Πολιορκία της Νίκαιας (1097)

H Πολιορκία της Νίκαιας έγινε από τις 14 Μαΐου ως τις 19 Ιουνίου του 1097, κατά τη διάρκεια της Α΄ Σταυροφορίας. Η πόλη, που την κατείχαν οι Σελτζούκοι, επέλεξε να παραδοθεί στους Ρωμαίους, παρά να εισβάλουν σε αυτήν οι Σταυροφόροι. Την πολιορκία ακολούθησε η Μάχη του Δορυλαίου (1097) και η πολιορκία της Αντιόχειας.

Η πολιορκία της Νίκαιας. Μικρογραφία χειρογράφου.

Το ιστορικό υπόβαθροΕπεξεργασία

Τη Νίκαια, στην ανατολική ακτή της λίμνης Ασκάνια, την είχαν καταλάβει από τους Ρωμαίους οι Σελτζούκοι το 1081 και έφεραν εδώ την πρωτεύουσα του σουλτανάτου του Ρουμ. Το 1096 η Σταυροφορία του λαού, το πρώτο βήμα της Α΄ Σταυροφορίας, είχε λεηλατήσει τη γη γύρω από την πόλη, πριν το πλήθος εξολοθρευτεί από τους Τούρκους. Ως αποτέλεσμα ο σουλτάνος Κιλίτζ Αρσλάν Α΄ αρχικά θεώρησε ότι το επόμενο κύμα Σταυροφόρων δεν θα ήταν απειλή· αφού άφησε την οικογένειά του και τους θησαυρούς του στη Νίκαια, πήγε στα ανατολικά για να πολεμήσει τους Δανισμενδίδες για τον έλεγχο της Μελιτηνής.

Η πολιορκία των ΣταυροφόρωνΕπεξεργασία

Οι Σταυροφόροι άρχισαν να αφήνουν την Κωνσταντινούπολη στα τέλη Απριλίου 1097. Ο Γοδεφρείδος του Μπουγιόν ήταν ο πρώτος που έφθασε στη Νίκαια, με τον Βοημούνδο πρίγκιπα του Τάραντα, τον Τανγκρέδο ανιψιό του Βοημούνδου, τον Ραϋμόνδο Δ΄ κόμη της Τουλούζης και τον Ροβέρτο Β΄ κόμη της Φλάνδρας, που τον ακολουθούσαν μαζί με τον Πέτρο τον Ερημίτη και μερικούς επιζήσαντες της Σταυροφορίας του λαού, καθώς και μία μικρή Ρωμαϊκή δύναμη υπό τον Μανουήλ Βουτουμίτη. Έφθασαν στις 6 Μαΐου με σοβαρή έλλειψη φαγητού, αλλά ο Βοημούνδος είχε κανονίσει να έλθουν τροφές από στεριά και θάλασσα. Άρχισαν να πολιορκούν την πόλη στις 14 Μαΐου, θέτοντας τον στρατό τους σε διάφορα τμήματα των τειχών, τα οποία ήταν καλά οχυρωμένα με 200 πύργους. Ο Βοημούνδος στρατοπέδευσε στη βόρεια πλευρά της πόλης, ο Γοδεφρείδος στα νότια και ο Ραϋμόνδος με τον Αντεμάρ του Λε Πυί στην ανατολική πύλη.

 
Η Πύλη προς την Κωνσταντινούπολη. Νίκαια.

