Άνοιγμα κυρίου μενού
Ο όρος «Φοινίκη» ανακατευθύνει εδώ. Για άλλες χρήσεις, δείτε: Φοινίκη (αποσαφήνιση).

Οι Φοίνικες ή Σιδώνιοι ήταν αρχαίος σημιτικός λαός που έζησε στη βόρεια Χαναάν, στην παραλιακή πεδιάδα μήκους περ. 200 χλμ και πλάτους μόλις 30 χλμ του σημερινού Λιβάνου -τμήμα της αρχαίας χώρας ανήκει σήμερα και στο Ισραήλ και στη Συρία. Κατά τον Ηρόδοτο και τον Στράβωνα προήλθαν από την Ερυθρά θάλασσα και εγκαταστάθηκαν στη λεγόμενη Φοινίκη γύρω στο 2000 π.Χ., ωστόσο ως διακριτή πολιτισμική οντότητα άρχισαν να ξεχωρίζουν από τους υπόλοιπους λαούς της Χαναάν γύρω στο 1200 π.Χ.. Από τότε και έως το 700 π.Χ. περίπου χρονολογείται η μέγιστη ακμή τους, κατά την οποία εξαπλώθηκαν σε όλη τη Μεσόγειο και πέρα από αυτήν, ιδρύοντας αποικίες, αναπτύσσοντας το εμπόριο και φέρνοντας σε επαφή τους πολιτισμούς όλης της Μεσογείου. Ανάμεσα στις πόλεις που άκμασαν ως κέντρα φοινικικού πολιτισμού συγκαταλέγονται η Τύρος, η Σιδώνα και η Βύβλος, οι οποίες υπάρχουν ακόμα και σήμερα. Συνεχιστές του φοινικικού πολιτισμού στη δυτική Μεσόγειο, από τον 7ο αι. π.Χ., υπήρξαν οι Καρχηδόνιοι, που αναδείχθηκαν σε ισχυρή ναυτική δύναμη και συγκρούστηκαν επανειλημμένα με τους Ρωμαίους ως την υποταγή τους σε αυτούς με το τέλος του Γ΄ Καρχηδονιακού Πολέμου το 146 π.Χ.. Παρότι οι ίδιοι κάτοικοι της περιοχής δεν διέθεταν επαρκείς πόρους για τα επιτεύγματά τους, από άλλες πηγές (κυρίως ελληνικές) είναι γνωστό ότι υπήρξαν εξαιρετικοί έμποροι και θαλασσοπόροι. Σε αυτούς επίσης ανάγεται η πλειονότητα των σημερινών αλφαβήτων, αφού μέσω κυρίως του ελληνικού και δευτερευόντως του αραμαϊκού, το αλφάβητό τους αποτέλεσε το θεμέλιο λίθων των σημερινών αλφαβήτων. Θεωρείται επίσης ότι προήγαγαν την εριουργία, την βαφική και τη βιομηχανία διαφανούς υάλου.

Φοίνικες (αρχαίος λαός)
Phoenician nun.svgPhoenician ayin.svgPhoenician nun.svgPhoenician kaph.svg
Φοινίκη
1200 π.Χ. - 539 π.Χ.
Βύβλος
(1200 π.Χ.-1000 π.Χ.)
Τύρος
(1000 π.Χ.-333 π.Χ.)
Καρχηδόνα
(333 π.Χ.-149 π.Χ.)
Φοινικική
Μοναρχία
Ίδρυση
Η Τύρος γίνεται η κυρίαρχη πόλη-κράτος
Ο Πυγμαλίων ιδρύει την Καρχηδόνα (θρυλική)
Ο Κύρος Β΄ της Περσίας κατακτά τη Φοινίκη
1200 π.Χ.

969 π.Χ.

814 π.Χ.

539 π.Χ.
Πληθυσμός
 • Εκτίμηση 1200 π.Χ. 

200.000  
Χάρτης της Φοινίκης.

Πίνακας περιεχομένων

ΟνομασίαΕπεξεργασία

Μια δοξασία των Ελλήνων ήταν πως οι Φοίνικες πήραν το όνομά τους από τον μεγαλύτερο ήρωά τους και ιδρυτή του γένους τους, τον Φοίνικα. Δεν αποκλείεται βέβαια να υπήρξε όντως κάποια σπουδαία προσωπικότητα στην περιοχή της σημερινής Μέσης Ανατολής που η δράση της να ήταν ιδιαίτερα σημαντική για τους εκεί λαούς και που το όνομά της να έμοιαζε με το "Φοίνιξ", όμως η εκδοχή αυτή θεωρείται ελάχιστα πιθανή. Στη μυκηναϊκή γραφή οι Φοίνικες αναφέρονται ως "πονίκιοι"[1]. Αργότερα ο Εκαταίος τον 6ο π.Χ. αιώνα αναφέρει ότι η Φοινίκη παλιότερα καλείτο χνα (που παραπέμπει στο Χαναάν). Οι ίδιοι οι Φοίνικες αυτοαποκαλούνταν bani kan'an, Παιδιά της Χαναάν, όπως και οι Καρχηδόνιοι αργότερα[2]. Εντούτοις έγιναν γνωστοί με το όνομα Φοίνικες με το οποίο τους αποκαλούσαν οι Έλληνες. Η ονομασία αυτή, δανεισμένη κατά πάσα πιθανότητα από την αρχαία αιγυπτιακή γλώσσα, σχετίζεται πιθανόν εξαρχής ή σίγουρα στη συνέχεια, με τις λέξεις φοῖνιξ και φοινός, που σημαίνουν πορφυρός και πορφύρα. Αυτές οι λέξεις χαρακτηρίζουν το χρώμα, τη χρωστική ουσία και το ύφασμα που βαφόταν με αυτή. Οι Φοίνικες ήταν δεινοί παραγωγοί τόσο του πορφυρού χρώματος από το θαλάσσιο όστρακο της πορφύρας όσο και των πορφυρών υφασμάτων, που ήταν πολύτιμα και περιζήτητα στη Μεσόγειο. Η λέξη "πονίκιοι" και "φοίνικες" μετά ( από την οποία προήλθε και η λατινική poenicus και μετά punic για τους πολίτες της Καρχηδόνας) προήλθε σύμφωνα με τις επικρατέστερες θεωρίες είτε από την αιγυπτιακή λέξη "φενχού" είτε από την "ποούν". Οι Αιγύπτιοι συγκεκριμένα θεωρούσαν τους Φοίνικες αποίκους που είχαν φτάσει στα ανατολικά παράλια της Μεσογείου μεταναστεύοντας εκεί από τη σημερινή Σομαλία και καθώς ονόμαζαν την περιοχή στο κέρας της Αφρικής απέναντι από την Αραβία Poun ή Pount, έτσι αποκαλούσαν και τους Φοίνικες. Αλλη θεωρία όμως αποδίδει το "πονίκιοι" στην αιγυπτιακή λέξη "φενκχού", που σήμαινε ασιατικός αλλά και έμπορος ξυλείας (κάτι που είναι όντως πιθανόν να παραπέμπει στους Φοίνικες, αφού είχαν άφθονη ξυλεία σε αντίθεση με τους Αιγυπτίους που την εισήγαγαν).

