Ο Νήφων Β΄ ήταν Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως κατά τα έτη 1486-1488 και 1497-1498.

Νήφων Β΄
Γενικές πληροφορίες
Γέννηση15ος αιώνας
Πελοπόννησος
Θάνατος11  Αυγούστου 1508
Μονή Διονυσίου
Χώρα πολιτογράφησηςΒυζαντινή Αυτοκρατορία
ΘρησκείαΑνατολικός Ορθόδοξος Χριστιανισμός
Eορτασμός αγίου11 Αυγούστου
Πληροφορίες ασχολίας
Ιδιότηταιερέας
Αξιώματα και βραβεύσεις
ΑξίωμαΟικουμενικός Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως
Commons page Σχετικά πολυμέσα

Βιογραφικά στοιχεία

Επεξεργασία

Τα πρώτα χρόνια

Επεξεργασία

Καταγόταν από τη Μεσσηνία και το κοσμικό του όνομα ήταν Νικόλαος. Ήταν «εκ μητρός Ρωμαίας ευγενούς[1]», η οποία ονομαζόταν Μαρία και πατέρα Αρβανίτη άρχοντα[2] ονόματι Μανουήλ[3]. Ακολούθησε κάποιον μοναχό Αντώνιο και εκάρη μοναχός στη Μονή της «Παναγίας Πολεμάρχας», σε μια ερημική ακρογιαλιά μεταξύ Παλαιάς και Νέας Επιδαύρου, παίρνοντας το όνομα Νήφων. Ασχολήθηκε με την καλλιγραφία και την αντιγραφή χειρογράφων[4]. Ακολούθησε κατόπιν έναν μοναχό Ζαχαρία, πνευματικό του Σκεντέρμπεη, και εγκαταστάθηκε στην Μονή της Θεοτόκου στην Αχρίδα. Όταν ο Ζαχαρίας εξελέγη Αρχιεπίσκοπος Αχρίδας, ο Νήφων μετέβη στο Άγιο Όρος, όπου επισκέφτηκε διαδοχικά τις μονές Βατοπεδίου, Παντοκράτορος, Μεγίστης Λαύρας και Διονυσίου. Εκεί χειροτονήθηκε διάκονος και κατόπιν ιερέας[4]. Ήταν πολύ ταπεινός και αγαπητός για τη σοφία και τη γλυκύτητά του.

Η πρώτη του εκλογή στον Οικουμενικό θρόνο

Επεξεργασία

Το 1482, μετά το θάνατο του Μητροπολίτη Θεσσαλονίκης Παρθενίου, εξελέγη χωρίς τη θέλησή του[5] διάδοχός του και στα τέλη του 1486 κλήθηκε στον Οικουμενικό Θρόνο. Ως Πατριάρχης ο Νήφων επιδόθηκε με ζήλο στη διόρθωση των κακώς κειμένων και τον έλεγχο των καταχρήσεων του κλήρου. Μετά από δεκαοκτώ μήνες όμως ξέσπασε σκάνδαλο, το οποίο οδήγησε στην απομάκρυνσή του. Συγκεκριμένα, ο Πατριάρχης Συμεών άφησε μετά το θάνατό του μεγάλη περιουσία, αλλά χωρίς κληρονόμο ή διαθήκη, οπότε το σουλτανικό θησαυροφυλάκιο προέβη σε δέσμευσή της, περιλαμβανομένων και ιερών σκευών που είχαν αφιερωθεί κατά την διάρκεια της πατριαρχίας του[6]. Για να αποφευχθεί αυτό, εμφάνισαν ανιψιό του κληρονομούμενου Πατριάρχη ως νόμιμο κληρονόμο και τρεις ψευδομάρτυρες. Μόλις πληροφορήθηκε ο Σουλτάνος Βαγιαζήτ Β΄ τα γενόμενα, δήμευσε την περιουσία του Συμεών, έκοψε την μύτη των ψευδομαρτύρων[7], δίωξε τους ενεχόμενους στο σκάνδαλο κληρικούς και καθαίρεσε τον Πατριάρχη Νήφωνα, ο οποίος εξορίστηκε σε κάποια νησίδα του Εύξεινου Πόντου αντίκρυ της Σωζόπολης. Στο θρόνο ανέβηκε πάλι ο Διονύσιος Α΄.

Επανεκλογή, εκ νέου αποβολή και καταδίκη σε ισόβια δεσμά

Επεξεργασία

Επανήλθε με αναζήτηση της Συνόδου και ανέλαβε τον Πατριαρχικό θρόνο το 1497. Όμως, εν μέσω συνωμοσιών που ενορχήστρωνε ο πρώην Πατριάρχης Μάξιμος Δ΄[8], υπέπεσε όμως σε δυσμένεια του σουλτάνου και εξεβλήθη ξανά το 1498, καταδικάστηκε σε ισόβια δεσμά και εξορίστηκε στην Αδριανούπολη. Μεγάλη ήταν όμως η φήμη του ως ποιμένα. Αναφέρεται ότι ο ηγεμόνας της Βλαχίας Ράντου Δ΄ ο Μέγας (Ράδουλος), διερχόμενος από την Αδριανούπολη, φιλοδώρησε τους φύλακες για να τον αφήσουν να δει τον φυλακισμένο Πατριάρχη και μπαίνοντας στην ειρκτή προσκύνησε.

