Ηνωμένον Κράτος των Ιονίων Νήσων

Χώρα στην νοτιοανατολική Ευρώπη

Το Ηνωμένον Κράτος των Ιονίων Νήσων (Ιταλικά: Stati Uniti delle Isole Ionie, αναφερόμενο και ως Ιόνιος Πολιτεία) ήταν ελληνικό ημιαυτόνομο κράτος και προτεκτοράτο του Ηνωμένου Βασιλείου στο Ιόνιο πέλαγος μεταξύ του 1815 και του 1864. Συνιστούσε το διάδοχο κράτος της Επτανήσου Πολιτείας. Το 1850 το Κοινοβούλιο των Επτανήσων ψήφισε την ένωσή τους με την Ελλάδα, αλλά η Μεγάλη Βρετανία ως εγγυήτρια δύναμη απέρριψε το ψήφισμα. Τελικά, η ένωση των Ιονίων Νήσων με την υπόλοιπη Ελλάδα επιτεύχθηκε με τη Συνθήκη του Λονδίνου που υπογράφηκε στις 29 Μαρτίου 1864.

Ηνωμένον Κράτος των Ιονίων Νήσων
Stati Uniti delle Isole Ionie (ιτ.)
1815 – 1864
Σημαία Έμβλημα
Πρωτεύουσα Κέρκυρα[1] 15,900[2]
Γλώσσες Ελληνικά[3]
Ιταλικά κατά περιπτώσεις[4]
Πολίτευμα Ομοσπονδιακή
Κοινοβουλευτική Δημοκρατία
και Προτεκτοράτο
Ιστορία
 -  Ίδρυση 9 Νοεμβρίου 1815
 -  Ένωση με την Ελλάδα 21 Μαΐου 1864
Πληθυσμός
 -  4,694 km²[5] εκτ.
236,000[5]
50,3 κατ./km² 
Νόμισμα Οβολός Ιονίου (1819-1863)

ΙστορίαΕπεξεργασία

Πριν από τους Πολέμους της Γαλλικής Επανάστασης, τα Ιόνια Νησιά αποτελούσαν μέρος της Δημοκρατίας της Βενετίας. Με τη Συνθήκη του Κάμπο Φόρμιο το 1797, η Δημοκρατία της Βενετίας, όπως και τα γαλλικά διαμερίσματα της Ελλάδος, προσαρτήθηκαν απο την Γαλλική Δημοκρατία.

Τον Ιούνιο του 1797, η άφιξη των Δημοκρατικών Γάλλων στην Κέρκυρα σήμανε το τέλος της βενετικής κυριαρχίας τεσσάρων αιώνων και τη διάχυση των ιδεών της Γαλλικής Επανάστασης στα Ιόνια Νησιά.

Μεταξύ του 1798 και του 1799, οι Γάλλοι εκδιώχθηκαν από μια Ρωσο-οθωμανική συμμαχία. Οι νέες αυτές δυνάμεις κατοχής ίδρυσαν την Επτάνησο Πολιτεία, που απολάμβανε σχετική ανεξαρτησία τελώντας υπό ονομαστική οθωμανική επικυριαρχία και ρωσικό έλεγχο από το 1800 έως το 1807. Τα νησιά του Ιονίου επανήλθαν εκ νέου στην κατοχή των Γαλλικών δυνάμεων μετά τη Συνθήκη του Τιλσίτ το 1807.

Μετά το πέρας μιας διετίας, η Αγγλία και η Γαλλία ενεπλάκησαν σε νέο πόλεμο· στις 2 Οκτωβρίου 1809, το Ηνωμένο Βασίλειο κατάφερε νίκη επί του γαλλικού στόλου στα ανοικτά της Ζακύνθου, καταλαμβάνοντας την Κεφαλονιά, τα Κύθηρα και τη Ζάκυνθο. Το 1810, οι Βρετανοί κατέλαβαν και τη Λευκάδα, ενώ το νησί της Κέρκυρας παρέμεινε υπό την κυριαρχία των Γάλλων μέχρι το 1814.

To 1814, η αντι-Ναπολεοντική συμμαχία Ρωσίας, Αυστρίας, Αγγλίας και Πρωσίας, συνομολόγησε με τη Γαλλία τη Συνθήκη των Παρισίων του 1814, η οποία προέβλεπε την ίδρυση ανεξάρτητου Επτανησιακού κράτους. Εντούτοις, στο επακόλουθο Συνέδριο της Βιέννης το 1814-1815 συμφωνήθηκε η τοποθέτηση των Ιονίων Νήσων υπό την αποκλειστική προστασία του Ηνωμένου Βασιλείου. Ακόμα, η Αυστριακή Αυτοκρατορία εξασφάλισε δικαιώματα διεξαγωγής εμπορίου στο Ιόνιο Πέλαγος όμοια με εκείνα της Μεγάλης Βρετανίας. Οι αποφάσεις αυτές επισημοποιήθηκαν με την επικύρωση του «Συντάγματος του Μαίτλαντ» στις 26 Αυγούστου 1817, το οποίο προέβλεπε μια ομοσπονδία των επτά νησιών υπό τη διοίκηση του Βρετανού αξιωματικού Θωμά Μαίτλαντ, που ορίστηκε ως πρώτος «Λόρδος Ύπατος Αρμοστής των Ιονίων Νήσων».

