδια την Αγία πόλη (Πράξεις 6:9).[12]

ΠαραπομπέςΕπεξεργασία

  1. Davies, W. D. (William David), 1911-2001,; Finkelstein, Louis, 1895-1991,. The Cambridge history of Judaism. Vol. 2, The Hellenistic age. Cambridge. ISBN 9781139055123. 317594760. 
  2. Walter, Nikolaus (1987). Jüdisch-hellenistische Literatur vor Philon von Alexandrien.ANRW II: 20.1.67-120. Βερολίνο, Γερμανία: De Gruyter. σελ. 67-120. 
  3. MacLeod, Roy M. (2004). The Library of Alexandria : centre of learning in the ancient world (New pbk. ed έκδοση). London: I.B. Tauris. ISBN 9781441679482. 680036296. 
  4. 4,0 4,1 Wilcken, Ulrich (1962). Griechische Geschichte im Rahmen der Alterumsgeschichte. Oldenbourg. 
  5. «Syracuse University. "The Jewish Diaspora in the Hellenistic Period"». Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 6 Απριλίου 2012. Ανακτήθηκε στις 11 Σεπτεμβρίου 2013. 
  6. Hegermann, Harald (1990). «Chapter 4: The Diaspora in the Hellenistic age». Στο: Davies, W.D. The Cambridge history of Judaism (1. publ. έκδοση). Cambridge: Cambridge University Press. σελίδες 115–166. ISBN 9781139055123. 
  7. Gruen, Erich S. (1997). «Fact and Fiction: Jewish Legends in a Hellenistic Context». Hellenistic Constructs: Essays in Culture, History, and Historiography. University of California Press, σσ. 72 ff. 
  8. "Hellenism", Jewish Encyclopedia, Quote: "Post-exilic Judaism was largely recruited from those returned exiles who regarded it as their chief task to preserve their religion uncontaminated, a task that required the strict separation of the congregation both from all foreign peoples (Ezra x. 11; Neh. ix. 2) and from the Jewish inhabitants of Palestine who did not strictly observe the Law (Ezra vi. 22; Neh. x. 29). "
  9. Gruen, Erich S. (1993). «Hellenism and Persecution: Antiochus IV and the Jews». Στο: Green, Peter, επιμ. Hellenistic History and Culture. University of California Press, σσ. 238 ff. 
  10. "Saul of Tarsus: Not a Hebrew Scholar; a Hellenist", Jewish Encyclopedia
  11. E. g., Leviticus 26:41, Ezekiel 44:7
  12. "Hellenism", Jewish Encyclopedia, Quote: from 'Range of Hellenic Influence' and 'Reaction Against Hellenic Influence' sections