Πλατεία Μοναστηρακίου

πλατεία στην Αθήνα

Η Πλατεία Μοναστηρακίου είναι κεντρική πλατεία της Αθήνας στην περιοχή του Μοναστηρακίου. Στην πλατεία, υπάρχει ο σταθμός Μοναστηράκι της γραμμής 1 και γραμμής 3 του μετρό της Αθήνας. [1]

Πλατεία Μοναστηρακίου
Monastiraki Square on March 19, 2020.jpg
Εικόνα της πλατείας
Γενικές πληροφορίες
ΕίδοςΠλατεία
Γεωγραφικές συντεταγμένεςΑθήνα
37°58′35″N 23°43′33″E
Διοικητική υπαγωγήΔήμος Αθηναίων
ΧώραΕλλάδα
Λειτουργία1834
Commons page Πολυμέσα

ΠληροφορίεςΕπεξεργασία

Στην πλατεία υπάρχει μία εκκλησία βυζαντινής προέλευσης, η Παναγία Παντάνασσα.Υπάρχουν επίσης τα απομεινάρια ενός μοναστηριού το οποίο ήταν αποκλειστικά για γυναίκες μοναχές. Πιο πέρα, υπάρχει η Ρωμαϊκή βιβλιοθήκη του Ανδριανού, ο σταθμός του ηλεκτρικού και το τζαμί Τζισταράκη που κάνουν την πλατεία ξεχωριστή και σημείο έλξης για πολλούς τουρίστες. [2] Χαρακτηριστικό της πλατείας είναι το πολύχρωμο λιθόστρωτο που καλύπτει, σαν χαλί, την επιφάνειά της και οι ροές οι οποίες σχηματίζονται και συμβολίζουν όλες τις διαφορετικότητες που ζουν στην Αθήνα.

ΙστορίαΕπεξεργασία

Η πλατεία είχε κατά καιρούς και άλλα ονόματα. «Πλατεία της Παλιάς Στρατώνας», λόγω των ομώνυμων φυλακών που ήταν κοντά, ή «Πλατεία Αδριανού», λόγω της Βιβλιοθήκης του Αδριανού, ήταν μερικά από αυτά. Ήταν γνωστή και με την επωνυμία «Στις Καρότσες», επειδή εκεί μαζεύονταν οι περισσότεροι αμαξάδες της Αθήνας. Άλλη ονομασία, ήταν το «τζιερτζίδικα», όνομα που προέρχεται από το «τζιέρι» που στα τούρκικα σημαίνει συκώτι, επειδή υπήρχαν εκεί πολλά ταβερνάκια που σέρβιραν τέτοιους μεζέδες. Στα χρόνια της Τουρκοκρατίας η περιοχή του Μοναστηρακίου αποτελούσε τη μικρογραφία μιας τυπικής οθωμανικής πόλης με την αγορά η οποία ήταν ταυτόχρονα εμπορικό και διοικητικό κέντρο, τα μαγαζιά, το σεράι του Βοεβόδα, τους χώρους προσευχής, το ιεροσπουδαστήριο (Μεντρεσές), τα λουτρά, τα καφενεία, τα χάνια και τα πανδοχεία, καθώς και κατοικίες της ανώτερης τάξης. Αξίζει να σημειωθεί ότι από τα ρωμαϊκά χρόνια μέχρι και τα χρόνια του Όθωνα, το εμπορικό αλλά και το πολιτικό κέντρο της Αθήνας ήταν σχεδόν πάντα κάτω από την Ακρόπολη και η ζωή της αγοράς συνδεόταν άρρηκτα με τη ζωή της πόλης.

 
Η πλατεία από ψηλά

Η αγορά της Τουρκοκρατίας ξεκινούσε από τους Αέρηδες και έφτανε μέχρι τον τοίχο της Βιβλιοθήκης του Αδριανούο (σημερινή οδός Άρεως) και τους γύρω από την πλατεία δρόμους, με την οδό Ηφαίστου. Εκτός από την εβδομαδιαία αγορά (Σταροπάζαρο) στην πύλη της Αρχέτιδος Αθηνάς (Πάνω και Κάτω Παζάρι), όπου τα προϊόντα απλώνονταν πάνω σε πάγκους στους δρόμους, υπήρχε και η μόνιμη, με τα εμπορεύματα μέσα σε μικρά μαγαζιά, με σκέπαστρο στην είσοδο. Η αγορά, ήταν ένα από τα πιο ζωντανά σημεία της πόλης και συγκέντρωνε καθημερινά «εκπροσώπους» και από τις 4 κοινωνικές τάξεις (άρχοντες, νοικοκυραίοι, παζαρίτες και ξωτάρηδες) της τότε πολυπολιτισμικής κοινωνίας της Αθήνας, πράγμα που συνεχίστηκε και μετά την απελευθέρωση, στα χρόνια της οθωνικής εποχής.