 
Το Ανάκτορο του Ηνωμένου Κράτους των Ιονίων Νήσων και έδρα της Ιονίου Γερουσίας στην Κέρκυρα· θεμέλιος λίθος 1819

Σημαντικός κοινοβουλευτικός σταθμός στην πορεία για την ένωση των Επτανήσων με την Ελλάδα υπήρξε η ίδρυση του Κόμματος των Ριζοσπαστών το 1848. Οι Ριζοσπάστες τόνιζαν την καταπάτηση του πορίσματος της Συνθήκης των Παρισίων του 1814 σύμφωνα με το οποίο τα Επτάνησα θα γίνονταν ανεξάρτητο και όχι υποτελές κράτος, όσο και τη διαστρέβλωση της έννοιας της «προστασίας» των Ιονίων Νησιών από τη Μεγάλη Βρετανία· η τελευταία, είχε επιβάλει στα Επτάνησα καθεστώς αποικίας, παρακάμπτοντας τις κοινοβουλευτικές διαδικασίες των Επτανησίων.

Στις 26 Νοεμβρίου 1850 ο Ριζοσπάστης βουλευτής Ιωάννης Δετοράτος Τυπάλδος πρότεινε στη βουλή ψήφισμα για την ένωση της Επτανήσου με την Ελλάδα το οποίο υπογράφηκε από τον ίδιο και 11 ακόμα βουλευτές. Η Βρετανία αντέδρασε έντονα συλλαμβάνοντας τους εμπλεκόμενους, εξορίζοντας ορισμένους εξ αυτών και παύοντας τη λειτουργία μιας μερίδας του Επτανησιακού τύπου που υποστήριζε την ένωση. Ειδικότερα, ο βουλευτής Ηλίας Ζερβός Ιακωβάτος εξορίστηκε στα Αντικύθηρα και ο Ιωσήφ Μομφεράτος στη νησίδα Ερείκουσα. Η οργάνωση των Ριζοσπαστών διασπάστηκε σε δύο επιμέρους κόμματα, το κόμμα των Παλιών Ριζοσπαστών (Κόμμα Αληθινών Ριζοσπαστών) που απέβλεπε σε ένωση με την Ελλάδα, ανεξαρτησία και δικαιοσύνη, με αρχηγούς τον Ηλία Ζερβό Ιακωβάτο και τον Ιωσήφ Μομφεράτο, και το Κόμμα των Ενωτικών Ριζοσπαστών (Νέοι ριζοσπάστες), ή απλά ενωτικών, που απέβλεπαν μόνο σε ένωση με την Ελλάδα, με αρχηγό τον Κωνσταντίνο Λομβάρδο.

 
Αναμνηστική φωτογραφία των πληρεξουσίων του Ιονίου κοινοβουλίου που ψήφισε την ένωση με την Ελλάδα, 5 Οκτωβρίου 1863

Στις 29 Μαρτίου 1864 οι εκπρόσωποι του Ηνωμένου Βασιλείου, της Ελλάδας, της Γαλλία και της Ρωσίας υπέγραψαν τη Συνθήκη του Λονδίνου, με τη δέσμευση της μεταβίβασης των νήσων στην Ελλάδα. Ο απώτερος σκοπός της Συνθήκης αυτής, ήταν η ενίσχυση της βασιλείας του προσφάτως εγκατασταθέντα βασιλιά Γεωργίου Α' των Ελλήνων. Εν κατακλείδι, στις 21 Μαΐου 1864 τα Επτάνησα ενώθηκαν με την Ελλάδα.[6]

ΓλώσσεςΕπεξεργασία

 
Το Ηνωμένον Κράτος των Ιονίων Νήσων κατά το έτος 1801

Σύμφωνα με το δεύτερο Σύνταγμα της Δημοκρατίας (1803), η Ελληνική ήταν η κύρια επίσημη γλώσσα των Επτανήσων. Τα Ιταλικά ήταν ακόμα σε χρήση, κυρίως για επίσημους σκοπούς, επιβεβλημένους από την Ενετική Δημοκρατία. Το μοναδικό νησί στο οποίο τα Ιταλικά (Ενετικά) είχαν μια ευρύτερη εξάπλωση ήταν η Κεφαλονιά, όπου ένας μεγάλος αριθμός των ατόμων που είχαν εγκατασταθεί από την εποχή των Βενετών είχαν ως κύρια γλώσσα τους την Ιταλική.

