Ζακ Ρου

Γάλλος ιερέας και επαναστάτης


Ο Ζακ Ρου (Jacques Roux) (21 Αυγούστου 1752 – 10 Φεβρουαρίου 1794) ήταν ριζοσπάστης Καθολικός ιερέας ο οποίος είχε ενεργό ρόλο στην πολιτική κατά τη διάρκεια της γαλλικής Επανάστασης.[5] Ο ίδιος ανέπτυξε επιδέξια τα ιδανικά της λαϊκής δημοκρατίας και της αταξικής κοινωνίας στα πλήθη του Παρισιού στους αβράκωτους (Sans-culottes) στην εργατική τάξη, τους μισθωτούς και τους καταστηματάρχες ριζοσπαστικοποιώντας τους και καθιστώντας τους  επικίνδυνη επαναστατική δύναμη. Έγινε ηγέτης μιας δημοφιλούς άκρας αριστεράς.[6]

Ζακ Ρου
Jacques Roux - gravure de J.-Frédéric Cazenave.jpg
Γενικές πληροφορίες
Όνομα στη
μητρική γλώσσα
Jacques Roux (Γαλλικά)
Γέννηση21  Αυγούστου 1752[1][2]
Pranzac[3]
Θάνατος10  Φεβρουαρίου 1794[1]
Bicêtre
Αιτία θανάτουαπώλεια αίματος
Συνθήκες θανάτουαυτοκτονία
Τόπος ταφήςCimetière de Gentilly
Χώρα πολιτογράφησηςΓαλλία
ΘρησκείαΚαθολική Εκκλησία
Εκπαίδευση και γλώσσες
Ομιλούμενες γλώσσεςΓαλλικά[4]
Πληροφορίες ασχολίας
Ιδιότηταπολιτικός
πρεσβύτερος
καθολικός ιερέας
Πολιτική τοποθέτηση
Πολιτικό κόμμα/ΚίνημαΛυσσασμένοι
Commons page Σχετικά πολυμέσα

Το πολιτικό του πρόταγμαΕπεξεργασία

Το 1791 ο Ρου, εξελέγη μέλος της παρισινής Κομμούνας. Όταν η Πρώτη γαλλική Δημοκρατία ξεκίνησε το 1792, ο Ρου ευθυγραμμίστηκε με την πολιτική παράταξη που ήταν γνωστή ως Enragés (Λυσσασμένοι) . Ο Ρου θεωρούνταν ο πιο ακραίος εκπρόσωπος της αριστεράς για τα συμφέροντα των Παριζιάνων «Αβράκωτων» (sans-culottes).

Ως εκ τούτου ο Ρου αγωνίστηκε για μια οικονομικά ίση κοινωνία, μετατρέποντας τα πλήθη των «Αβράκωτων» ενάντιους στην αστική αποχαύνωση των Ιακωβίνων.[7] Απαίτησε το φαγητό να είναι διαθέσιμο σε κάθε μέλος της κοινωνίας, και κάλεσε να εκτελούνται οι πλούσιοι σε περίπτωση που το συσσώρευαν. Ο Ρου εξέφραζε ακούραστα τα αιτήματα των φτωχών  του Παρισινού πληθυσμού, να κατάσχουν τον πλούτο των αριστοκρατών και να προσφέρουν οικονομικά προσιτό ψωμί.

Έγινε αρκετά δημοφιλής καθώς τη στιγμή που ο διαχωρισμός μεταξύ των Γιρονδίνων (Girondins) και των Ορεινών (The Mountain) μεγάλωνε, η φωνή του βοήθησε να απομακρυνθούν οι Γιρονδίνοι (ημέρες της 31 Μαΐου και 2 Ιουνίου 1793) από την Εθνική Συνέλευση το 1793.[8]

Το μανιφέστο των EnragésΕπεξεργασία

Το 1793 σε ένα  αμφιλεγόμενο διάγγελμα του για τη Συμβατική Εθνοσυνέλευση , ο Ρου διακήρυξε το Μανιφέστο των Μανιακών (ή Λυσσασμένων, manifeste des enragés) στο οποίο απαίτησε την κατάργηση της ατομικής ιδιοκτησίας και της ταξικής κοινωνίας στο όνομα του λαού που αντιπροσώπευε.[6] Με πολλούς τρόπους, ο Ρου και το μανιφέστο αυτό,  ήταν προφητικά στην πρόβλεψη πολλών από τα θέματα που ανέπτυξε o Καρλ Μαρξ στην αναλυτική θεωρία δεκαετίες αργότερα.

