Άνοιγμα κυρίου μενού

Η Σελεύκεια ήταν αρχαία ελληνική πόλη στη Συρία, στις όχθες του Αξιού ποταμού.

Την πόλη ανέφερε ο Κλαύδιος Πτολεμαίος και ο Πλίνιος ως Σελεύκεια ή Σέλευκο ο προς Βήλω. Παράλληλα ο Στέφανος ο Βυζάντιος αναφέρει στην ίδια περιοχή δύο πόλεις με το ίδιο όνομα, πιθανώς συγχέοντας τις δύο ονομασίες της πόλεως.[1] Βρισκόταν στα νότια περίχωρα της Σελευκίδος, στην επαρχία της Απαμηνής, μερικά χιλιόμετρα δυτικά της Απάμειας. Στα χρόνια που ακολούθησαν η ονομασία άλλαξε σε Σελευκόπολις ή Σελευκόβηλος.

Κτίστηκε από τον Σέλευκο Α΄ Νικάτορα γύρω στο 300 π.Χ. στους νότιους πρόποδες μιας οροσειράς από ασβεστόλιθο. Την οροσειρά αυτή έλεγαν οι αρχαίοι Έλληνες Βήλο (ίσως από τη φοινικική θεότητα Βάαλ), εξ ου και το προσωνύμιο της πόλης.

Η θέση της πόλης ήταν άριστα επιλεγμένη: Βρισκόταν στη δυτική όχθη του Ορόντη, κοντά στις πηγές του ποταμού, του οποίου οι εκβολές βρίσκονταν στη Λαοδίκεια. Ως εκ τούτου, μέσω της Σελεύκειας, το διά ξηράς εμπόριο έφτανε στα μεσογειακά παράλια. Κατά τη διάρκεια του απογείου της Σελευκιδικής εποχής, η πόλη ανήκε στις πιο πυκνοκατοικημένες περιοχές της Απαμηνής, με συνολικό πληθυσμό της επαρχίας πάνω από μισό εκατομμύριο[εκκρεμεί παραπομπή].

Σε αυτήν την πόλη κατά τον άγιο Θεοδώρητο, μόνασε ο Μέγας Βασίλειος. Εκεί μάλιστα ίδρυσε μοναστήρι για να τιμήσει τον πνευματικό του διδάσκαλο άγιο Μαρκιανό.

Κατά τον 19ο αιώνα, ιδρύθηκε οικισμός με την παραφθαρμένη αραβική ονομασία Al-Suqaylabiyah (السقيلبيه), μερικά χιλιόμετρα νότια της αρχαίας Σελεύκειας, επί της ανατολικής όχθης του Ορόντη. Ακόμη και σήμερα είναι έδρα ρωμαιοκαθολικής επισκοπής και ο επίσκοπος Σελευκείας προσφωνείται Seleucobelitanus episcopus ήδη από την πρώτη σύνοδο της Κωνσταντινουπόλεως.

ΠαραπομπέςΕπεξεργασία

  1. Στεφάνου Βυζαντίου εθνικά στο λήμμα Σέλευκος: πόλις περί τη εν Συρία Απαμεία, αρσενικώς λεγομένη. Ο πολίτης Σελευκηΐτης. Και αμέσως μετά στο λήμμα Σελευκόβηλος: πόλις Συρίας πλησίον. Ο πολίτης Σελευκοβηλίτης και Σελευκοβηλαίος. Λέγεται και Σελευκεύς προς τω Βήλω. Ούτω γαρ Παυσανίας εν τω περί Αντιοχείας φησί.

ΠηγέςΕπεξεργασία