Ιωσήφ Γκερόλα

Ιταλός ιστορικός, αρχαιολόγος και φωτογράφος


Ο Ιωσήφ Γκερόλα (Giuseppe Gerola, 2 Απριλίου 1877 - 21 Σεπτεμβρίου 1938) ήταν Ιταλός ιστορικός, γνωστός για την ενασχόλησή του με την αποκατάσταση μνημείων, τις μελέτες του πάνω στην Ενετική Κρήτη και την έρευνά του πάνω σε πολιτικά, πολιτιστικά και καλλιτεχνικά θέματα που σχετίζονταν με το μεσαιωνικό Τρεντίνο.

Ιωσήφ Γκερόλα
Gerola.jpg
Γενικές πληροφορίες
Γέννηση1877[1][2][3]
Αρσιέρο
Θάνατος21  Σεπτεμβρίου 1938 ή 21  Μαρτίου 1938[4]
Τρέντο
Χώρα πολιτογράφησηςΒασίλειο της Ιταλίας
Εκπαίδευση και γλώσσες
Ομιλούμενες γλώσσεςΙταλικά[1]
Πληροφορίες ασχολίας
Ιδιότηταιστορικός
Αξιώματα και βραβεύσεις
Αξίωμαδιευθυντής μουσείου
Commons page Σχετικά πολυμέσα

ΒιογραφίαΕπεξεργασία

Ο Γκερόλα γεννήθηκε στο Αρσιέρο από τον Ντομένικο Γκερόλα και την Αουγκούστα Κόφλερ. Η οικογένειά του ήταν ενωτικοί με καταγωγή από το Ροβερέτο. Πέρασε την παιδική του ηλικία στην κοιλάδα Λαγκαρίνα και ολοκλήρωσε τη δευτεροβάθμια εκπαίδευσή του στο Ντεσενζάνο.

ΕκπαίδευσηΕπεξεργασία

Κατά τη διάρκεια του 1894-95, ο Γκερόλα φοίτησε στο Τμήμα Τεχνών στην Πάδοβα και μετά φοίτησε στο Ινστιτούτο Ιστορικών Ερευνών στη Φλωρεντία από όπου αποφοίτησε το 1898. Μεταξύ των καθηγητών του ήταν ο παλαιογράφος Τσεζάρε Παόλι και ο διπλωμάτης και ιστορικός Πωλ Σέφερ Μπόιχορστ, του οποίου τις διαλέξεις παρακολούθησε κατά τη διάρκεια μιας σύντομης παραμονής του στο Βερολίνο το 1898-99. Πέρασε ένα σύντομο χρονικό διάστημα στο Φράιμπουργκ, όπου γνώρισε τον ιστορικό του Μεσαίωνα Heinrich Finke και ανέπτυξε ενδιαφέρον για την ιστορία της τέχνης και την αρχιτεκτονική.

Ο Γκερόλα ήταν ένας ενεργητικός άνθρωπος με καλές οργανωτικές δεξιότητες. Εκμεταλλεύτηκε και τις δύο αυτές αρετές του κατά τη διάρκεια των εργασιών του πάνω στη μελέτη της ζωγραφικής, της γλυπτικής, της αρχιτεκτονικής ή της διαχείρισης στην αποκατάσταση έργων.

ΚαριέραΕπεξεργασία

Το 1899, με την προτροπή του Federico Halbherr, ανατέθηκε στον Γκερόλα από το Βενετικό Ινστιτούτο Επιστήμης, Λογοτεχνίας και Τεχνών να πραγματοποιήσει μια μελέτη στην Κρήτη με σκοπό να αναζητήσει ίχνη της ενετικής κατοχής στο νησί, η οποία διήρκεσε από το 1204 έως το 1669. Κατά τη διάρκεια των δυόμισι ετών (αρχές 1900 - Ιούλιος 1902) που παρέμεινε στην Κρήτη, ο Γκερόλα συνέλεξε ένα μεγάλο όγκο υλικού, το οποίο επιμελήθηκε σε μια περίοδο σχεδόν τριάντα ετών (από το 1905 έως το 1932). Το αποτέλεσμα αυτής της εργασίας δημοσιεύτηκε σε τέσσερις τόμους, οι οποίοι του εξασφάλισαν το βραβείο Μουσολίνι που του απονεμήθηκε το 1933 από τη Βασιλική Ακαδημία της Ιταλίας. Αυτοί οι τόμοι αποτελούν μια ανεκτίμητη πηγή πληροφοριών, που έσωσε από τη λήθη εκατοντάδες μνημεία τα οποία σήμερα έχουν υποστεί σοβαρές φθορές ή έχουν καταστραφεί ολοσχερώς.

Μετά την επιστροφή του στην Ιταλία, ο Γκερόλα ανέλαβε τη θέση του διευθυντή στο Μουσείο Bassano del Grappa (1903-06) και έπειτα στο Μουσείο της Βερόνα (1907-10). Το 1909, έγινε επόπτης των μνημείων της Romagna που βρίσκονται στη Ραβέννα, μια θέση την οποία διατήρησε μέχρι το 1920. Ο Γκερόλα επέστρεψε στην Ελλάδα το 1912 για μια μελέτη στα Δωδεκάνησα (τότε υπό ιταλική κατοχή) και ιδιαίτερα στη Ρόδο. Τον Μάρτιο του 1920, έγινε διευθυντής στο τοπικό γραφείο των Μνημείων, Καλών Τεχνών και Αρχαιοτήτων στο Τρέντο.

Ο Γκερόλα πέθανε στο Τρέντο το 1938.

Εξωτερικοί σύνδεσμοιΕπεξεργασία

ΠαραπομπέςΕπεξεργασία