ΔιάρθρωσηΕπεξεργασία

Οι Ηνωμένες Πολιτείες των Ιονίων Νήσων ήταν μια ομοσπονδία των επτά νησιωτικών κρατών. Η κοινοβουλευτική αντιπροσώπευση καθενός εξ αυτών ήταν η εξής:

Κρατίδιο Πρωτεύουσα Βουλευτές
Κέρκυρα (Κορφού) Πόλη της Κέρκυρας 7
Κεφαλλονιά Αργοστόλι 7
Κύθηρα (Τσερίγκο) Πόλη των Κυθήρων 1 ή 2[7]
Ιθάκη Βαθύ 1 ή 2[7]
Παξοί Γάιος 1 ή 2[7]
Λευκάδα (Αγία Μαύρα) Λευκάδα 4
Ζάκυνθος (Ζάντε) Ζάκυνθος 7

ΚυβερνήτεςΕπεξεργασία

 
Ο θυρεός του Ηνωμένου Βασιλείου περιβαλλόμενος από τα εμβλήματα των επτά νήσων

Η κυβέρνηση διοργανώθηκε υπό τη διεύθυνση του Λόρδου Ύπατου Αρμοστή των Ιονίων Νήσων, που διοριζόταν από το βρετανό μονάρχη με τη συμβολή της βρετανικής κυβέρνησης. Συνολικά, δέκα άνδρες ανέλαβαν αυτό το αξίωμα, συμπεριλαμβανομένου του Γουίλιαμ Γκλάντστοουν που διετέλεσε Έκτακτος Λόρδος Ύπατος Αρμοστής .

Τα Ιόνια νησιά είχαν δύο νομοθετικά σώματα, τη Γερουσία, που αποτελούσε αριστοκρατικό όργανο, και τη Βουλή.

Το 1818 το σύνταγμα καθιέρωσε επίσης το Ανώτατο Συμβούλιο Δικαιοσύνης, του οποίου ο πρόεδρος ερχόταν στην ιεραρχία αμέσως μετά τον Πρόεδρο της Γερουσίας.

Οι πρόεδροι του Ανωτάτου Συμβουλίου ήταν οι:

  • Τζον Κερκπάτρικ (1820-1835)
  • Σερ Τζέιμς Τζον Ριντ (1837)
  • Σερ Τσαρλς Σάρτζεντ (1860)
  • Σερ Πάτρικ ΜακΚόμπαϊκ ντε Κολκυούν (1861-1864)

ΥποσημειώσειςΕπεξεργασία

  1. Constitution of the Ionian Islands, Article II
  2. Lahmeyer, Jan (14 Απριλίου 2004). «Greece: Urban population». Populstat. Ανακτήθηκε στις 21 Ιουλίου 2006. 
  3. Constitution of the Ionian Islands, Article IV
  4. Constitution of the Ionian Islands, Article V
  5. 5,0 5,1 «Treaty of London». Greek Ministry for Foreign Affairs. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 8 Μαρτίου 2005. Ανακτήθηκε στις 21 Ιουλίου 2006. 
  6. «Tα Επτάνησα παραχωρούνται στην Ελλάδα». www.makthes.gr. Ανακτήθηκε στις 29 Απριλίου 2022. 
  7. 7,0 7,1 7,2 Τα νησιά Κύθηρα, Ιθάκη και Παξοί είχαν από ένα βουλευτή. Η δεύτερη θέση δινόταν ανά εκλογική περίοδο εκ περιτροπής σε ένα από τα τρία νησιά. Σύνταγμα, άρθρο 4

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

ΒιβλιογραφίαΕπεξεργασία

  • Π.Λάμπρου, «Νομίσματα και μετάλλια της Επτανήσου πολιτείας και της προσωρινής των Ιονίων νήσων παρά των Άγγλων κατοχής», Δελτίον της Ιστορικής κι Εθνολογικής Εταιρείας της Ελλάδος, τομ. Α, σσ. 185-208
  • Σπυρίδων Λουκάτος, «Οι αγώνες και οι θυσίαι του υπό την αγγλικήν δεσποτείαν Επτανήσιου κλήρου προς ένωσιν μετά της μητρός Πατρίδος», Δελτίον της Ιστορικής κι Εθνολογικής Εταιρείας της Ελλάδος, τομ. ΙΖ, σσ. 251-311
  • Μαριέττα Γιαννοπούλου, «Οι εφημερίδες που εκδίδονταν στα Εφτάνησα επί Αγγλοκρατίας»,Φιλολογική Πρωτοχρονιά-1950, σελ. 241-246