Άνοιγμα κυρίου μενού

Ο Τζων Κάλβιν Κούλιτζ ο νεώτερος (John Calvin Coolidge Jr. 4 Ιουλίου 1872 - 5 Ιανουαρίου 1933) ήταν Αντιπρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής επί Προεδρίας Χάρντινγκ και κατόπιν έγινε ο 30ός πρόεδρος της χώρας (1923-1929). Ρεπουμπλικανός δικηγόρος από το Βερμόντ, ο Κούλιτζ αναρριχήθηκε στην πολιτική της Μασαχουσέτης, αναδεικνυόμενος τελικά κυβερνήτης της Πολιτείας. Η απάντησή του στην απεργία της Αστυνομίας της Βοστώνης το 1919 τον ώθησε στο προσκήνιο της πολιτικής της χώρας και του έδωσε τη φήμη του του ανθρώπου της αποφασιστικής δράσης. Λίγο μετά, το 1920, εξελέγη 29ος αντιπρόεδρος επί προεδρίας Ουόρεν Χάρντινγκ, τον οποίο και διαδέχθηκε στην Προεδρία μετά τον ξαφνικό θάνατό του το 1923. Εξελέγη στο αξίωμα το 1924 και κέρδισε τη φήμη του συντηρητικού που πιστεύει στο μικρό κράτος, καθώς επίσης και του ανθρώπου που μιλούσε λίγο.

Κάλβιν Κούλιτζ
Calvin Coolidge cph.3g10777.jpg
30ός Πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών
Περίοδος
2 Αυγούστου 1923 – 4 Μαρτίου 1929
ΑντιπρόεδροςΤσαρλς Ντόουες
ΠροκάτοχοςΟυόρεν Χάρντινγκ
ΔιάδοχοςΧέρμπερτ Χούβερ
29ος Αντιπρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών
Περίοδος
4 Μαρτίου 1921 – 2 Αυγούστου 1923
ΠρόεδροςΟυόρεν Χάρντινγκ
ΠροκάτοχοςΤόμας Μάρσαλ
ΔιάδοχοςΤσαρλς Ντόουες
Προσωπικά στοιχεία
Γέννηση4 Ιουλίου 1872
Plymouth Notch, Βερμόντ, ΗΠΑ
Θάνατος5 Ιανουαρίου 1933 (60 ετών)
Northampton, Μασαχουσέτη, ΗΠΑ
ΕθνικότηταΑμερικανός
Πολιτικό κόμμαΡεπουμπλικανικό Κόμμα
ΣύζυγοςGrace Goodhue
Παιδιά2
ΣπουδέςΚολλέγιο Άμερστ
ΘρήσκευμαCongregational church
ΥπογραφήC Coolidge signature.svg

Ο Κούλιτζ αποκατέστησε την εμπιστοσύνη του κοινού στο Λευκό Οίκο μετά τα σκάνδαλα της κυβέρνησης του προκατόχου του, και άφησε το αξίωμα με μεγάλη δημοτικότητα[1]. Όπως το έθεσε ένας βιογράφος του, «ενσάρκωσε το πνεύμα και τις ελπίδες της μεσαίας τάξης, μπόρεσε να ερμηνεύσει τις επιθυμίες τους και να εκφράσει τις απόψεις τους. Το ότι αντιπροσώπευσε την λογική του μέσου όρου ήταν η πιο πειστική απόδειξη της δύναμής του[2]». Κάποιοι αργότερα επέκριναν τον Κούλιτζ ως μέρος μιας γενικής αποδοκιμασίας των κυβερνήσεων του laissez-faire[3]. Η φήμη του γνώρισε αναγέννηση κατά τη διάρκεια της θητείας Ρήγκαν, αλλά η τελική εκτίμηση της προεδρίας του εξακολουθεί να είναι διχασμένη μεταξύ εκείνων που εγκρίνουν τα προγράμματά του για μείωση του μεγέθους του κράτους και εκείνων που πιστεύουν ότι η ομοσπονδιακή κυβέρνηση θα πρέπει να συμμετέχει περισσότερο στη ρύθμιση και τον έλεγχο της οικονομίας[4].




ΠαραπομπέςΕπεξεργασία

  1. McCoy, σελίδες 420–21· Greenberg, σελίδες 49–53.
  2. Fuess, σελ. 500.
  3. McCoy, σελ. 418· Greenberg, σελίδες 146–150· Ferrell, σελίδες 66–72.
  4. Sobel, σελίδες 12–13· Greenberg, σελίδες 1–7.

Εξωτερικοί σύνδεσμοιΕπεξεργασία