ΠροέλευσηΕπεξεργασία

Σύμφωνα με μια δοξασία, οι Φοίνικες πήραν αυτή την ονομασία από τον τον Φοίνικα, τον μεγαλύτερο ήρωά τους και ιδρυτή του γένους τους. Μια λιγότερο πιθανή εκδοχή, ειναι η ύπαρξη κάποιας σπουδαίας προσωπικότητας στην περιοχή που έφερε το όνομα "Φοίνιξ". Στη γραμμική Β οι Φοίνικες αναφέρονται ως "πονίκιοι", η οποία λέξη προέρχεται από την αιγυπτιακή λέξη "φενκχού", που σήμαινε ασιατικός αλλά και έμπορος ξυλείας. Οι ίδιοι αυτοαποκαλούνταν bani kan'an ( Παιδιά της Χαναάν) και  αργότερα Καρχηδόνιοι. Γνωστοί έγιναν με το όνομα Φοίνικες με το οποίο τους αποκαλούσαν οι Έλληνες. Οι Φοίνικες προήγαγαν  τόσο  το πορφυρο χρώμα από το θαλάσσιο όστρακο της πορφύρας όσο και πορφυρά υφάσματα.

Οι Φοίνικες πιθανά υπήρξαν άποικοι αν όχι από τη Σομαλία ( πεποίθηση των Αιγυπτίων),  ίσως από την Ερυθρά Θάλασσα, γεγονός που αναφέρεται από τον Ηρόδοτο, στο ‘Κλειώ΄,το πρώτο από τα 9 βιβλία τα οποία πήραν τα ονόματά τους από τις 9 μούσες.Τότε ήταν περίπου που βρέθηκε, στο σημερινό Μπαχρέιν βρέθηκε και ο Στράβων, και αναφέρει ότι βρήκαν εκεί, όμοια με τα φοινικικά,αγάλματα θεών. Επίσης πως οι κάτοικοι του είπαν πως οι Φοίνικες της Μεσογείου είναι άποικοι από τα μέρη τους. Επίσης αναφέρει φινικικές πόλεις που έχουν την ίδια ονομασία με αραβικές, την Τύρο και την Άραδο.

ΑλφάβητοΕπεξεργασία

Κύριο λήμμα: Αλφάβητο
 
Τα 22 γράμματα των Φοινίκων

Η Φοινικική γλώσσα είναι μέρος της βορειοδυτικής ομάδας των σημιτικών γλωσσών.  Θεωρείται πως το ελληνικό αλφάβητο προέρχεται από το φοινικικό αλφάβητο, όμως διαφοροποιήθηκε, καθώς οι Φοίνικες δεν περιλάμβαναν φωνήεντα σε  αντίθεση με τους Έλληνες. Από το ίδιο αλφάβητο εικάζεται ότι άρχισε να εξελίσσεται και το λατινικό, καθώς πήραν το ελληνικό οι Ετρούσκοι και το μετέδωσαν στους Ρωμαίους.

Ναυσιπλοΐα και σχέσεις με άλλους λαούςΕπεξεργασία

Καθώς οι εμπορικές συναλλαγές και οι αποικίες τους εξαπλώθηκαν στη Μεσόγειο, οι Φοίνικες και οι Έλληνες φαινόταν να έχουν χωρίσει τη θάλασσα σε δύο: οι Φοίνικες διέσχισαν και τελικά κυριάρχησαν στη νότια ακτή, ενώ οι Έλληνες ήταν ενεργοί κατά μήκος των βόρειων ακτών. Οι δύο πολιτισμοί σπάνια συγκρούστηκαν, κυρίως στους Σικελικούς Πολέμους, και τελικά εγκαταστάθηκαν σε δύο σφαίρες επιρροής, στη Φοινικία στα δυτικά και στην ανατολή στην Ελλάδα.

Κατά τους αιώνες μετά το 1200 π.Χ., οι Φοίνικες ήταν η σημαντικότερη ναυτική και εμπορική δύναμη της περιοχής.  Οι ανασκαφές του James B. Pritchard στη Σαρέπε (σημερινό Λίβανο) αποκάλυψαν θρυμματισμένα κοχύλια Murex και δοχεία αγγειοπλαστικής που χρωματίστηκαν με τη βαφή που παράγεται στην περιοχή. Οι Φοίνικες δημιούργησαν ένα δεύτερο κέντρο παραγωγής της βαφής στο Mogador, στο σημερινό Μαρόκο. Τα λαμπρά κλωστοϋφαντουργικά προϊόντα αποτελούσαν μέρος του φοινικικού πλούτου. Οι Φοίνικες του 8ου αιώνα, πουλούσαν κρασί στους αιγύπτιους, καθώς δεν υπείρχαν αμπελώνες εκεί. Το εμπόριο κρασιού με την Αίγυπτο τεκμηριώνεται από τα ναυάγια που βρέθηκαν το 1997 στην ανοιχτή θάλασσα 50 χιλιόμετρα δυτικά του Ascalon. Από την Αίγυπτο, οι Φοίνικες αγόραζαν χρυσό. Επιπλέον, παρείχαν στους αιγύπτιους μεγάλα ποσοστά ξυλίας λόγω της φτωχής ξυλείας στην Αίγυπτο, για σημαντικά ποσά. Κάποια στιγμή μεταξύ 1075 και 1060 αι. π.Χ., ένας Αιγύπτιος απεσταλμένος, με το όνομα Wen-Amon επισκέφθηκε τη Φοινίκη και εξασφάλισε επτά μεγάλους κορμούς δέντρων, σε αντάλλαγμα για ένα μικτό φορτίο που περιλάμβανε «4 κροκάλες και 1 ‘kek-men’ χρυσό · 5 ασημένιες κανάτες · 10 ενδύματα βασιλικών λευκών ειδών, 10 κουρτ καλά λευκά από την Άνω Αίγυπτο, 500 ρολά παπύρου, 500 δέρματα αγελάδων, 500 σχοινιά, 20 σακούλες φακές και 30 καλάθια ψαριών». Αυτοί οι κορμοί μεταφέρθηκαν στη συνέχεια με πλοίο από τη Φοινίκη στην Αίγυπτο.

