Κοτζά Μεχμέτ Χιουσρέφ Πασάς

μεγάλος βεζίρης της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας


Ο Μεχμέτ Χιουσρέφ Πασάς, ή κατά τους Έλληνες Χοσρέφ Πασάς, ο επιλεγόμενος "Τοπάλ" (= χωλός) , ή Τουρκικά "Κοτζά Μεχμέτ Χιουσρέφ Πασά", ήταν Αρχιναύαρχος του Οθωμανικού στόλου στην περίοδο της Ελληνικής Επανάστασης του 1821, και αργότερα πολιτικός, Μέγας Βεζίρης επί βασιλείας του σουλτάνου Αμπντούλ Μετζίτ Α΄. Θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους αναμορφωτές του οθωμανικού στρατού. Ήταν αυτός που κατ΄ εντολή του σουλτάνου Μαχμούτ Β΄ κατάφερε και διέλυσε τα τάγματα των γενιτσάρων, και που καθιέρωσε το φέσι.

Κοτζά Μεχμέτ Χιουσρέφ Πασάς
Koca husrev.jpg
Γενικές πληροφορίες
Γέννηση1769
Θάνατος1855
Κωνσταντινούπολη
Χώρα πολιτογράφησηςΟθωμανική Αυτοκρατορία
Πληροφορίες ασχολίας
Ιδιότηταπολιτικός
Στρατιωτική σταδιοδρομία
Βαθμός/στρατόςναύαρχος
Αξιώματα και βραβεύσεις
Αξίωμαμεγάλος βεζίρης της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας (1839–1841)
καπουδάν πασάς (1811–1817)
μπεηλέρμπεης της Αιγύπτου (1804)
μπεηλέρμπεης της Αιγύπτου (1802–1803)
Serasker (1827–1836)
καπουδάν πασάς (1823–1827)
Ο Θυρεός των Μεγάλων Βεζίρηδων

Βιογραφικά στοιχείαΕπεξεργασία

Γεννήθηκε περί το 1769 στην Κιρκασία και πέθανε το 1855. Αρχικά ήταν δούλος που απελευθερώθηκε, και στη συνέχεια χάρη στα προσόντα του και τη φιλομάθειά του κατέλαβε τα ανώτατα αξιώματα. Διακρίνονταν για την ευφυΐα του, την πολιτική του ικανότητα και την ανεξιθρησκία του. Το 1801, μετά την αποχώρηση των γαλλικών στρατευμάτων από την Αίγυπτο, διορίστηκε διοικητής (Μπέης) της Αιγύπτου με την εντολή να καταπνίξει την επανάσταση των Μαμελούκων, οι οποίοι όμως αντίθετα κατάφεραν να τον συλλάβουν και να τον παραδώσουν στον Μωχάμετ Άλη, αντίπαλό του και αντιβασιλέα της Αιγύπτου, ο οποίος με τη σειρά του τον έστειλε στην Κωνσταντινούπολη.

Το 1822 διορίστηκε Καπουδάν Πασάς (= Αρχιναύαρχος) του οθωμανικού στόλου και εστάλη κατά των ελληνικών νήσων που είχαν στο μεταξύ επαναστατήσει και ειδικότερα κατά της Ύδρας, των Σπετσών και των Ψαρών. Αρχικά, γνωρίζοντας την ψυχολογία των Ελλήνων ναυτικών, μερικούς εκ των οποίων είχε στα πληρώματα των πλοίων του, και βασιζόμενος σ΄ αυτό, προσπάθησε με διπλωματία και με την πειθώ να τους υποτάξει. Όταν όμως αντελήφθη την αποφασιστικότητα εκείνων και πείσθηκε ότι ο τρόπος αυτός ήταν πλέον αδύνατος για να καταστείλει την άρνησή τους, αποφάσισε τη χρήση των όπλων και την καταστροφή των νήσων αυτών που ηγούνταν της επανάστασης. Γεγονός ήταν ότι το μεγαλύτερο μέρος των πληρωμάτων του ήταν κυρίως άτομα ανεκπαίδευτα, που είχαν στρατολογηθεί τυχαία και που κατά τις επιχειρήσεις προέβαιναν σε μεγάλες λεηλασίες και σφαγές, που φέρονταν τελικά ο ίδιος να μη μπορούσε να τις είχε αποσοβήσει, όπως αργότερα ο ίδιος εξιστορούσε.