Ήττα του Κιλίτζ Αρσλάν Α΄Επεξεργασία

Στις 16 Μαΐου οι Σελτζούκοι αμυνόμενοι έκαναν έφοδο για να επιτεθούν στους Σταυροφόρους, αλλά ηττήθηκαν σε μία αψιμαχία και απώλεσαν 200 άνδρες. Τότε οι Σελτζούκοι έστειλαν μηνύματα στον Κιλίτζ Αρσλάν Α΄ παρακαλώντας τον να επιστρέψει· όταν αυτός αντιλήφθηκε την ισχύ των Σταυροφόρων, επέστρεψε γρήγορα πίσω. Η εμπροσθοφυλακή του ηττήθηκε από στρατό του Ραϋμόνδου Δ΄ και του Ροβέρτου Β΄ στις 20 Μαΐου. Στις 21 Μαΐου ο Στραυροφορικός στρατός νίκησε τον Κιλίτζ Αρσλάν Α΄ σε μία αιματοβαμμένη μάχη, που κράτησε αρκετά, ως το βράδυ. Οι απώλειες ήταν βαριές και από τις δύο πλευρές, αλλά στο τέλος ο σουλτάνος αποσύρθηκε, παρά τις παρακλήσεις των Σελτζούκων της Νίκαιας. Οι υπόλοιποι Σταυροφόροι έφθαναν σε όλο το υπόλοιπο διάστημα ως τα τέλη του Μαΐου, με τον Ροβέρτο Β΄ δούκα της Νομανδίας (που συνοδευόταν από τον Ραλφ ντε Γκαέλ) και τον Στέφανο Β΄ κόμη του Μπλουά να καταφθάνουν στις αρχές Ιουνίου. Εν τω μεταξύ ο Ραϋμόνδος και ο Αδεμάρ έστησαν μία μεγάλη πολιορκητική μηχανή, που την κύλισαν στον πύργο του Γονατά με σκοπό να απασχολήσουν τους πολιορκημένους στα τείχη, ενώ οι υπονομευτές θα έσκαβαν κάτω από τα τείχη. Ο πύργος βλάφτηκε, αλλά δεν έγινε άλλη πρόοδος.

Η άφιξη των ΡωμαίωνΕπεξεργασία

Ο Αλέξιος Α΄ Αυτοκράτορας των Ρωμαίων είχε επιλέξει να μη συνοδεύσει τους Σταυροφόρους, αλλά βάδιζε πίσω τους και έστησε το στρατόπεδό του στο κοντινό Πελεκάνο. Από εκεί έστειλε λέμβους, που τις είχε σύρει επάνω από τη στεριά, να βοηθήσουν στον αποκλεισμό της λίμνης Ασκάνια, που τη χρησιμοποιούσαν ως τώρα οι Σελτζούκοι για να εφοδιάζονται. Οι λέμβοι έφθασαν στις 17 Ιουνίου υπό την καθοδήγηση του Μανουήλ Βουτουμίτη. Επίσης εστάλη ο στρατηγός Τατίκιος με 2.000 στρατιώτες του πεζικού. Ο Αλέξιος Α΄ είχε δώσει οδηγίες στον Βουτουμίτη να διαπραγματευθεί μυστικά -χωρίς να το γνωρίζουν οι Σταυροφόροι- την παράδοση της πόλης. Ο Τατίκιος είχε οδηγίες να ακολουθεί στους Σταυροφόρους και να κάνει άμεση προσβολή στα τείχη, ενώ ο Βουτουμίτης θα υποκρινόταν ότι έκανε το ίδιο για να κάνει να φαίνεται ότι οι Ρωμαίοι θα καταλάμβαναν την πόλη σε μάχη. Έτσι και έγινε και στις 19 Ιουνίου οι Σελτζούκοι παραδόθηκαν στον Βουτουμίτη.