Είσαγαν και από αλλού υλικά, και ίσως τα πιο σημαντικά ήταν το ασήμι από τη Σαρδηνία και την Ιβηρική Χερσόνησο, κασσίτερος, ο οποίος, όταν τήκεται με χαλκό (από την Κύπρο), δημιουργήται το ανθεκτικό χάλκινο κράμα μετάλλου. Ο αρχαιολόγος Glenn Markoe προτείνει ότι ο κασσίτερος "μπορεί να έχει αποκτηθεί από τη Γαλικία μέσω της ακτής του Ατλαντικού ή της νότιας Ισπανίας, εναλλακτικά, μπορεί να προέρχεται από τη Βόρεια Ευρώπη (Κορνουάλη ή Βρετάνη) μέσω της κοιλάδας του Ροδανού και της παραλιακής Μασσαλιας". Ο Strabo δηλώνει ότι υπήρχε ένα ιδιαίτερα κερδοφόρο φοινικικό εμπόριο για κασσίτερο με τη Βρετανία, πιθανά μέσω της βορειοδυτικής ακτής της Ιβηρικής Χερσονήσου.

Ο καθηγητής Timothy Champion, σχολιάζοντας τα σχόλια του Diodorus Siculus σχετικά με το εμπόριο κασσίτερου, δηλώνει ότι «ο Διόδωρος ποτέ δεν λέει ότι οι Φοίνικες έφτασαν στην Κορνουάλη», λέει το αντίθετο: «η παραγωγή κασσίτερου Cornish ήταν στα χέρια των ντόπιων της Κορνουάλης , και η μεταφορά του στη Μεσόγειο οργανώθηκε από τοπικούς εμπόρους, δια θαλάσσης και έπειτα από τη γη μέσω της Γαλλίας, πολύ έξω από τον φοινικικό έλεγχο ».

Το Tarshish (Εβραϊκά: תַּרְשִׁישׁ) που εμφανίζεται στην εβραϊκή Βίβλο με πολλές ασαφείς έννοιες και ένα από τα πιο επαναλαμβανόμενα είναι ότι το Tarshish είναι ένας τόπος, πιθανώς μια πόλη ή χώρα, μακριά από το ομόσπονδο κράτος του Ισραήλ δια θαλάσσης, όπου γίνεται εμπόριο με το Ισραήλ και τη Φοινίκη. Ήταν ένας τόπος όπου οι Φοίνικες έλαβαν διάφορα μέταλλα, ειδικά ασήμι, κατά τη διάρκεια της βασιλείας του Σολομώντα. Ο William F. Albright (1941) και ο Frank M. Cross (1972) πρότειναν ότι το Tarshish θα μπορούσε να είναι ή ήταν η Σαρδηνία εξαιτίας της ανακάλυψης της Nora Stone και της Nora Fragment, η πρώτη εκ των οποίων αναφέρει Tarshish στη φοινικική επιγραφή . Η Christine M. Thompson (2003) εντόπισε μια συγκέντρωση θραυσμάτων hacksilver που χρονολογούνται από το  1200 και 586 αι. π.Χ. στο Cisjordan Corpus. Αυτό το κυρίαρχο ασήμι Cisjordan Corpus είναι ασύγκριτο στη σύγχρονη Μεσόγειο και μέσα του εμφανίζεται μια μοναδική συγκέντρωση στη Φοινίκη των ασημένιων θησαυρών που χρονολογούνται μεταξύ του 1200 και του 800 π.Χ. Τα αντικείμενα Hacksilber σε αυτές τις φοινικικές θρυαλλίδες έχουν λόγους ισότοπου μολύβδου που ταιριάζουν με μεταλλεύματα στη Σαρδηνία και την Ισπανία.

Αυτή η ΄΄μεταλλική΄΄ απόδειξη συμφωνεί με τη βιβλική μνήμη ενός Δυτικού Μεσογειακού Tarshish που παρείχε στον Σολομώντα αργύριο μέσω της Φοινίκης. Τα αρχεία της Ασσυρίας δείχνουν ότι το Tarshish ήταν ένα νησί και η ποιητική κατασκευή του Ψαλμού 72 δείχνει την ταυτότητά του ως ένα μεγάλο νησί στα δυτικά, το νησί της Σαρδηνίας.Οι Φοίνικες δημιούργησαν εμπορικά φυλάκια σε όλη τη Μεσόγειο, τα πιο στρατηγικά σημαντικά είναι η Καρχηδόνα στη Βορειοδυτική Αφρική, νοτιοανατολικά της Σαρδηνίας στη χερσόνησο της σημερινής Τυνησίας. Οι αρχαίες γαελικές μυθολογίες αποδίδουν στην Ιρλανδία εισροή Φοινίκου / Σκυθίας από έναν ηγέτη που ονομάζεται Fenius Farsa. Άλλοι ταξίδευαν επίσης νότια κατά μήκος των ακτών της Αφρικής. Μια εκστρατεία της Καρχηδονίας υπό την ηγεσία του Hanno the Navigator διερεύνησε και αποίκισε τις ακτές του Ατλαντικού της Αφρικής μέχρι τον Κόλπο της Γουινέας. και σύμφωνα με τον Ηρόδοτο, μια φοινικική αποστολή που κατέστρεψε την Ερυθρά Θάλασσα από τον Φαραώ Νέχο Β 'της Αιγύπτου (περίπου το 600 π.Χ.) περιπλέκει την Αφρική και επιστρέφει μέσω των πυλώνων του Ηρακλή μετά από τρία χρόνια. Την 2η χιλιετία π.Χ., οι Φοίνικες διαπραγματεύονταν με τους Σομαλούς. Μέσα από τις σομαλικές πόλεις-κράτη Mosylon, Opone, Malao, Sarapion, Mundus και Tabae,και άκμασε εμπόριο .

