Η Σκυθία ήταν αρχαία χώρα που την κατοικούσαν οι Σκύθες και θεωρείται τόπος καταγωγής των Αμαζόνων. Πολλοί αρχαίοι συγγραφείς την προσδιορίζουν από την σημερινή Ρουμανία μέχρι το οροπέδιο Παμίρ, μία ολόκληρη περιοχή στην Ευρασία, που κατοικούνταν από αρχαίους νομαδικούς λαούς, οι οποίοι μιλούσαν Ιρανικές γλώσσες. Η τοποθεσία και η έκταση της Σκυθίας διαφοροποιούνται κατά καιρούς, από την περιοχή των όρων Αλτάι όπου συναντιούνται η Μογγολία, Κίνα, Ρωσία, και το Καζακστάν, κατά μήκος της νότιας Ουκρανίας μέχρι την περιοχή του κάτω τμήματος του ποταμού Δούναβη, τη Βουλγαρία και τη Γεωργία. Οι Κινέζοι γνώριζαν τους Σάκες (Ασιάτες Σκύθες) ως Σάι (κινεζικός χαρακτήρας: 塞, Στα αρχαία σινικά *sək).

Σκύθες πολεμιστές, ζωγραφισμένοι βάσει σχεδίων σε ένα ποτήρι από ήλεκτρο από τον τάφο τύπο "κούργκαν" της Κουλ Όμπα κοντά στο Κερτς. Ο πολεμιστής στα δεξιά τεντώνει το τόξο του στηρίζοντάς το πίσω από το γόνατό του. Σημειώστε το χαρακτηριστικό μυτερό σκούφο, το μακρύ πανωφόρι με στόλισμα από προβιά ή γούνα στις άκρες, τα διακοσμημένα παντελόνια και τις κοντές μπότες που δένουν στον αστράγαλο. Φαίνεται ότι οι Σκύθες κανονικά είχαν τα μαλλιά τους μακρυά και ελεύθερα και όλοι οι ενήλικοι άνδρες είχαν γενειάδα. Ο gorytos φαίνεται καθαρά στο αριστερό γοφό του ξεσκούφωτου λογχοφόρου. Ο σύντροφός του έχει μια ενδιαφέρουσα ασπίδα, που ίσως παριστάνει ένα απλό δερμάτινο κάλυμμα που καλύπτει ένα ξύλινο κάλυμμα από λυγαριά (Μουσείο Ερμιτάζ, Αγία Πετρούπολη)

Οι Σκύθες πρωτοεμφανίσθηκαν στα Ασσυριακά χρονικά ως "Ισκουζάι" και αναφέρθηκε ότι ξεχύθηκαν από το βορρά περίπου το 700 π.Χ. και εγκαταστάθηκαν στην Ασκάνια και στο σημερινό Αζερμπαϊτζάν μέχρι τα νοτιοανατολικά της λίμνης Ούρμια. Πιθανότατα οι Σκύθες αποτελούσαν ένα παρακλάδι των "Γκιμίρρου" οι οποίοι αναφέρονται στα χρονικά των Ασσυρίων περίπου την ίδια εποχή (Ivančik), παρόλο που ο αρχαίος Έλληνας ιστορικός Ηρόδοτος ο Αλικαρνασεύς περιγράφει τους Κιμμέριους ως διαφορετική φυλή, δηλαδή τους αυτόχθονες κατοίκους της βόρειας ακτής της Μαύρης Θάλασσας, τους οποίους οι Σκύθες απώθησαν.[1]

Οι πιο σημαντικές Σκυθικές φυλές που αναφέρονται στις ελληνικές πηγές, κατοικούσαν στις στέπες ανάμεσα στους ποταμούς Δνείπερο και Ντον.

