Καρτέρι Θεσπρωτίας

οικισμός της Ελλάδας

Συντεταγμένες: 39°23′9.61″N 20°22′49.88″E / 39.3860028°N 20.3805222°E / 39.3860028; 20.3805222

Το Καρτέρι είναι ελληνικό ορεινό χωριό που υπάγεται διοικητικά στο Νομό Θεσπρωτίας στη πρώην επαρχία Μαργαριτίου. Βρίσκεται ΒΔ. του Μαργαριτίου σε υψόμετρο 160 μ. Το 1928 αριθμούσε 123 κατοίκους. Στην απογραφή του 2001 είχε 301 κατοίκους.

Καρτέρι
Καρτέρι is located in Greece
Καρτέρι
Καρτέρι
Διοίκηση
ΧώραΕλλάδα
ΔήμοςΔήμος Ηγουμενίτσας
Γεωγραφία
ΝομόςΝομός Θεσπρωτίας
Υψόμετρο160
Πληθυσμός
Μόνιμος193
Έτος απογραφής2021
Πληροφορίες
Παλαιά ονομασίαΚαρτέρεζα
Ταχ. κώδικας46030
Τηλ. κωδικός26650

Αναδρομή στα περασμένα

Επεξεργασία

Παλιότερη ονομασία του χωριού ήταν Καρτέρεζα[1], ή Καρτέριζα και πολύ παλαιότερα Σμοκοβίνα[2].

Η περιοχή κατοικήθηκε για πρώτη φορά περίπου το 1500. Το Καρτέρι ήταν χριστιανικό χωριό, σε αντίθεση με κάποια χωριά της γύρω περιοχής, όπως, Μαζαρακιά, Λαδοχώρι, ορισμένα από τα χωριά Φιλιατών και Παγκράτες που είχαν εξισλαμιστεί.

Οι κάτοικοι έχτισαν εκκλησίες, με παλαιότερη τον Άγιο Νικόλαο, που χτίστηκε το 1795, αν και στην περιγραφή έχει τη χρονολογία 1895.

Πριν το 1913, το Καρτέρι αποτελούσε κοινότητα με αιρετό κοινοτικό συμβούλιο. Την περίοδο 1941-1944, το χωριό πυρπολήθηκε από Τσάμηδες. Οι κάτοικοι του χωριού διώχθηκαν. Ορισμένοι που προσπάθησαν να αντισταθούν σκοτώθηκαν.

Οι κάτοικοι του χωριού, ακόμα και σήμερα, ασχολούνται με τη γεωργία και την κτηνοτροφία. Η γλώσσα τους, ήταν η ελληνική η οποία ομιλείται ακόμα και σήμερα.

Με την εφαρμογή της νέας διοικητικής διαίρεσης της Ελλάδος (Σχέδιο Καλλικράτης) το Καρτέρι αποελεί τοπική κοινότητα της δημοτικής ενότητας Μαργαριτίου του Δήμου Ηγομενίτσας.
Εκκλησιαστικά το Καρτέρι υπάγεται στη Μητρόπολη Παραμυθίας, Φιλιατών, Γηρομερίου και Πάργας.

Οι ενδυμασίες των κατοίκων

Επεξεργασία
  • Για τους άνδρες, ήταν το σημερινό παντελόνι, η πουκαμίσα και ορισμένοι φορούσαν τσαρούχια.
  • Για τις γυναίκες, ήταν το μακρύ φόρεμα, η ποδιά, το γιλέκο και διάφορα ασημένια ή χρυσά στολίδια.

Παραπομπές

Επεξεργασία
  1. Πανδέκτης
  2. Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια τομ.ΙΓ΄, σελ.911.