Φοινικικά πλοίαΕπεξεργασία

Οι Έλληνες είχαν δύο ονόματα για φοινικικά πλοία: hippoi(άλογα) και galloi(μπανιέρες). Αυτά τα ονόματα εξηγούνται εύκολα από απεικονίσεις φοινικικών πλοίων στα ανάκτορα των βασιλιάδων των Ασσυρίων από τον 7ο και τον 8ο αιώνα, καθώς τα σκάφη σε αυτές τις εικόνες είναι τύπου σωληνώσεων (galloi) και έχουν άλογα στα άκρα τους (hippoi). Είναι πιθανό ότι ο ιππόκομος από τις φοινικικές σχέσεις με τον ελληνικό θεό Ποσειδώνα ισοδυναμεί με τον Σημιτικό Θεό «Γιαμ».

Το 2014, ένα φοινικικό εμπορικό πλοίο, που χρονολογείται από το 700 π.Χ., βρέθηκε κοντά στο νησί Gozo. Το πλοίο είχε μήκος περίπου 15 μέτρα και περιείχε 50 αμφορείς γεμάτους κρασί και λάδι.

Σχέσεις με την ΕλλάδαΕπεξεργασία

Η Φοινίκη διατήρησε μακρόχρονη σχέση με τον ελληνικό πολιτισμό, από ένα σημείο και μετά ως εμπορικοί ανταγωνιστές του, ενώ κατά την παράδοση η Θήβα ιδρύθηκε από έναν Φοίνικα πρίγκηπα, τον Κάδμο. Πολλοί Φοίνικες μετανάστευσαν κατά τον 9ο π.Χ. αι. στην Κύπρο παράλληλα με τους Αχαιούς και ίσως και σε άλλες περιοχές πλησιέστερα στην Ελλάδα, όμως δεν υπάρχουν στοιχεία για ίδρυση άλλων αποικιών τους σε ελληνικό έδαφος. Συχνά οι Έλληνες αναφέρονταν στους Φοίνικες υποτιμητικά (ως κλέφτες και άρπαγες)[3] αλλά αυτό πιθανόν να ήταν έκφραση όχι μόνον του ανταγωνισμού στο Αιγαίο επειδή είχαν εφάμιλλη ναυτοσύνη, αλλά και λόγω της φιλοπερσικής στάσης των Φοινίκων, του τρόπου ζωής τους, της νοοτροπίας τους και της βαθύτερης εθνικής ανάγκης των Ελλήνων για δημιουργία χωριστής ταυτότητας (της ελληνικής) με πλήρη διαχωρισμό από τις γειτονικές, τις ούτως ή άλλως συγκεχυμένες. Η χαριστική βολή στον φοινικικό πολιτισμό ήρθε το 539 π.Χ., όταν ο Κύρος ο Μέγας κατέκτησε τη Φοινίκη και το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού μετακινήθηκε στην Καρχηδόνα και άλλες αποικίες. Στη συνέχεια η περιοχή κυβερνήθηκε από Έλληνες και μετά πέρασε στους Ρωμαίους.

Πόλεις και πολιτισμόςΕπεξεργασία

Σημαντικότερες πόλεις των Φοινίκων ήταν η Βύβλος (σημερινό Τζουμπάιλ), η πόλη και νήσος Άραδος (σήμερα Αρουάντ) και η απεναντί της ηπειρωτική πόλη Αντάραδος (σημερινή Ταρτούς), η Σιδώνα (στα αραβικά Σαιντά), η Τύρος (στα αραβικά σήμερα Σούρ), το Κίτιο της Κύπρου, (η σημερινή Λάρνακα) και η Καρχηδόνα (σήμερα προάστιο της Τύνιδας). Παρότι οι ιστορικοί αναφέρονται στο "φοινικικό πολιτισμό" της περιοχής από το 1200 και μετά ή και πιο πριν, εντούτοις δεν είναι σαφές κατά πόσον οι Φοίνικες είχαν αίσθηση κοινής ταυτότητας. Ηταν οργανωμένοι σε πόλεις-κράτη, όπως και οι Έλληνες, αλλά πέρα από την εμπορική και ναυτική τους ικανότητα, λίγα είναι γνωστά για τον τρόπο ζωής τους. Κατά καιρούς οι πόλεις-κράτη συμμαχούσαν για να αποκρούσουν κοινούς εχθρούς, αλλά δεν είχαν στενότερες σχέσεις -είχαν μάλιστα και εχθρικές πολύ συχνά. Η διοίκηση ασκείτο από τον βασιλιά, με άλλα δύο κέντρα εξουσίας άγνωστης βαρύτητας, το ιερατείο και τη γερουσία. Φαίνεται πως στην περιοχή λειτουργούσαν τρεις συνασπισμοί ή κέντρα. Το βόρειο ήταν της πόλης της Αράδου (σε νησί) και της απέναντι πεδινής έκτασης με την πόλη Σιμύρα (ή Σιμήρα), το κεντρικό, που το αποτελούσε η Βύβλος (ή Γκέμπελ), η Βηρυτός και η Σιδώνα, και τέλος το νότιο, που το αποτελούσε η Τύρος (σε νησί) με την Παλαιτύρο. Αργότερα στη βόρεια ομάδα προστέθηκε η Τρίπολις και στις άλλες η Άκη (Άκκο), η Αντάραδος η οποία στα ελληνιστικά χρόνια μετονομάσθηκε σε Πτολεμαϊδα και άλλες. Χρονολογικά άκμασε πρώτα η Βύβλος, μετά η Σιδών και τελευταία η Τύρος

Η Βύβλος έγινε το πρώτο κέντρο διεθνούς ακτινοβολίας απλώνοντας την επιρροή της στην Μεσόγειο και στην Ερυθρά Θάλασσα. Σε αυτή την πόλη βρέθηκε και η πρώτη επιγραφή με το φοινικικό αλφάβητο, σε σαρκοφάγο του 1200 π.Χ. Αργότερα πήρε την εξουσία η Τύρος, ένας από τους βασιλιάδες της οποίας, ο Ιθομπάαλ (887–856 π.Χ.) κυβερνούσε όλες τις πόλεις μέχρι βόρεια τη σημερινή Βηρυτό και τμήμα της Κύπρου. Η Καρχηδόνα ιδρύθηκε το 814 π.Χ. όταν στην εξουσία βρισκόταν ο Πυγμαλίων της Τύρου (820-774 π.Χ.) και η Φοινίκη έφτασε να αποκαλείται Τυρία ή Σιδωνία. Οι Φοίνικες και οι Χαναναίοι αποκαλούνταν επίσης Σιδώνιοι και Τύριοι ανάλογα με το ποια φοινικική πόλη είχε κατά καιρούς την εξουσία της περιοχής

