Χαλβάντερε

οικισμός της Τουρκίας


Το Χαλβάντερε (τουρκικά: Helvadere «Χελβάντερε») είναι κωμόπολη στην επαρχία Ακσαράι της Κεντρικής Τουρκίας, εντός της ιστορικής και γεωγραφικής περιοχής της Καππαδοκίας. Σύμφωνα με υπολογισμούς του 2015, ο πληθυσμός του ανέρχεται στους 2579 κατοίκους.

Χαλβάντερε
Helvadere'ye Giriş.jpg
Τοποθεσία στο χάρτη
Τοποθεσία στο χάρτη
Χαλβάντερε
38°12′0″N 34°12′0″E
Διοικητική υπαγωγήΕπαρχία Ακσαράι
Ζώνη ώραςUTC+03:00

ΤοποθεσίαΕπεξεργασία

Το Χαλβάντερε είναι κτισμένο στις πλαγιές του όρους-ανενεργού ηφαιστείου Χασάν Νταγ[1], σε υψόμετρο 1350 μέτρων. Βρίσκεται σε απόσταση 25 χλμ νοτιοανατολικά του Ακσαράι και 17 χλμ νοτιοδυτικά του Γκέλβερι σε εύφορη τοποθεσία που παρέχει ικανοποιητική ύδρευση και εκτάσεις που προσφέρονται για βοσκοτόπια και καλλιέργειες[2][3][4]. Μέσα από την κωμόπολη ξεκινάει το ρέμα Μπεγιάζ Σου, το οποίο ενώνεται με τον ποταμό Καρασού Τσαγί[4]. Στα βορειοανατολικά όρια του Χαλβάντερε βρίσκεται λίμνη.

Γενικά και ιστορικά στοιχείαΕπεξεργασία

Ο χρόνος της ίδρυσης του Χαλβάντερε είναι άγνωστος αν και εικάζεται πως οι πρώτοι οικιστές του προέρχονταν από κάποια κοντινή τοποθεσία που εγκαταλείφθηκε. Σύμφωνα με μια εκδοχή, οι ιδρυτές του ενδέχεται να σχετίζονταν με εγκαταλελειμμένο οικισμό που βρίσκεται στην τοποθεσία Ορενσάρ, πλησίον της κωμόπολης[5]. Κατά την ύστερη περίοδο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, το Χαλβάντερε υπαγόταν στο σαντζάκι Νίγδης του βιλαετίου του Ικονίου[6], ενώ ο πληθυσμός του ήταν μικτός, καθώς πέρα από Τούρκους περιλάμβανε και Έλληνες, οι οποίοι, αν και τουρκόφωνοι, είχαν διατηρήσει στη διάλεκτό τους ορισμένες λέξεις ελληνικής προέλευσης[7].

 
Κτηνοτρόφοι στο Χαλβάντερε.

Αναφορά στον οικισμό γίνεται για πρώτη φορά το 1815 από τον Οικουμενικό Πατριάρχη Κύριλλο ΣΤ΄[8], ο οποίος το χαρακτήρισε ως «χωρίον μικρόν»[3], ενώ το 1837, σύμφωνα με τον περιηγητή Ουίλιαμ Τζον Χάμιλτον (που δημοσίευσε το 1842 το δίτομο Researches in Asia Minor, Pontus and Armenia) είχε 50 τουρκικά σπίτια και περίπου 15 ελληνικά[9]. Διάφορες εκτιμήσεις των τελευταίων ετών του 19ου αιώνα και των πρώτων του 20ού, αναφέρουν πως στο Χαλβάντερε ζούσαν 140-180 κάτοικοι με τις δύο κοινότητες να είναι ισάριθμες ή τους Έλληνες να έχουν ελαφρά πλειοψηφία[3][9]. Σύμφωνα με αναφορά του Έλληνα προξένου στην Κωνσταντινούπολη που χρονολογείται το 1916, στο χωριό κατοικούσαν 50 ελληνικές οικογένειες και ισάριθμες τουρκικές. Επιπλέον, η ελληνική κοινότητα διέθετε σχολείο (με έναν δημοδιδάσκαλο)[3], όπως και η τουρκική[10].

Κατά τα στοιχεία του Κέντρου Μικρασιατικών Σπουδών, προτού τεθεί σε εφαρμογή η ανταλλαγή πληθυσμών μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας στο Χαλβάντερε ζούσαν 196 Έλληνες και 80 Τούρκοι[1]. Οι δύο κοινότητες ζούσαν σε ξεχωριστές συνοικίες[2], ενώ οι σχέσεις τους αναφέρονται σε γενικές γραμμές καλές, με μικρές περιόδους έντασης που οφείλονταν σε μεμονωμένες περιπτώσεις (ακούσιων ή εκούσιων) απαγωγών και εξισλαμισμών νεαρών γυναικών[11]. Η πλειοψηφία των κατοίκων ασχολείτο με αγροτικές εργασίες (καλλιέργειες, κτηνοτροφία και αλιεία), ενώ υπήρχαν και ολιγάριθμοι τεχνίτες[12]. Από τον Μάιο μέχρι τον Αύγουστο του 1924 ξεκίνησε η εγκατάσταση Τούρκων προσφύγων από την Ελλάδα, οι οποίοι προέρχονταν από τη Δυτική Μακεδονία και ήταν ελληνόφωνοι[13]. Η βραχύβια συνύπαρξη προκάλεσε εντάσεις μεταξύ των ανταλλάξιμων πληθυσμών μέχρι και την αποχώρηση των Ελλήνων[14].

Το 1968 η ονομασία της κωμόπολης τροποποιήθηκε σε «Χελβάντερε». Οι ασχολίες των κατοίκων σχετίζονται κυρίως με τον αγροτικό τομέα και δευτερευόντως με τον τουρισμό. Στο Χαλβάντερε υπάρχει τζαμί που χρονολογείται στις αρχές του 18ου αιώνα[15], ενώ στην ανατολική πλευρά[8] σώζεται και ο εγκαταλελειμμένος ναός του Αγίου Νικολάου (κτίστηκε περίπου του 1850[16] πάνω σε παλιότερο ναό[8]), ο οποίος μετά το 1924 μετατράπηκε σε τζαμί[16].

ΠαραπομπέςΕπεξεργασία

  1. 1,0 1,1 Γιάννη Μουρέλου (επιμ.), Η Έξοδος, Κέντρο Μικρασιατικών Σπουδών, Αθήνα 1982, τόμος Β΄ (Μαρτυρίες από τις επαρχίες της Κεντρικής και Νότιας Μικρασίας), σελ. 29.
  2. 2,0 2,1 Κωνσταντίνος Νίγδελης, Ιορδάνα Χατζηισαάκ, Το Χαλβάντερε της Καππαδοκίας, Εκπαιδευτικό & Πολιτιστικό Ίδρυμα Ιεράς Μητροπόλεως Νεαπόλεως & Σταυρουπόλεως Μουσείο Προσφυγικού Ελληνισμού, χ.χ., 17-18.
  3. 3,0 3,1 3,2 3,3 Συμεών Κοιμίσογλου, Καππαδοκία. Μνημείο Παγκόσμιας Πολιτιστικής Κληρονομιάς, Ελλήνων Ιστορία, Πίστη, Πολιτισμός, ILP Productions, Θεσσαλονίκη 2005, σελ. 416.
  4. 4,0 4,1 Συλλογικό, Καππαδοκία & Κεντρική Ανατολία, Infoγνώμων Εκδόσεις, Αθήνα 2002, σελ. 202-204.
  5. Νίγδελης, Χατζηισαάκ, χ.χ., σελ. 13-15.
  6. Νίγδελης, Χατζηισαάκ, χ.χ., σελ. 21.
  7. Νίγδελης, Χατζηισαάκ, χ.χ., σελ. 32-33.
  8. 8,0 8,1 8,2 Δημ. Πετρόπουλου, Ερμόλαου Ανδρεάδη, Η θρησκευτική ζωή στην περιφέρεια Ακσεράι-Γκέλβερι, Εκδόσεις του Κέντρου Μικρασιατικών Σπουδών, Αθήνα 1970, σελ. 80.
  9. 9,0 9,1 Νίγδελης, Χατζηισαάκ, χ.χ., σελ. 22.
  10. Νίγδελης, Χατζηισαάκ, χ.χ., σελ. 31.
  11. Νίγδελης, Χατζηισαάκ, χ.χ., σελ. 48-49, 55.
  12. Νίγδελης, Χατζηισαάκ, χ.χ., σελ. 36-37.
  13. Μουρέλου, 1982, σελ. 30, 34.
  14. Νίγδελης, Χατζηισαάκ, χ.χ., σελ. 62-63.
  15. Νίγδελης, Χατζηισαάκ, χ.χ., σελ. 15.
  16. 16,0 16,1 Νίγδελης, Χατζηισαάκ, χ.χ., σελ. 26-27.

ΒιβλιογραφίαΕπεξεργασία

  • Συμεών Κοιμίσογλου, Καππαδοκία. Μνημείο Παγκόσμιας Πολιτιστικής Κληρονομιάς, Ελλήνων Ιστορία, Πίστη, Πολιτισμός, ILP Productions, Θεσσαλονίκη 2005.
  • Γιάννη Μουρέλου (επιμ.), Η Έξοδος, Κέντρο Μικρασιατικών Σπουδών, τόμος Β΄ (Μαρτυρίες από τις επαρχίες της Κεντρικής και Νότιας Μικρασίας), Αθήνα 1982.
  • Κωνσταντίνος Νίγδελης, Ιορδάνα Χατζηισαάκ, Το Χαλβάντερε της Καππαδοκίας, Εκπαιδευτικό & Πολιτιστικό Ίδρυμα Ιεράς Μητροπόλεως Νεαπόλεως & Σταυρουπόλεως-Μουσείο Προσφυγικού Ελληνισμού, χ.χ.
  • Δημ. Πετρόπουλου, Ερμόλαου Ανδρεάδη, Η θρησκευτική ζωή στην περιφέρεια Ακσεράι-Γκέλβερι, Εκδόσεις του Κέντρου Μικρασιατικών Σπουδών, Αθήνα 1970.