Ιωσήφ Κοράλλης

ηγούμενος και πρωτεργάτης της Επανάστασης του 1821

Ο Ιωσήφ Κοράλλης, ήταν μοναχός, ηγούμενος της Μονής Λουκούς Αρκαδίας και σημαντικός πρωτεργάτης της Επανάστασης του 1821. Η καταγωγή του ήταν από το χωριό Άγιος Ιωάννης Αρκαδίας.

Ιωσήφ Κοράλλης
Γενικές πληροφορίες
Γέννηση1803
Άγιος Ιωάννης Αρκαδίας
ΕθνικότηταΈλληνες
Χώρα πολιτογράφησηςΟθωμανική Αυτοκρατορία
Πληροφορίες ασχολίας
Ιδιότηταμοναχός
Οικογένεια
ΑδέλφιαΚωνστάντιος Κοράλλης

ΒιογραφίαΕπεξεργασία

Ο Ιωσήφ Κοράλλης, γεννήθηκε το 1803 στον Άγιο Ιωάννη και είχε αδερφούς τον Μιχαήλ Κοράλλη, ιερέα του Αγίου Ιωάννη και τον Κωνστάντιο Κοράλλη, επίσης μοναχό και ηγούμενο της Μονής Λουκούς. Το 1816, οι γονείς του πέθαναν και μετέβη στη Μονή Λουκούς, όπου μόναζε ο αδερφός του, Κωνστάντιος. Το 1818, «έλαβε μετάνοια» από τον τότε ηγούμενο Νεόφυτο Τζαφέρη (Ζαφείρη ή Ζαφειρόπουλο).

Κατά την Επανάσταση του 1821, ο Ιωσήφ μετέφερε με ζώα της Μονής, τρόφιμα στο νεοσυσταθέν Στρατόπεδο των Βερβένων, όπου γενικός προμηθευτής ήταν ο προεστός του Αγίου Ιωάννη, Πάνος Σαρηγιάννης. Με την εγκατάσταση 70 Αγιορειτών μοναχών στη Μονή Λουκούς, κατόπιν διαταγής της Προσωρινής Κυβερνήσεως, οι μοναχοί της Λουκούς την εγκατέλειψαν και ο Ιωσήφ με τον Κωνστάντιο εγκαταστάθηκαν στην Μονή Θεολόγου, πλησίον του Αγίου Ιωάννη. Το 1822, κατετάγη στο στρατιωτικό σώμα του συγχωριανού του Πάνου Ζαφειρόπουλου (Άκουρου).

Το ίδιο έτος, μετά την καταστροφή του Δράμαλη, ο Ιωσήφ αντί να επιστρέψει στην Μονή Θεολόγου, μετέβη στο μετόχι της Λουκούς, τον Άγιο Δημήτριο, κοντά στον Άγιο Ιωάννη, όπου διέμενε ο ηγούμενος Νεόφυτος Τζαφέρης. Εκεί, αποφάσισαν την εκδίωξη των Αγιορειτών μοναχών και την επανεγκατάστασή τους στη μονή. Την εκτέλεση του σχεδίου, ανέλαβε ο ίδιος ο Ιωσήφ. Οι μοναχοί, έφτασαν στην Λουκού, προσποιούμενοι ότι ήθελαν να τρυγήσουν τα μελίσσια τους. Έτσι, εισήλθαν στην Μονή και έδιωξαν τους Αγιορείτες, όπως αναφέρει σε χειρόγραφό του ο Ιωσήφ[1]. Μετά από αυτό, ο Ιωσήφ εγκαταστάθηκε και πάλι στη Λουκού και εκάρη μοναχός.

Το 1823, ο Ιωσήφ μαζί με τον αδερφό του ανακαίνισαν το μοναστήρι. Στα τέλη Ιουλίου του 1826, ο Ιμπραήμ Πασάς, εισέβαλε στην Κυνουρία. Τότε, ο Ιωσήφ βρισκόταν στο μετόχι του Αγίου Δημητρίου, όταν είδε έφιππους Οθωμανούς να πλησιάζουν και αμέσως ενώθηκε με τους μοναχούς της Μονής Θεολόγου και εγκαταστάθηκαν στη θέση Ισιώματα, μέχρι τις 3 Αυγούστου. Οι υπόλοιποι μοναχοί της Λουκούς, κατέφυγαν στην πεδιάδα του Ναυπλίου, όπου αργότερα τους συνάντησε ο Ιωσήφ. Από εκεί, είδε το μοναστήρι της Λουκούς να καίγεται το βράδυ της 5ης με 6ης Αυγούστου. Το απόγευμα της 6ης Αυγούστου, επέστρεψε στη Λουκού και μαζί με άλλους μοναχούς έσβησαν τη φωτιά.

Το 1830, χειροτονήθηκε ιερέας στην Μονή Αρτοκωστάς και μετά από παράκληση των συγχωριανών του έγινε εφημέριος του Αγίου Ιωάννη. Εκεί παρέμεινε εφημέριος μέχρι το 1851, που πέθανε ο αδερφός του Κωνστάντιος και τον διαδέχτηκε ως ηγούμενος. Ο Ιωσήφ, με αναφορά του Έπαρχου Κυνουρίας προς τον Νομάρχη Αρκαδίας, «έχαιρε μεγάλης εκτίμησης και υπολήψεως» και ηγουμένευσε μέχρι το 1855, οπότε και παραιτήθηκε. Ηγουμένευσε επίσης και για 4 μήνες το 1857, οπότε και πάλι παραιτήθηκε.

Ο Ιωσήφ, είχε γράψει τον «Καταγραφικόν Κώδικα, ἱστορικόν τῆς Μονής Λουκοῦς», ο οποίος βρίσκεται στο αρχείο της Μονής μαζί με άλλα χειρόγραφά του.

ΣημειώσειςΕπεξεργασία

  1. Ο αδερφός του Κωνστάντιος, έγραψε επίσης, ότι οι περισσότεροι Αγιορείτες είχαν φύγει από την Λουκού με την εισβολή του Δράμαλη και κατά συνέπεια οι λιγοστοί μοναχοί δεν προέβαλαν αντίσταση

ΠηγέςΕπεξεργασία

  • Νικολάου Φλούδα - Θυρεατικά, τόμος Γ΄: Άγιος Ιωάννης, μητρόπολις οικισμών Θυρέας, Αθήνα 1983