Στη θρησκεία τους φαίνεται πως μιμήθηκαν τους Χαλδαίους και τους Αιγυπτίους δημιουργώντας ένα είδος κοινού συνόλου αυτών των δύο. Κάθε φοινικική πόλη λάτρευε και ένα ζευγάρι θεών, τον Βάαλ που χαρακτήριζαν και βασιλιά (Μελέκ ή Μολόχ στις χριστιανικές γραφές) και την θεά και κυρία Βααλάτ που τιτλοφορούσαν και βασίλισσα (Μιλκάτ). Αυτό το θείο ζευγάρι δεν έφερε κύριο όνομα (όπως Ζευς ή Ήρα για τους Έλληνες) και η ονομασία τους ήταν προσηγορική, σήμαινε ιδιότητα. Κάθε πόλη έδινε στο ζευγάρι ένα δικό της επίθετο με την ιδιότητα με την οποία λατρευόταν. Για παράδειγμα ονομαζόταν Βάαλ Σιδών ο κύριος του Ουρανού Ήλιος και Ασταρέθ η Θεά Σελήνη στην Σιδώνα, αλλά Βάαλ Ταμούζ και Βααλέθ εν Γκέμπελς ή εν Βύβλω. Στις γιορτές των θεών τους έκαναν και ανθρωποθυσίες. Σε ορισμένες περιοχές της Ελλάδας λατρεύτηκε για ένα διάστημα η Αστάρτη (η Αστορέθ των Φοινίκων, η θεά των Δασών για την Ελλάδα), με σύμβολο το μισοφέγγαρο και το περιστέρι, όπως η Αφροδίτη (επιρροή της Σιδώνας) και ο Μέγας Τύριος θεός Βάαλ-Μελκάρθ ως Ηρακλής. Όμως αυτές οι λατρείες παρουσιάστηκαν κατά την ελληνιστική εποχή και κατά την ελληνορωμαϊκή, όταν έμποροι από τη Συρία και τη Φοινίκη δημιούργησαν ένα είδος "πολιτιστικών σωματείων" τα οποία τις διέδιδαν πιθανόν στο πλαίσιο άσκησης αποικιακής πολιτικής.

ΘρησκείαΕπεξεργασία

Οι θρησκευτικές πρακτικές και πεποιθήσεις της Φοινίκης ήταν παρόμοιες με τους γείτονές τους στη Χαναάν, οι οποίες με τη σειρά τους είχαν κοινά χαρακτηριστικά σε ολόκληρο τον αρχαίο σεμιτικό κόσμο.

"Η θρησκεία των Χαναανίτων ήταν περισσότερο σαν δημόσιος θεσμός παρά σαν ατομική εμπειρία".

Τα τελετουργικά τους αφορούσαν κυρίως για σκοπούς την πόλη-κράτος.Δυστυχώς, πολλά από τα φοινικικά ιερά γραπτά που είναι γνωστά στους αρχαίους έχουν χαθεί.

Οι Φοίνικες ήταν γνωστοί ως πολύ θρήσκοι.  πολλές από τις κατεγραμμένες ενέργειες έχουν επικριθεί ευρέως, συγκεκριμένα: πορνεία στους ναούς και η θυσία παιδιών. Η θρησκευτική μυθολογία των Χαναανί δεν φαίνεται να είναι τόσο περίτεχνη σε σύγκριση με την υπάρχουσα βιβλιογραφία των Σεμιτών (Μεσοποταμία).

Το σεμιτικό πανθεόν ήταν μεγάλο σε αριθμό. Ο κάθε θεός ήταν πρωταρχικός, αλλά το που θα λατρευόταν εξαρτάται προφανώς από τις ανάγκες μιας συγκεκριμένης πόλης. Λόγω του ηγετικού ρόλου της Τύρου, ο βασιλεύοντας θεός Melqart λατρευόταν σε όλη τη Φοινίκη και στο εξωτερικό. Αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι ο μεγάλος κοινός στόχος ήταν η Αστάρτη. Η εξέχουσα θεότητα Eshmun της Σίδωνας ήταν θεός θεραπευτής, φαινομενικά συγγενής με θεότητες όπως ο Άδωνης, ο οποίος αποκαλήτο άρχοντας(ενδεχομένως ήταν τοπική παραλλαγή του ίδιου του Άδωνη). Σχετικά με τον μύθο γονιμότητας και συγκομιδής, ο Eshmun συνδέθηκε με την Αστάρτη.

Τα θρησκευτικά ιδρύματα της αρχαιότητας στην Τύρο, που ονομάζονται marzeh.Διάφορες κοινωνίες marzeh εξελίχτηκαν σε ελίτ αδελφότητες, επιρεάζοντας το εμπόριο και διακυβέρνηση της Τύρου. .Η θρησκεία στην Καρχηδόνα στην πραγματικότητα, μέχρι την πτώση της, οι πρεσβείες από εκεί πραγματοποιούσαν τακτικά το ταξίδι στην Τίρη για να λατρεύουν τον Μελκάρ, προσφέροντας υλικές προσφορές. Απέκτησαν διακριτικά χαρακτηριστικά: ίσως επηρεασμένα από μια πνευματική και πολιτισμική εξέλιξη·συνθέτοντας τις φυλετικές πρακτικές των Βερβερίνων ή μεταμορφώνοντας το άγχος των πολιτικών και οικονομικών δυνάμεων που αντιμετώπιζε η πόλη-κράτος.

Με την πάροδο του χρόνου αναπτύχθηκε ξεκάθαρα το αρχικό φοινικικό υπόδειγμα, καθιστώντας τη θρησκεία των Πουνών στην Καρχηδόνα.

Στην Καρχηδόνα, όπως και στην Τύρο, η θρησκεία ήταν αναπόσπαστο στοιχείο της ζωής της πόλης. Μία επιτροπή που αποτελήτο από δέκα πρεσβυτέρους, που είχαν επιλεχθεί από τις πολιτικές αρχές, ρυθμίζει τη λατρεία και χτίζει τους ναούς.

Οι επιγραφές Punic απαριθμούν μια ιεραρχία του Cohen (ιερέα) και του rab cohenim (άρχοντες ιερείς). Κάθε ναός ήταν υπό την επίβλεψη του αρχιερέα ή ιερωσύνης του. Για να μπει κάποιος στον ναό του Eshmun, έπρεπε να απέχει από τη σεξουαλική επαφή για τρεις ημέρες και από την κατανάλωση φασολιών και χοιρινού κρέατος.

Η θρυλική ιδρύτρια της πόλης, η Elissa (ή Dido), ήταν η χήρα του Αχαρμπά, πρώτου ιερέα της Τύρου, στην υπηρεσία της κύριας θεότητας Melqart και ήταν επίσης, συνδεδεμένη με τη θεά της γονιμότητας Αστάρτη.

Όχι μόνο έφερε τελετουργικά εργαλεία για τη λατρεία της Αστάρτης, αλλά και ιερείς και ιερές πόρνες (από την Κύπρο).  Στην Καρχηδόνα λατρευόταν ο θεός Eshmun, όπως και άλλες θεότητες. Ο Melqart αντικαταστάθηκε από το αναδυόμενο θεό Baal Hammon, στην Πουνική, που ίσως σημαίνει "άρχοντας των βωμών του θυμιάματος".

Αργότερα, μια άλλη ανερχόμενη θεότητα ήταν η θεά Tanit. μια θεά της γεωργίας και της γενιάς που εκδήλωσε μια βασιλική μεγαλοσύνη, που βασίλευε υπέρτατη στην Καρχηδόνα.

ΤέχνεςΕπεξεργασία

 
Σαρκοφάγος της Βύβλου -Εθνικό Μουσείο Βηρυτού

Η αιγυπτιακή και η βαβυλωνιακή τέχνη επηρέασαν σημαντικά την φοινικική τέχνη· o φοινικικός λαός όμως, είναι κατ εξοχήν εμπορικός και είχε μεγάλη παραγωγή ειδών, πράγμα επέδρασε αρνητικά στην ανάπτυξη της τέχνης. Π.χ. τα βαρύγδουπα, είναι μεγαλοπρεπή όμως χωρίς λεπτομέρειες. Παράγοντας αυτού είναι και η έλλειψη προτύπου από τους γειτονικούς λαούς, οι οποίοι σε καμία περίπτωση δεν βοήθησαν  τους φοίνικες ώστε να αναπτυχθούν στον τομέα στης τέχνης.

Έχουν βρεθεί έργα που παρουσιάζουν περισσότερες λεπτομέρειες, σε φοινικικές πόλεις, αλλά είναι σαφώς έχουν υποστεί επεξεργασία από άλλους λαούς. Ακόμη έχουν βρεθεί  ξεχωριστά έργα και θεωρείται πως επιμελούνταν μία ιδιαίτερη τέχνη: τις σαρκοφάγους. κατά τους ελληνιστικούς χρόνους,άκμασε η γλυπτική όπως και οι άλλες τέχνες.  Στη Σιδώνα είχε βρεθεί ένας Ερμής, ο οποίος θεωρείται εξαιρετικό δείγμα λεπτής τέχνης, η οποία άρχισε να αναπτύσσεται τότε στην περιοχή.

To γεγονός πως η φοινικική τέχνη επηρεάζεται από ξένους καλλιτεχνικούς πολιτισμούς, έχει αποτέλεσμα να μην διαθέτει μοναδικά χαρακτηριστικά που να την διακρίνουν από άλλους λαούς της εποχής. Επηρεάστηκε κυρίως από την Αίγυπτο, την Ελλάδα και την Ασσυρία.

Σε άρθρο(The New York Times-5 Ιανουαρίου 1879)η φοινικική τέχνη περιγράφηκε από τα εξής:

« Εισήλθε σε άλλους άνδρες και εξασφάλισε την κληρονομιά του. Η Σφίγγα της Αιγύπτου έγινε ασιατική και η νέα της μορφή μεταφέρθηκε στο Νινευί από τη μία πλευρά και στην Ελλάδα από την άλλη. Οι ρόδακες και άλλα πρότυπα των κυλίνδρων της Βαβυλώνας εισήχθησαν στο έργο της Φοινίκης και έτσι πέρασαν στη Δύση, ενώ ο ήρωας της αρχαίας Χαλδαίας επικό έγινε η Τυριανή Μελ κάρτα και μετά ο Ηρακλής της Ελλάδας.»

ΑκμήΕπεξεργασία

 
"Επιστολή" του βασιλιά της Βύβλου στον φαραώ Αμένοφι περί το 1350 π.Χ. -βρέθηκε στην Αμάρνα της Αιγύπτου, τώρα στο Λούβρο.

Ο λαός που αποκαλούμε Φοίνικες ζούσαν στην ανατολική Μεσόγειο από την 3η χιλιετία, όμως λίγα γνωρίζουμε για το απώτερο παρελθόν του. Γύρω στο 1200 όταν στην ανατολική Μεσόγειο σημειώθηκε μεγάλη αναστάτωση από θαλάσσιες επιδρομές, από την κάθοδο των Φρυγών στη Μικρά Ασία, την Κάθοδο των Δωριέων στην Ελλάδα και τις συνεπαγόμενες μετακινήσεις πληθυσμών, αλλά και από τη διαμάχη Χετταίων - Αιγυπτίων, οι Φοίνικες που ήταν ουσιαστικά υποτελείς των Αιγυπτίων πήραν μια ανάσα λόγω της αποδυνάμωσης των εξουσιαστών τους αλλά και των Χιττιτών. Επίσης τους αναπτέρωσε το εμπορικό ηθικό και ο διωγμός των Αχαιών από τους Δωριείς και γενικά ο τότε "μεσαίωνας" της Ελλάδας.

Η περιοχή τους ήταν μικρή και φτωχή, αλλά βρισκόταν σε εξαιρετική θέση και γι'αυτό εξάλλου ήταν πάντα δύσκολο να αποφεύγουν τους πολέμους -η χώρα τους είχε πρόσβαση στην ξυλεία των βουνών, διέθετε καλό κλίμα, είχε τον "θησαυρό" των πολύτιμων κοχυλιών για το χρώμα τους και τα υφάσματα που έβαφε αυτό, ήταν πάνω στο πέρασμα των δρόμων από το εσωτερικό της Μέσης Ανατολής, αλλά και στη θάλασσα που οδηγούσε στην Αίγυπτο, σε όλες τις πόλεις της βόρειας Αφρικής, της Μικράς Ασίας, του Πόντου, της Κύπρου, της Κρήτης, της ηπειρωτικής Ελλάδας, της Ιταλίας και μικρότερων κέντρων στη μεσογειακή Ευρώπη. Παράλληλα όμως ο τόπος δεν προσφερόταν για να θρέψει τους κατοίκους από άποψη προϊόντων και έτσι από νωρίς οι Φοίνικες επιβίωσαν με την ίδρυση αποικιών, με το εμπόριο και με τη ναυτιλία. Υπήρξαν οι μεσίτες μεταξύ των λαών της Μέσης Ανατολής και των λαών της κεντρικής και δυτικής Ευρώπης ή και του Καυκάσου με τα καραβάνια τους. Τα δάση του Λιβάνου προσέφεραν την αναγκαία ξυλεία για τη ναυπήγηση πλοίων και η αλιεία των πορφυριούχων κοχυλιών έφερε τα πλοία τους στην Κιλικία, στην Κύπρο, στη Ρόδο, στην Κρήτη και σε πολλά ευρωπαϊκά λιμάνια που ακόμα ήταν αδιαμόρφωτα και δεν είχαν σημαντικούς πληθυσμούς.