Σύντομα, η εμπρηστική ρητορική του Ρου πυροδότησε ταραχές για τα τρόφιμα και διατάραξε την ισορροπία δυνάμεων εντός της παρισινής Κομμούνας. Ο Ροβεσπιέρος, φοβούμενος ότι ο Ρου απειλούσε την κυριαρχία της κυβέρνησης των Ιακωβίνων, παρουσίασε κατηγορίες ότι είναι κατάσκοπος που σκόπιμα προσπαθεί να διαταράξει την επαναστατική κυβέρνηση και την Επιτροπή Κοινής Σωτηρίας.[1] Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, ο πρώην φίλος του Ρου, Ζαν-Πωλ Μαρά,  στράφηκε εναντίον του, γράφοντας στην εφημερίδα του, L'Ami du peuple, πως ο Ρου ήταν ψεύτικος ιερέας που ενδιαφέρονταν μόνο για τη θρησκεία  εφόσον του παρείχε εισόδημα.[7] Στις 7 Ιουλίου του 1793, οι εχθροί του Ρου κάλεσαν την Ελίζαμπεθ Μαργαρίτα Εμπέρ για ανάκριση, σε μια προσπάθεια να χρεώσουν στον Ρου εκβιασμούς και υπεξαίρεση των φιλανθρωπικών ταμείων. Η Εμπέρ είχε προσφάτως χηρεύσει και μείνει άπορη, και ο Ρου δύο χρόνια νωρίτερα, είχε συμφωνήσει να αναζητήσει χρήματα για την ίδια και την οικογένειά της. Όταν η ίδια ρωτήθηκε αν είχε απώτερο κίνητρο, απάντησε ότι: «δεν το πιστεύω ότι το έκανε».[5]  Ο Ρου δεν συνελήφθη τότε, αλλά τον Αύγουστο του 1793,  με τις κατηγορίες ότι είχε παρακρατήσει χρήματα τόσο από την χήρα Hébert όσο και από τη χήρα Mlle Beaurepaire. Ο Ρου διαβεβαίωσε την επαναστατική επιτροπή του τμήματος Gravilliers ότι δεν έκανε τίποτα τέτοιο και ότι οι κατηγορίες αποτελούσαν πλεκτάνη των εχθρών του.[5] O Ρου αποφυλακίστηκε με τη βοήθεια δύο φίλων του, και συνέχισε να πολεμά για τα ιδανικά του. Στις 5 Σεπτεμβρίου του 1793, ο Ρου κλείστηκε εκ νέου στη φυλακή.

ΘάνατοςΕπεξεργασία

Στις 14 Ιανουαρίου 1794, ο Ρου ενημερώθηκε ότι η υπόθεση του πρόκειται να δικαστεί από το Επαναστατικό Δικαστήριο. Όταν άκουσε  αυτή την είδηση, έβγαλε ένα μαχαίρι και μαχαίρωσε τον εαυτό του αρκετές φορές, αλλά δεν κατάφερε  το μοιραίο χτύπημα. Λιγότερο από ένα μήνα αργότερα, στις 10 Φεβρουαρίου του 1794, ενώ ανάρρωνε  στη φυλακή, ο Ρου μαχαίρωσε τον εαυτό του και πάλι, καταφέρνοντας να αυτοκτονήσει. Ήταν 41 ετών.[5]

Καθώς το  κίνημα των «Λυσσασμένων» (Enragés) άρχισε να υποχωρεί, η πιο μετριοπαθής φατρία του Ζακ Ρενέ Εμπέρ που έγινε γνωστή ως  Εμπερτιστές προσπάθησε να κερδίσει τους πρώην υποστηρικτές του και να συνεχίσει τον πολιτικό αγώνα εκεί που τον είχε αφήσει.[1]

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

ΠαραπομπέςΕπεξεργασία

  1. 1,0 1,1 1,2 (Γερμανικά) Εγκυκλοπαίδεια Μπρόκχαους. roux-jacques. Ανακτήθηκε στις 9  Οκτωβρίου 2017.
  2. 2,0 2,1 Dalibor Brozović, Tomislav Ladan: «Hrvatska enciklopedija» (Κροατικά) Ινστιτούτο Λεξικογραφίας «Μίροσλαβ Κρλέζα». 1999. 53509. ISBN-13 978-953-6036-31-8. ISBN-10 953-6036-31-2.
  3. «Большая советская энциклопедия» (Ρωσικά) The Great Russian Encyclopedia. Μόσχα. 1969. Ανακτήθηκε στις 28  Σεπτεμβρίου 2015.
  4. Εθνική Βιβλιοθήκη της Γαλλίας: (Γαλλικά) καθιερωμένοι όροι της Εθνικής Βιβλιοθήκης της Γαλλίας. data.bnf.fr/ark:/12148/cb119229754. Ανακτήθηκε στις 10  Οκτωβρίου 2015.
  5. Jacques Roux. Encyclopædia Britannica Online. Encyclopædia Britannica, 2011. Web. 04 Mar. 2011.
  6. Levy, Darline (1 Αυγούστου 1981). Women in Revolutionary Paris 1789-1795. University of Illinois Press. σελ. 145. 
  7. Higonnet, Patrice (25 Οκτωβρίου 1998). Goodness beyond Virtue: Jacobins during the French Revolution. Harvard University Press. σελ. 118. 
  8. Slavin, Morris. "Jacques Roux: A Victim of Vilification." French Historical Studies, Vol. 3, No. 4 (Autumn, 1964), pp. 525–537.

Εξωτερικοί σύνδεσμοιΕπεξεργασία