Άνοιγμα κυρίου μενού
Η αυλή του Εμιράτου Ντουράνι στο Αφγανιστάν το 1839

Ο Εμίρης (أمير, Αμίρ στα αραβικά) σημαίνει ηγεμόνας, διοικητής, στρατηγός ή πρίγκιπας και γενικώς αποτελεί τίτλο υψηλού διοικητικού αξιώματος. Ο όρος χρησιμοποιήθηκε ευρέως στον ισλαμικό κόσμο και με διάφορες παραφθορές και αλλού. Ως εμίρηδες θεωρούνται γενικώς οι υψηλόβαθμοι σεΐχηδες, αλλά στα μοναρχικά κράτη ο όρος χρησιμοποιείται επίσης και για τους πρίγκιπες, με τον όρο εμιράτο να αποτελεί το αντίστοιχο του πριγκιπάτου[1].

Η θηλυκή μορφή είναι η εμίρα (أميرة ʾamīrah)

ΠροέλευσηΕπεξεργασία

 
Ο Εμίρης του Κάνο Σανούσι Λαμίντο Σανουσί
 
Ο Φαρούκ της Αιγύπτου, εμίρης του Βασίλειο της Αιγύπτου και του Σουδάν, στην ενθρόνιση του ως βασιλιάς Φαρούκ Α΄

Η λέξη αμίρ, που σημαίνει κύριος, προέρχεται από την αραβική ρίζα α-μ-ρ, που σημαίνει "οδηγώ, είμαι επικεφαλής". Χρησιμοποιήθηκε αρχικά για αναφορά σε κυβερνήτες, συνήθως σε μικρότερα κράτη, ενώ στα σύγχρονα αραβικά είναι ισοδύναμη με την λέξη πρίγκιπας[2]. Ήταν ένας από τους τίτλους του μωαμεθανού προφήτη Μωάμεθ.

ΠαραπομπέςΕπεξεργασία

  1. The West: A Narrative History, Volume Two (2 έκδοση). CTI Reviews. 2016, σελ. 661. ISBN 9781478439394. https://books.google.com/books?id=0Ldso7144ywC&pg=PT661&lpg=PT661. Ανακτήθηκε στις 9 December 2017. «Emir ('commander' or 'general', also 'King'; also transliterated as amir, aamir or ameer) is a high title of nobility or office, used throughout the Muslim world. Emirs are usually considered high-ranking sheikhs, but in monarchical states the term is also used for princes, and princesses with 'Emirate' being analogous to principality in this sense.» 
  2. Harper, Douglas. «amir (n.)». Online Etymology Dictionary. Ανακτήθηκε στις 29 June 2017. 

Εξωτερικοί σύνδεσμοιΕπεξεργασία