Η δυσκολία στη μεταφορά των κοχυλιών έγινε αιτία οι Φοίνικες να διαδραματίσουν τον σημαντικότερο ρόλο τους στην ιστορία του πολιτισμού, δηλαδή με τα ταξίδια τους να μεταλαμπαδεύσουν γνώσεις του ενός τόπου στον άλλο. Ο λόγος ήταν πως τα κοχύλια δεν μπορούσαν να αντέξουν σε μακρινά ταξίδια χωρίς επεξεργασία και έτσι οι Φοίνικες όπου τα έβρισκαν, ίδρυαν μικρούς σταθμούς επεξεργασίας σε διάφορα σημεία με αγκυροβόλια και με επαρκή αριθμό οικισμών ντόπιων ώστε να διασφαλίζεται το εμπόριο. Στους σταθμούς αυτούς οι τεχνίτες της πορφύρας έκαναν τις αναγκαίες επεξεργασίες επί τόπου και έβγαζαν το χυμό των "ντόπιων" κοχυλιών. Τέτοιοι σταθμοί είχαν συσταθεί στην Κύπρο, στη Ρόδο, στην Κρήτη, στα Κύθηρα, στην Κρανάη της Λακωνικής, στη Σαλαμίνα κ.α.[4] Από εκεί οι Φοίνικες έπαιρναν όσα προϊόντα τους έλειπαν, όπως μέταλλα ή βαφές που δεν είχαν εκείνοι, καθώς και αγροτικά είδη. Μεγαλύτερο ενδιαφέρον όμως έδειχναν για τα μεταλλεύματα. Περιέπλεαν τα νησιά και όπου έβρισκαν δυνατότητα για εξόρυξη μετάλλων, έφτιαχναν λιμάνια αλλά και δρόμους. Οι σταθμοί τους εξελίχθηκαν σε εμπορικά πρακτορεία και αυτά με τη σειρά τους σε μόνιμες εγκαταστάσεις και μικρές αποικίες. Χάρη στους Φοίνικες οι Έλληνες δεν πήραν μόνον την έξυπνη ιδέα του αλφαβήτου (αντί των συλλαβών και των λέξεων), αλλά εισήγαγαν και φυτά που δεν διέθεταν, όπως φοίνικες, κυπαρίσσια, συκιές, αμυγδαλιές, ροδιές κ.α.

Στις πρώτες τους εμπορικές επιχειρήσεις οι Φοίνικες είχαν αντίπαλους τους Αχαιούς και τους Τευκρούς, με τους οποίους ήρθαν σε ρήξη για την κατοχή της Κύπρου -νησιού με ειδικό ενδιαφέρον για πολλούς λόγους, αλλά τότε περισσότερο για τον χαλκό του. Οι Φοίνικες ίδρυσαν εκεί το Κίτιο, το Κούριο, το Μάριο, την Αμαθούντα (Λεμεσός), την Πάφο και την Τάμασσο. Οι πόλεις αυτές έμειναν φοινικικές αποικίες για περίπου 8 αιώνες.

 
Τα περίφημα κοχύλια.

Όταν οι Αχαιοί έχασαν την εξουσία (περί το 1200 π.Χ.) οι Φοίνικες ξεχύθηκαν σε όλο το Αιγαίο για αλιεία κοχυλιών και όχι μόνον[εκκρεμεί παραπομπή]. Τότε η Σιδώνα και η Τύρος έγιναν ουσιαστικά οι πρώτες "βιομηχανικές" πόλεις του αρχαίου κόσμου, καθώς εκατοντάδες άτομα ρίχνονταν στην επεξεργασία του εμπορικού αυτού είδους με την διεθνή κατανάλωση -όχι μόνον του χρώματος, αλλά κυρίως των εκλεκτών υφασμάτων που έβαφαν. Έκαναν διαμετακομιστικό τους κέντρο την Θάσο και άρχισαν να αναζητούν και χρυσό στα παράλια της Μικράς Ασίας. Οι Τύριοι αποφάσισαν επίσης η Φοινίκη να αναζητήσει και άργυρο και κασσίτερο στη Σικελία και στην Ισπανία. Οι τολμηροί θαλασσοπόροι πέρασαν και τα στενά του Γιβραλτάρ για να βρουν μέταλλα, και βρήκαν όντως στη Βρετανία και στις "Κασσιτερίδας νήσους" που δεν ξέρουμε ποιες ήταν. Για το εμπόριο με τη δυτική λεκάνη της Μεσογείου έχτισαν την Καρχηδόνα και τα Γάδειρα στην Ιβηρική. Επειδή όμως δεν δημιουργούσαν πολλές αποικίες αλλά απλώς μικρούς σταθμούς, δεν μπόρεσαν να στηρίξουν την διεθνή τους παρουσία. Ηδη από τον 9ο αιώνα οι Έλληνες τους απαγορεύουν να διαπλέουν το Αιγαίο πέλαγος[εκκρεμεί παραπομπή] και σταδιακά οι Φοίνικες περιορίζονται στην Τύρο, με μοναδικό κέντρο δικό τους εκτός Φοινίκης, την Καρχηδόνα.

 
Πολεμικό πλοίο των Ασσυρίων (πιθανώς φοινικικό). Ανάγλυφο από το ανάκτορο της Νινευή, 700-692 π.Χ. Βρεταννικό Μουσείο

Οι Φοίνικες στο μεταξύ πάντως δεν είχαν περιοριστεί στη θάλασσα. Είχαν και καραβάνια στη στεριά, που λειτουργούσαν με παρόμοιο τρόπο και συνέδεαν τη χώρα τους με τον Περσικό κόλπο αλλά και με την Κασπία. Ουσιαστικά έλεγχαν όλο το διαμετακομιστικό εμπόριο. Στην ξηρά εμπορεύονταν αχάτη, λίβανο, όνυχα, σμύρνα Αραβίας, μαργαριτάρια, αρώματα, ελεφαντοστό, έβενο, φτερά στρουθοκαμήλου, πιθήκους από την Ινδία καθώς και μπαχαρικά, μετάξι από την Κίνα, άσφαλτο, λινά και βαμβακερά υφάσματα κ.α. Επίσης εμπορεύονταν και ανθρώπους καθώς ασκούσαν δουλεμπόριο με άτομα αφρικανικής καταγωγής.