Όταν οι Σταυροφόροι ανακάλυψαν ότι ο Αλέξιος Α΄ είχε πράξει έτσι, θύμωσαν, διότι ήλπιζαν να λαφυραγωγήσουν την πόλη για χρήματα και εφόδια. Ο Βουτουμίτης ονομάστηκε δούκας της Νίκαιας και απαγόρευσε στους Σταυροφόρους να εισέλθουν σε ομάδες με περισσότερους από 10 άνδρες τη φορά. Επίσης ο Βουτουμίτης έδιωξε τους Σελτζούκους στρατηγούς, που τους θεώρησε αναξιόπιστους. Η οικογένεια του Αρσλάν Α΄ πήγε στην Κωνσταντινούπολη και τελικά ελευθερώθηκε χωρίς λύτρα. Ο Αυτοκράτορας έδωσε στους Σταυροφόρους χρήματα, άλογα και άλλα δώρα, αλλά οι Σταυροφόροι δεν ήταν ευχαριστημένοι με αυτό, καθώς πίστευαν ότι θα είχαν περισσότερα, αν είχαν καταλάβει την πόλη μόνοι τους. Ο Βουτουμίτης δεν τους άφησε να φύγουν, πριν ορκιστούν όρκο υποτέλειας στον Αλέξιο Α΄, αν δεν το είχαν κάνει πιο πριν στην Κωνσταντινούπολη. Όπως είχε κάνει στην Κωνσταντινούπολη ο Ταγκρέδος, αρνήθηκε αρχικά, αλλά τελικά ενέδωσε.

 
Οι Σταυροφόροι εκτοξεύουν κεφάλια αιχμαλώτων Σελτζούκων μέσα στα τείχη, για να ρίξουν το ηθικό των πολιορκημένων.

ΜετέπειταΕπεξεργασία

Οι Σταυροφόροι άφησαν τη Νίκαια στις 26 Ιουνίου σε δύο τμήματα: Ο Βοημούνδος, ο Ταγκρέδος, ο Ροβέρτος και ο Τατίκιος στο εμπρός τμήμα, ενώ ο Γοδεφρείδος, ο Βαλδουίνος, ο Στέφανος και ο Ούγος του Βερμαντουά στο οπίθιο τμήμα. Ο Τατίκιος είχε οδηγίες να εξασφαλίζει την επιστροφή των καταλαμβανομένων πόλεων στην Αυτοκρατορία. Οι Σταυροφόροι είχαν υψηλές προσδοκίες: ο Στέφανος έγραψε στη σύζυγό του Αδέλα της Νορμανδίας ότι σε 5 εβδομάδες θα ήταν στην Ιερουσαλήμ. Στις 1 Ιουλίου νίκησαν τον Κιλίτζ στη μάχη του Δορυλαίου και τον Οκτώβριο έφθασαν στην Αντιόχεια. Έφθασαν στην Ιερουσαλήμ δύο έτη μετά, από τότε που άφησαν τη Νίκαια.

ΠηγέςΕπεξεργασία

  • Anna Comnena, Alexiad
  • Fulcher of Chartres, Historia Hierosolymitana
  • Gesta Francorum (anonymous)
  • Raymond of Aguilers, Historia francorum qui ceperunt Jerusalem
  • Mayer, Hans Eberhard. The Crusades. London: Oxford University Press, 1972. ISBN 0198730152
  • Nicolle, David. The First Crusade 1096-1099: Conquest of the Holy Land, Osprey Publishing, 2003.
  • Pryor, John H. Logistics of Warfare in the Age of the Crusades, Ashgate Publishing Ltd. 2006. ISBN 0754651975
  • Riley-Smith, Jonathan Simon Christopher. The First Crusade and the Idea of Crusading. Philadelphia: University of Pennsylvania Press, 1986. ISBN 0812280261
  • Runciman, Steven (1951). A History of the Crusades, Volume I: The First Crusade and the Foundation of the Kingdom of Jerusalem. Cambridge: Cambridge University Press.
  • Setton, Kenneth M.; Baldwin, Marshall W., eds. (1969) [1955]. A History of the Crusades, Volume I: The First Hundred Years (Second ed.). Madison, Milwaukee, and London: University of Wisconsin Press. ISBN 0-299-04834-9.
  • Treadgold, Warren (1997). A History of the Byzantine State and Society. Stanford, California: Stanford University Press. ISBN 0-8047-2630-2.

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία