Άνοιγμα κυρίου μενού

Αυτοκρατορία των Κοσσανών

(Ανακατεύθυνση από Κοσσανοί)
Η έκταση της κοσσανικής αυτοκρατορίας σε σκούρο χρώμα

Η Αυτοκρατορία των Κοσσανών (αρχαία ελληνικά: Βασιλεία Κοσσανῶν, βακτριανά: Κυϸανο, Κουσανό, σανσκριτικά: कुषाण राजवंश Kusan Rājavaṃśa, BHS (Βουδιστικά Υβριδικά Σανσκριτικά): Gusana-vaṃśa; παρθικά: 𐭊𐭅𐭔𐭍 𐭇𐭔𐭕𐭓 Kušan-xšaθr[1]) ήταν αυτοκρατορία που σχηματίστηκε από τον λαό των Γιουέ-τσι, στα εδάφη της Βακτριανής στις αρχές του 1ου μ.Χ. αιώνα. Είχε εξαπλωθεί για να καλύψει το μεγαλύτερο μέρος του σημερινού Αφγανιστάν[2] και στη συνέχεια τα βόρεια τμήματα της ινδικής υποηπείρου, τουλάχιστον μέχρι τη Σακετά και το Σαρνάθ κοντά στο Βαρανάσι (Μπεναρές), όπου έχουν βρεθεί επιγραφές που χρονολογούνται από την εποχή του Κοσσανού αυτοκράτορα Κανίσκα του Μεγάλου.[3] Ο αυτοκράτορας Κανίσκα ήταν μεγάλος προστάτης του Βουδισμού. Ωστόσο, καθώς οι Κοσσανοί επεκτάθηκαν προς τα νότια, οι θεότητες στα μεταγενέστερά τους νομίσματα αντικατόπτριζαν τη νέα ινδουιστική τους πλειονότητα-ταυτότητα.[4][5] Μετά την κατάκτηση του ινδοελληνικού βασιλείου και των εδαφών του πρώην ελληνικού βασιλείου της Βακτριανής, πιθανώς χρησιμοποίησαν την ελληνική γλώσσα για κάποιες δεκαετίες ως γλώσσα της διοίκησης, αλλά στις αρχές του 2ου αιώνα την αντικατέστησαν με τη Βακτριανή,[6] ενώ γενικά χαρακτηρίζονται από την πρόσμειξη πολλών ελληνικών και ινδικών στοιχείων.

Πίνακας περιεχομένων

Αυτοκρατορία των ΚοσσανώνΕπεξεργασία

Κινεζικές πηγές περιγράφουν τους Κουέι-σουάνγκ ή Γκουέισουάνγκ (Guishuang), δηλ. τους Κοσσανούς (Κουσάν), ως μία από τις πέντε αριστοκρατικές φυλές των Γιουέ-τσι, με κάποιους να ισχυρίζονται ότι αποτελούσαν μια χαλαρή συνομοσπονδία λαών ινδοευρωπαϊκής καταγωγής, παρόλο που πολλοί επιστήμονες ακόμη δεν έχουν πειστεί ότι αρχικώς μιλούσαν μια ινδοευρωπαϊκή γλώσσα. Όπως το τοποθετεί ο ιστορικός Τζων Χιλ "για πολύ πάνω από έναν αιώνα ..... υπάρχουν αντιλογίες σχετικά με τις εθνικές και γλωσσολογικές καταβολές των Μεγάλων Γιουέ-τσι ή Τα Γιουέ-Τσι, Κοσσανών, και Τοχάριων, και ακόμα υπάρχει μικρή συναίνεση στο θέμα".

Οι Γιουέ-τσι περιγράφονται στα κινεζικά έργα "Αρχεία του Μεγάλου Ιστορικού" και "Βιβλίο των Χαν" ως διαβιούντες στα λιβάδια της περιοχής Γκανσού, στα βορειοδυτικά της σημερινής Κίνας, μέχρι που ο βασιλιάς τους αποκεφαλίστηκε από τους Ούννους από τη Σιβηρία, που επίσης βρίσκονταν σε πόλεμο με την Κίνα, όπως και οι Γιουέ-τσι. Ο αποκεφαλισμός αυτός ανάγκασε τους Γιουέ-τσι να μεταναστεύσουν δυτικά την περίοδο 176-160 π.Χ. Οι πέντε φυλές που αποτελούσαν τους Γιουέ-τσι είναι γνωστές στην κινεζική ιστορία ως Σιου-μι, Κουέι-σουάνγκ, Σουάνγκ-μι, Σι-τουν, και Του-μι.

Οι Γιουέ-τσι έφτασαν στο ελληνιστικό βασίλειο της Βακτριανής (στο σημερινό βόρειο Αφγανιστάν και σημερινό Ουζμπεκιστάν) περίπου το 135 π.Χ. Οι επακόλουθα εκτοπισμένες ελληνικές δυναστείες επανεγκαταστάθηκαν στα νοτιοανατολικά των περιοχών του Ινδοκούς και του λεκανοπεδίου του ποταμού Ινδού (στο σημερινό Αφγανιστάν και σημερινό Πακιστάν), καταλαμβάνοντας το δυτικό τμήμα του ινδοελληνικού βασιλείου.

Πρώιμοι ΚοσσανοίΕπεξεργασία

Ίχνη της παρουσίας των Κοσσανών παραμένουν στην περιοχή της Βακτρίας και της Σογδιανής. Αρχαιολογικά κατάλοιπα είναι γνωστά σε διάφορα μέρη, όπως στον μνημειώδη ναό του Σουρχ Κοτάλ και στο παλάτι του Χαλτσαγιάν. Επίσης, διάφορα γλυπτά και ζωφόροι είναι γνωστά, που αναπαριστούν ιπποτοξότες, και κυρίως, άντρες με τεχνητά παραμορφωμένα κρανία, όπως ο Κοσσανός πρίγκηπας του Χαλτσαγιάν (μια πρακτική που απαντάται συχνά στη νομαδική Κεντρική Ασία). Οι Κινέζοι αρχικά αναφέρονταν στους ανθρώπους αυτούς ως Γιουέ-τσι και έλεγαν ότι αυτοί ίδρυσαν την Αυτοκρατορία των Κοσσανών, παρόλο που η σχέση μεταξύ Κοσσανών και Γιουέ-τσι παραμένει ακόμη αδιευκρίνιστη. Στα ερείπια των αρχαίων ελληνιστικών πόλεων όπως της Άι-Χανούμ, οι Κοσσανοί είναι γνωστό ότι έχτισαν κάστρα.

Ο αρχαιότερα καταγεγραμμένος ηγέτης, και ο πρώτος που ανακήρυξε τον εαυτό του ως ηγεμόνα των Κοσσανών, ήταν ο Ηραίος. Στα νομίσματα που έκοψε στα ελληνικά, ονομάζει τον εαυτό του "τύραννο", και επίσης το κρανίο του παρουσιάζει τη γνωστή παραμόρφωση. Ίσως υπήρξε σύμμαχος των Ελλήνων δυναστών της περιοχής, και μοιραζόταν το ίδιο στυλ νομισμάτων. Ο Ηραίος ίσως ήταν ο πατέρας του πρώτου αυτοκράτορα των Κοσσανών, Καδάφη.

Το Βιβλίο των Χαν αναφέρει ότι οι Κοσσανοί μοίρασαν το 128 π.Χ. τη Βακτρία. Το Βιβλίο των Ύστερων Χαν του Χόου Χανσού αφηγείται πώς ο αρχηγός των Κοσσανών (Καδάφης), ίδρυσε με τη βία και την υποταγή των άλλων φυλών των Γιουέ-τσι την Αυτοκρατορία των Κοσσανών, γνωστή στους Έλληνες και τους Ρωμαίους με την ονομασία Αυτοκρατορία των Ινδοσκυθών. Στο ίδιο αυτό βιβλίο δίδεται ένα χρονικό του σχηματισμού της Αυτοκρατορίας των Κοσσανών, βασισμένη σε μια αναφορά του Κινέζου στρατηγού Παν Γιουνγκ στον Κινέζο αυτοκράτορα γύρω στα 125 μ.Χ.:

Περισσότερα από εκατό χρόνια αργότερα (από την κατάκτηση της Βακτρίας από τους Τα Γιουέ-τσι), ο πρίγκηπας [σιχόου] των Κουέι-σουάνγκ ανακήρυξε τον εαυτό του βασιλιά, και η δυναστεία του ονομάστηκε δυναστεία του Κουέι-σουάνγκ (Κοσσανού) βασιλιά. Εισέβαλε στο Ανσί (Ινδοπαρθία), και κατέλαβε την περιοχή Κάο-φου (περιοχή της σημερινής Καμπούλ). Επίσης, νίκησε το σύνολο των βασιλείων Που-τα (περιοχή Πακτίγια) και Τζι-μπιν (περιοχές Καπίσα και Γανδάρα). Ο Τσιου-σιου-τσουέ (Καδάφης) ήταν πάνω από ογδόντα ετών όταν πέθανε. Ο γιος του, Γιανγκάο-τσεν, έγινε βασιλιάς στη θέση του. Κατέλαβε την περιοχή Τιεν-τσου (Βορειοδυτική Ινδία) και όρισε στρατηγούς-κυβερνήτες να τη διοικούν. Οι Γιουέ-τσι έγιναν τότε εξαιρετικά πλούσιοι. Όλα τα βασίλεια ονομάζουν τον βασιλιά τους βασιλιά των Κοσσανών, αλλά οι Χαν τούς ονομάζουν με το αρχικό τους όνομα, Τα Γιουέ-τσι.

— Χόου Χανσού [7][8]

Φωτογραφικό υλικόΕπεξεργασία

ΠαραπομπέςΕπεξεργασία

  1. The Dynasty Arts of the Kushans, University of California Press, 1967, p. 5
  2. http://www.kushan.org/general/other/part1.htm and Si-Yu-Ki, Buddhist Records of the Western World, (Tr. Samuel Beal: Travels of Fa-Hian, The Mission of Sung-Yun and Hwei-S?ng, Books 1–5), Kegan Paul, Trench, Trubner & Co. Ltd. London. 1906 and Hill (2009), pp. 29, 318–350
  3. which began about 127 CE. "Falk 2001, pp. 121–136", Falk (2001), pp. 121–136, Falk, Harry (2004), pp. 167–176 and Hill (2009), pp. 29, 33, 368–371.
  4. Grégoire Frumkin (1970). Archaeology in Soviet Central Asia. Brill Archive, σελ. 51–. GGKEY:4NPLATFACBB. https://books.google.com/books?id=gdUUAAAAIAAJ&pg=PA51. 
  5. Rafi U. Samad (2011). The Grandeur of Gandhara: The Ancient Buddhist Civilization of the Swat, Peshawar, Kabul and Indus Valleys. Algora Publishing, σελ. 93–. ISBN 978-0-87586-859-2. https://books.google.com/books?id=pNUwBYGYgxsC&pg=PA93. 
  6. Falk (2001): "The yuga of Sphujiddhvaja and the era of the Kuṣâṇas." Harry Falk. Silk Road Art and Archaeology VII, p. 133.
  7. Hill (2009), p. 29.
  8. Chavannes (1907), pp. 190–192.

Εξωτερικοί σύνδεσμοιΕπεξεργασία