Φτάνοντας ο Ράδουλος στην Κωνσταντινούπολη, κατόρθωσε να λάβει άδεια αποφυλάκισης και μετακίνησης του Νήφωνα στη Βλαχία[9]. Φτάνοντας στη Βλαχία, ο Νήφων συγκρότησε συνέλευση από κληρικούς και λαϊκούς και χειροτόνησε τους δύο επισκόπους Ριμνίκου και Μπουζαίου. Βοήθησε τον ηγεμόνα να διαθέσει τα ηγεμονικά αξιώματα όπως έκαναν και οι αυτοκράτορες του Βυζαντίου, ονομάζοντας τους τίτλους του Σπαθάρη, Βεσιάρη, Λογοθέτη, κλπ. Δεν θέλησε όμως να αναγνωρίσει παράνομο συνοικέσιο της αδελφής του ηγεμόνα και γι' αυτό υπέπεσε στη δυσμένειά του. Επιπληχθείς από τον Ράδουλο και απειληθείς έτρεξε στην εκκλησία, συγκέντρωσε τον λαό και έβγαλε λόγο, και αφού αφόρισε τον γαμπρό και προφήτεψε δυστυχήματα, έβγαλε την πατριαρχική στολή, την ακούμπησε στην αγία τράπεζα και βγήκε από την εκκλησία. Ο ηγεμόνας μαθαίνοντας τα γενόμενα διέταξε να μην τον τιμάει κανείς και να τον αποφεύγουν όλοι μη δίνοντάς του ούτε φαΐ ούτε νερό και απείλησε τους παραβάτες με θάνατο.

Η επιστροφή μετά τιμών

Επεξεργασία

Ο Νήφων κατέφυγε σε έρημη καλύβα και υπέμενε την άδικη καταδίκη του με χριστιανική καρτεροθυμία. Ο Ράδουλος, προκειμένου να αποφύγει την κατακραυγή του λαού, προσπάθησε να εξευμενίσει τον γέροντα και με κολακευτικά λόγια, υποσχέσεις και δώρα τον παρακάλεσε να συγχωρήσει τον γαμπρό του, του οποίου το συνοικέσιο στο μεταξύ είχε αναγνωρίσει η Μεγάλη Εκκλησία. Ο Νήφων όμως ήταν ανένδοτος. Ενώ ήταν ακόμα στη Βλαχία, το 1502, του προτάθηκε να αναλάβει για τρίτη φορά Πατριάρχης, αλλά αρνήθηκε κατηγορηματικά [10] και αποχώρησε για την Μακεδονία, παίρνοντας μαζί του και δύο μαθητές του. Στην Μακεδονία πέρασε από πολλές κωμοπόλεις κηρύττοντας και έφτασε στο Άγιο Όρος, όπου παρουσιάστηκε αγνώριστος στους μοναχούς του Αγίου Διονυσίου, που αρχικά τον διόρισαν επιστάτη των ζώων της μονής, μέχρι που τελικά τον αναγνώρισαν και του επανέδωσαν τις τιμές του.

Μετά την αναχώρηση του Νήφωνα, ξηρασία και λιμός ξέσπασε στη Βλαχία. Ο Ράδουλος αρρώστησε από λέπρα και, πιστεύοντας ότι αυτά συμβαίνουν επειδή φέρθηκε άπρεπα στον Νήφωνα, έστειλε ανθρώπους να τον βρουν.

Ο Νήφων παρέμεινε στη Μονή Διονυσίου του Αγίου Όρους, όπου και απεβίωσε στις 3 Σεπτεμβρίου του 1508. Αμέσως μετά το θάνατό του τιμήθηκε ως άγιος σε πολλές περιοχές και η Ορθόδοξη Εκκλησία τον κατέταξε στο Αγιολόγιό της μόλις εννέα έτη αργότερα, το 1517, ορίζοντας να τιμάται η μνήμη του στις 11 Αυγούστου[11]. Το λείψανό του φυλάγεται σε λάρνακα στη Μονή Διονυσίου, στην οποία υπάρχει και παρεκκλήσιο στο όνομά του[12], εκτός από το κρανίο και το δεξί του χέρι, που βρίσκονται σε μοναστήρι της Βλαχίας[11].

Μαθητές του υπήρξαν ο ιερομάρτυρας Ιάκωβος ο εκ Καστορίας που μαρτύρησε το 1520, ο όσιος Μακάριος που μαρτύρησε το 1527, και ο Ιωάσαφ που μαρτύρησε το 1536.

Παραπομπές

Επεξεργασία


τίτλοι της Ορθόδοξης Εκκλησίας
Προκάτοχος
Παρθένιος Α΄
Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης
1482-1486
Διάδοχος
Μάξιμος
Προκάτοχος
Συμεών Α΄
Οικουμενικός Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως
1486-1488 (1η θητεία)
Διάδοχος
Διονύσιος Α΄
Προκάτοχος
Μάξιμος Δ΄
Οικουμενικός Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως
1497-1498 (2η θητεία)
Διάδοχος
Ιωακείμ Α΄
Προκάτοχος
Ιωακείμ Α΄
Οικουμενικός Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως
1502 (3η θητεία)
Διάδοχος
Παχώμιος Α΄