Ένα φοβερό όπλο που είχαν αναπτύξει την εποχή εκείνη οι Έλληνες στον κατά θάλασσα αγώνα τους ήταν το πυρπολικό, που είχε σκορπίσει τόσο φόβο στα τουρκικά πληρώματα, που κάθε πλοίο ελληνικό που έβλεπαν το θεωρούσαν πυρπολικό και αυτός ήταν ο λόγος της «εν όψει» αυτού φυγής και όχι ότι διέταζε τούτο ο ναύαρχος. Τελικά μετά την καταστροφή των Ψαρών ο οθωμανικός στόλος καταδιωκόμενος από τον ελληνικό κατέφυγε στη Λέσβο. Επιχειρώντας στη συνέχεια να καταλάβει τη Σάμο υπέστη μεγάλη ήττα στη ναυμαχία της Σάμου, και αργότερα μετά και από τη ναυμαχία του Γέροντα όπου υπέστη πολύ μεγαλύτερη ήττα, αντικαταστάθηκε.

Στη συνέχεια ο σουλτάνος τον διόρισε διοικητή στο Βιλαέτι της Τραπεζούντας, προκειμένου να καταστείλει αυτονομήσεις τοπικών επάρχων. Μετά τις εκεί επιτυχίες του ο σουλτάνος Μαχμούτ Β΄ , το 1826 τον διόρισε στρατηγό με την εντολή της εξόντωσης των γενιτσάρων, που ήδη αποτελούσαν κίνδυνο για την αυτοκρατορία, δημιουργώντας στη θέση τους ένα νέο στρατιωτικό σώμα, με στολή και εκπαίδευση ευρωπαϊκών προτύπων, τις λεγόμενες δυνάμεις «Μανσούρ». Μάλιστα λέγεται ότι την πρώτη επιλογή συγκρότησης αυτών είχε κάνει ο ίδιος υιοθετώντας 100 παιδιά προερχόμενα από σκλαβοπάζαρα, δίνοντάς τους στη συνέχεια διοικητικές θέσεις. Επίσης, στα πλαίσια της γενικότερης εμφάνισης των στρατιωτών αλλά και των ανωτέρων διοικητικών υπαλλήλων, ήταν αυτός που κατήργησε το μέχρι τότε φερόμενο τουρμπάνι, εισάγοντας το φέσι, που ήδη φοριόταν από τους Μπέηδες της Τυνησίας, στην Αλγερία και το Μαρόκο, το οποίο και τελικά καθιερώθηκε απ΄ όλους τους Τούρκους της αυτοκρατορίας.

Στις 2 Ιουλίου του 1839 επί σουλτάνου Αμπντουλμετζήτ Α΄ ανέλαβε Μέγας Βεζίρης, και βοήθησε τον σουλτάνο στην εφαρμογή των μεγάλων μεταρρυθμίσεων. Τη θέση του αυτή διατήρησε για ένα έτος, μέχρι τον Ιούνιο του 1840. Αργότερα, το 1853, διατηρώντας κάποια άλλη θέση, συμβούλευσε την οθωμανική κυβέρνηση να έλθει σε συμβιβασμό με τη Ρωσία για το ζήτημα των Αγίων Τόπων, όμως δεν εισακούσθηκε λόγω της έκρηξης του Κριμαϊκού Πολέμου.

ΠηγέςΕπεξεργασία

  • Νεώτερον Εγκυκλοπαιδικόν Λεξικόν Ηλίου" τομ.18ος, σελ. 706.