Αρχαιολογικά ευρήματα σχετικά με τους Σκύθες και τη Σκυθική τέχνη περιλαμβάνουν περίτεχνους τάφους που περιείχαν κοσμήματα από χρυσό, ενδύματα από μετάξι, άλογα και ανθρωποθυσίες. Τεχνικές μουμιοποίησης και το μονίμως παγωμένο έδαφος, βοήθησαν στη διάσωση και ορισμένων λειψάνων. Στην ευρύτερη γεωγραφική περιοχή που στην αρχαιότητα οι Έλληνες αποκαλούσαν Σκυθία έχουν ανακαλυφθεί πολυάριθμοι τάφοι πολεμιστών που αρχικά θεωρήθηκαν ότι ανήκαν σε άντρες. Παραδοσιακά οι αρχαιολόγοι είχαν την τάση να θεωρούν αντρικό έναν τάφο που περιείχε όπλα και πανοπλίες και γυναικείο έναν που περιείχε κοσμήματα και καθρέφτες. Με την εξέλιξη της τεχνολογίας όμως και την δυνατότητα ανάλυσης του DNA των οστών τις τελευταίες δεκαετίες αποκαλύφθηκε ότι στην πραγματικότητα αυτό δεν ήταν σωστό. Βρέθηκαν πολυάριθμες περιπτώσεις όπου ο θανών ήταν γυναίκα παρά το γεγονός ότι ο τάφος περιείχε όπλα και άλλες περιπτώσεις όπου ήταν άντρας αν και ήταν θαμμένος με κοσμήματα και καθρέφτες. Αυτό έφερε στην επιφάνεια τις προκαταλήψεις των επιστημόνων που συχνά οδηγούν σε λανθασμένες ερμηνείες των στοιχείων. Κοσμήματα άλλωστε φορούν και οι άντρες και οι γυναίκες ενώ οι καθρέφτες είναι πολυχρηστικά αντικείμενα με τα οποία κανείς, ανάμεσα σε άλλα, μπορεί να ανάψει φωτιά και να στείλει μηνύματα με αντανακλάσεις.[2]

Σύμφωνα με τα ευρήματα της ανάλυσης του DNA των σκελετών που βρέθηκαν θαμμένοι σε αυτούς τους τάφους πολλοί από αυτούς ανήκουν σε γυναίκες. Περίπου το 30% με 40% των τάφων αυτών ανήκουν σε γυναίκες που έχουν πεθάνει από πολεμικά τραύματα και ενώ πολεμούσαν (εν αντιθέσει του να είναι απλά θύματα βίας) ενώ έχουν ταφεί με πλήρη πολεμικό εξοπλισμό. Τα όπλα που έχουν θαφτεί μαζί τους είναι χρησιμοποιημένα και όχι απλά τελετουργικά κτερίσματα και έχουν το ίδιο μέγεθος με τα όπλα των αντρών μόνο που έχουν ελαφρά μικρότερες λαβές, προφανώς για να ταιριάζουν καλύτερα στα γυναικεία χέρια. Αυτές οι ανακαλύψεις αποκαλύπτουν ότι στις νομαδικές αυτές φυλές επικρατούσε μεγάλη ισότητα ανάμεσα στα φύλα και οι γυναίκες συμμετείχαν στον πόλεμο αλλά και στα δημόσια αξιώματα εξίσου με τους άντρες.[2] Χαρακτηριστικό είναι ότι μέχρι και σήμερα στους λαούς που προέρχονται από τις φυλές των Σκυθών, όπως οι Μογγόλοι, οι γυναίκες έχουν μεγάλο βαθμό ισότητας και ελευθερίες στις κοινωνίες τους ενώ φημίζονται ακόμα ως δεινές ιππείς, τοξότριες, κυνηγοί και παλαίστριες. Δεν είναι τυχαίο, για παράδειγμα, ότι οι περισσότερες σύγχρονες κορυφαίες αθλήτριες τοξοβολίας κατάγονται από την Μογγολία (βλέπε επίσης τον τρόπο που χρησιμοποίησε τις γυναίκες ο Τζένγκις Χαν για να δομήσει την αυτοκρατορία του). Τέτοιου είδους πολιτιστικά, ανθρωπολογικά και αρχαιολογικά στοιχεία έχουν οδηγήσει τους σύγχρονους ιστορικούς να θεωρούν τους Σκύθες ως τον λαό καταγωγής των θρυλικών Αμαζόνων.[2]

Παραπομπές

Επεξεργασία
  1. «Ιστορίαι (Ηροδότου)/Μελπομένη - Βικιθήκη». el.wikisource.org. Ανακτήθηκε στις 28 Νοεμβρίου 2017. 
  2. 2,0 2,1 2,2 Mayor, Adrienne (2014). The Amazons : lives and legends of warrior women across the ancient world. Princeton: Princeton University Press. ISBN 0691170274. 919479482.