Το άνοιγμα της πλατείας έγινε όταν η Αθήνα ανακηρύχθηκε πρωτεύουσα του νεοσύστατου κράτους (1834). Χαράχθηκαν οι οδοί Ερμού, Αθηνάς και Πανδρόσου, προεκτάθηκε από το Θησείο ο ατμήλατος σιδηρόδρομος Αθηνών-Πειραιώς και στις 17 Μαΐου του 1895 εγκαινιάστηκε το νεοκλασικό κτίριο του Σταθμού με το αρχικό όνομα «Μοναστήριον». Ο σταθμός έχει κατασκευαστεί επί της κοίτης του ποταμού Ηριδανού, τμήματα της οποίας είναι ορατά και πάνω από την πλατεία αλλά και από τον ειδικά διαμορφωμένο χώρο εντός του σταθμού. Δίπλα από τον σταθμό αρχίζει η οδός Ηφαίστου, όπου παλιά ήταν συγκεντρωμένα τα σιδεράδικα, και η περιοχή, η οποία έφτανε μέχρι την έξοδο της πόλης, στην Πόρτα του Μοριά η οποία ήταν γνωστή ως τα «Γύφτικα».

Τη νότια πλευρά της πλατείας Μοναστηρακίου κοσμεί η τρίκλιτη καμαροσκέπαστη βασιλική της Κοίμησης της Θεοτόκου Μοναστηρακίου, η Παναγιά Παντάνασσα (η βασίλισσα των πάντων) ή Αθηνιώτισσα. Το Μοναστηράκι, όπως συνηθίζεται να ονομάζεται αποτελεί πρώην καθολικό του Μεγάλου Μοναστηριού. Η Παντάνασσα ήταν μία από τις 24 εκκλησίες που σώθηκαν, από τις 129 που υπήρχαν στη διάρκεια της Τουρκοκρατίας, στα χρόνια που ακολούθησαν μετά την απελευθέρωση. Μετά τις ανασκαφές του 1885, έχασε ένα μεγάλο μέρος από τα κτίσματά της και μετά την ανακαίνισή της το 1890, αλλά και το κτίσιμο του σιδηροδρομικού σταθμού το 1895, αλλοιώθηκε η αρχική της μορφή και ο χώρος γύρω από αυτήν. Στην Παντάνασσα υπηρέτησε μεταξύ 1881-1895 ο Άγιος Νεκτάριος και συχνά έψαλλαν εκεί οι «Άγιοι των γραμμάτων» Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης και Αλέξανδρος Μωραϊτίδης. Στον ναό διασώζονται πολλά κειμήλια, και παλιές εικόνες από εκκλησίες που κατεδαφίστηκαν μετά την Επανάσταση του 1821. Έχει αγιογραφηθεί από τον Σπυρίδωνα Χατζηγιαννόπουλο και στο τέμπλο έχει φορητές εικόνες του Φώτη Κόντογλου. Το ογκώδες καμπαναριό, που είχε προκαλέσει αντιδράσεις ως προς την αισθητική του, χτίστηκε το 1911 στη θέση του παλαιότερου που υπήρχε εκεί, κτίσεως του 1890.

Στο ισόγειο υπήρχαν από τότε μαγαζάκια και το τέμενος ήταν στο πάνω επίπεδο του κτιρίου. Διέθετε μία μεγάλη αίθουσα προσευχής με το εντυπωσιακό μιχράμπ στην ανατολική της πλευρά, διακοσμημένο με υπέροχη ζωγραφική διακόσμηση και επιγραφές. Μετά την ίδρυση του ελληνικού κράτους το τζαμί άλλαξε πολλές χρήσεις και έγινε στρατώνας, φυλακή, αποθήκη, ακόμη και αίθουσα χορού προς τιμή του βασιλιά Όθωνα τον Μάρτιο του 1834. Αναστηλώθηκε το 1915 από τον αρχιτέκτονα και αρχαιολόγο Ορλάνδο και από το 1918 έως το 1973 ήταν η πρώτη στέγη του Μουσείου Ελληνικών Χειροτεχνημάτων. Το 1966 ο χώρος διαμορφώθηκε αναλόγως προκειμένου να προσευχηθεί εκεί ο έκπτωτος Σαουδάραβας Βασιλιάς Ιμπν Σαούντ. Σήμερα λειτουργεί ως παράρτημα του Μουσείου Ελληνικής Λαϊκής Τέχνης. [3]

ΠαραπομπέςΕπεξεργασία