ΠαρακμήΕπεξεργασία

Γύρω στο 880 π.Χ. είναι γνωστό ότι βασιλιάς στην Τύρο και τη Σιδώνα (επειδή είχε υποταγεί η μία στην άλλη) ήταν ο Ιθαβάαλ ο οποίος, εκφράζοντας το εμπορικό και αντιπολεμικό πνεύμα του λαού του[εκκρεμεί παραπομπή], δέχτηκε να είναι φόρου υποτελής στον Ασσουρμπανιπάλ των Ασσυρίων.

Αργότερα, για να γλυτώσει από τον φόρο, η Φοινίκη συμμάχησε εναντίον του Σεναχερίβ των Ασσυρίων με τους Ιουδαίους και τους Αιγύπτιους, πόλεμος ο οποίος, όμως, έληξε με την καταστροφή της Τύρου το 702 π.Χ. Επωφελήθηκε τότε η Σιδώνα που έως τότε ήταν υποτελής της Τύρου και πήρε εκείνη την εξουσία των δύο μεγαλουπόλεων της εποχής. Όμως η παρακμή είχε αρχίσει και όταν τριάντα χρόνια αργότερα η Τύρος καταστράφηκε για δεύτερη φορά (τώρα από τον Ναβουχοδονόσορα), εκμεταλλεύτηκαν την ήττα της οι Έλληνες και συγκεκριμένα οι Ρόδιοι και οι Μεγαρείς που κινήθηκαν για να προασπίσουν τα συμφέροντα των δικών τους αποικιών στην ευρύτερη περιοχή. Το ίδιο έκαναν και οι Αιγύπτιοι που επί της βασιλείας του Άμασιος (570-526) απέσπασαν από τους Φοίνικες την Κύπρο.

Εξαιτίας αυτής της σταθερής απειλής από την Αίγυπτο, οι Φοίνικες αποφάσισαν να συμμαχήσουν με τους Πέρσες όταν ξέσπασε πόλεμος μεταξύ Καμβύση και Αμάσιος. Όταν ο Καμβύσης νίκησε, σκέφτηκε να υποδουλώσει και τη γειτονική Καρχηδόνα, την αμέσως επόμενη σημαντική πόλη στα παράλια της Βόρειας Αφρικής, τότε όμως οι Φοίνικες αρνήθηκαν να του παραχωρήσουν τον στόλο τους.

Περίπου 20 με 30 χρόνια αργότερα άρχισαν σοβαροί τριγμοί στη Μικρά Ασία και στις ελληνικές πόλεις της Ιωνίας. Κατά την Ιωνική επανάσταση (499-494) οι Φοίνικες βοήθησαν (ίσως πρόθυμα, ίσως και αναγκαστικά) τους Πέρσες, ώστε να απαλλαγούν από τον έντονο εμπορικό ανταγωνισμό με τους Έλληνες -ανταγωνισμό που είχε αρχίσει να τους ενοχλεί πολύ τις τελευταίες δεκαετίες. Ο στόλος τους εξασφάλισε την περσική νίκη στη Ναυμαχία της Λάδης και ουσιαστικά την περσική κυριαρχία στη Μικρά Ασία. Με το ίδιο σκεπτικό, αλλά και για να διατηρούν καλές σχέσεις με την Περσία, βοήθησαν σημαντικότατα και τον Ξέρξη στην εκστρατεία του εναντίον της ηπειρωτικής Ελλάδας. Εντούτοις, παρά τον αξιόμαχο στόλο τους, ηττήθηκαν στον Ευρυμέδοντα ποταμό το 465 π.Χ. Η συμμετοχή τους στις πολεμικές επιχειρήσεις των Περσών δεν τους γλύτωσαν από την υποτέλεια, παρά τα σημαντικά προνόμια που διατηρούσαν. Αναζήτησαν νέο σύμμαχο στο πρόσωπο του βασιλιά της Αιγύπτου και όταν την ηγεσία της Περσίας πήρε ο Αρταξέρξης, συμμάχησαν με την Κύπρο και την Αίγυπτο. Ωστόσο, εξαιτίας αυτής της στάσης τους, οι Πέρσες φάνηκαν αμείλικτοι και λέγεται ότι 40.000 Φοίνικες προτίμησαν να καούν στην πόλη της Σιδώνας παρά να αιχμαλωτιστούν.

Μετά την περσική κατοχή, η περιοχή πέρασε στον Μέγα Αλέξανδρο και στη συνέχεια στους επιγόνους του. Μετά τους Πτολεμαίους η Φοινίκη περιήλθε στα χέρια των Ρωμαίων και ο Αντώνιος τη δώρισε στην Κλεοπάτρα, τότε βασίλισσα της Αιγύπτου. Ο Αύγουστος ενοποίησε τη Φοινίκη με τη Συρία σε μία επαρχία, αλλά ο Αδριανός τις ξαναχώρισε, εκτείνοντας μάλιστα τα όρια της Φοινίκης και πέρα από τη Δαμασκό. Αργότερα, επί Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, αποτέλεσε τμήμα της επαρχίας Πρώτης Συρίας (Syria Prima).

Η περιοχή στη συνέχεια καταλήφθηκε από τους Άραβες και μετά από τους Τούρκους

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

ΠαραπομπέςΕπεξεργασία

  1. σε γραμμική Β στην Κρήτη
  2. ένα νόμισμα της Βύβλου που βρίσκεται στο Βρετανικό Μουσείο αναφέρει από τη μία πλευρά του τη λέξη Χαναάν, ο Αυγουστίνος Pl 34ο, 2096, αναφέρει ότι οι Καρχηδόνιοι αυτοαποκαλούνταν Χαναναίοι
  3. ειδικά στην Οδύσσεια η περιφρόνηση είναι καταφανής, ενώ στην Ιλιάδα η στάση απέναντι στους Φοίνικες είναι ουδέτερη
  4. Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια του Παύλου Δρανδκάκη

Εξωτερικοί σύνδεσμοιΕπεξεργασία