Σύμφωνα με τον Ιμμάνουελ Καντ, που μπορεί να θεωρηθεί και ως ο πνευματικός πατέρας της ανθρωπογεωγραφίας, ο χώρος και χρόνος αποτελούν δομικά χαρακτηριστικά της αντίληψής μας και όχι του κόσμου, ο οποίος θα εξαφανίζονταν χωρίς υποκείμενο κα κάθε αντιληπτική εμπειρία βασίζεται σε αυτές τις μορφές. Ο χώρος υφίσταται είτε ως συγκεκριμένη φυσική και υλική οντότητα (όγκος, έκταση), είτε ως αφηρημένη σχέση και μη υλικός (π.χ. πεδίο επιρροής μιας πόλης, αλληλεξάρτηση ανάμεσα σε επιχειρήσεις). Είναι μια απόλυτη έννοια ως φυσική και πραγματική ενότητα, αλλά και σχετική έννοια ως σχέση ή άποψη απέναντι σε γεγονότα. Διαφορετικές κοινωνικές πρακτικές δημιουργούν διαφορετικές έννοιες του χώρου και οι γεωγράφοι διερευνούν την παραγωγή χώρου (Lefebvre, 1991).

Σύμφωνα με τον Γερμανό φιλόσοφο Ernst Cassirer, ο προσδιορισμός του χώρου και του χρόνου διαφέρει ανά κοινωνία και εποχή και είναι συμβολικές μορφές που προσδιορίζονται και αναπαριστώνται μέσω της γλώσσας, της επιστήμης, της γεωμετρίας, της εικόνας, του μύθου και της τέχνης. Ο Cassirer διαχωρίζει το χώρο σε τρεις κατηγορίες: τον οργανικό χώρο (βιολογικά αποφασισμένος), τον αντιληπτικό (προκύπτει από σχηματοποιημένη σύνθεση όλων των αισθήσεων που αποτυπώνεται στη μνήμη) και τον συμβολικό (προκύπτει από την εμπειρία συμβολικών αναπαραστάσεων χωρίς χωρική διάσταση).

Ο Lefebvre θεωρεί ότι ο χώρος αποτελεί ένα κοινωνικό προϊόν/κατασκευή που επηρεάζει χωρικές πρακτικές και αντιλήψεις και στρέφεται στις διαδικασίες παραγωγής του, που χαρακτηρίζει ως άκρως πολιτικές. Η κοινωνική παραγωγή του χώρου αποτελεί εργαλείο σκέψης και δράσης, μέσο παραγωγής, μέσο ελέγχου, κυριαρχίας και εξουσίας. Κάθε κοινωνική ύπαρξη, κάθε κοινωνία και κάθε σύστημα παραγωγής και κατανάλωσης παράγει το δικό του χώρο και παράγει τη δική του χωρικότητα. Ο Lefebvre διέκρινε το χώρο σε: α) χώρο των καθημερινών πρακτικών και αντιλήψεων (αντιληπτό χώρο – ‘perceived space’) που είναι το αποτέλεσμα ανθρώπινης δραστηριότητας, συμπεριφοράς και εμπειρίας β) χώρο των αναπαραστάσεων ή θεωριών του χώρου (σχεδιασμένο χώρο - ‘conceived space’) που είναι ο κυρίαρχος χώρος των συμβόλων, χαρακτηριζόμενος από αναπαραστάσεις ισχύος και ιδεολογίας και γ) χώρο του φαντασιακού του χρόνου (βιωμένο χώρο – lived space) ή βιωμένο χώρο συναισθημάτων που προκαλεί δι-υποκειμενικούς συνειρμούς, που προκαλεί αγώνες και δημιουργεί κοινωνικά κινήματα. Όπως έλεγε ο Λεφέβρ: «Αλλάξτε τη ζωή! Αλλάξτε την Κοινωνία! Αυτές οι ιδέες χάνουν εντελώς το νόημά τους αν δεν παράγουν ένα κατάλληλο χώρο. Ένα μάθημα που πρέπει να μάθει κανείς από τον σοβιετικό κονστρουκτιβισμό των δεκαετιών του 1920 και του '30, και της αποτυχίας του να αντιληφθεί ότι οι νέες κοινωνικές σχέσεις απαιτούν ένα νέο χώρο, και αντιστρόφως.»

Ο David Harvey διακρίνει το χώρο ως απόλυτο, σχετικό και σχεσιακό χώρο. Ο απόλυτος χώρος είναι ο ευκλείδειος, γεωμετρικός, κανονικοποιημένος, «αντικειμενικός» χώρος γεωμετρικών στερεών, χαρτών, αρχιτεκτονικών σχεδίων και εικόνων από δορυφόρους. Είναι τα σχέδια πόλεων, τα κτίρια, οι δρόμοι, κ.α. Ο σχετικός χώρος είναι οι μη ευκλείδειες πολλαπλές γεωμετρίες που εξαρτάται από το πλαίσιο αναφοράς του παρατηρητή, όπου οι αποστάσεις δεν μετριούνται με όρους κόστους, χρόνου, διαχωρισμού, κλπ. Είναι χώρος κίνησης και διαδικασιών, χώρος διεκδικήσεων και αγώνων, χαρακτηριζόμενος από ποικιλία κλιμάκων (από την υδρόγειο μέχρι το ανθρώπινο σώμα). Έχει να κάνει με τη σχέση ανάμεσα σε χωρικότητες (χωρική διάσταση και ποιότητα κοινωνικών σχέσεων): τη σχέση πρωτευουσών-περιφέρειας, Ελλάδας-Ευρώπης-υδρογείου, Αμερικής-Ασίας. Εχει επίσης να κάνει με τη συμπύκνωση χωρικών κλιμάκων: από νησί σε ολόκληρο σύμπαν – σχεσιακή χωρικότητα (βλ. Ελύτης, Παπαδιαμάντης). Ο σχεσιακός χώρος υπάρχει μέσα από τις διαδικασίες που ορίζει το δικό τους χωρικό πλαίσιο και εξαρτάται από τα πάντα που συμβαίνουν γύρω. Συνεπώς ένα γεγονός ή πράγμα δεν μπορεί να γίνει κατανοητό χωρίς να γίνει κατανοητό το πλαίσιο στο οποίο συμβαίνει ή στο οποίο υπάρχει.

Ο Soja (1996) διακρίνει τον χώρο σε αντιληπτό (‘πρώτος χώρος’), ιδεατό (‘δεύτερος χώρος’) και βιώσιμο (‘lived space’/ ‘third space’), με την τελευταία διάκριση να ενσωματώνει τη φυσική μορφή και τη νοητική κατασκευή και μ’ αυτό τον τρόπο να υπερβαίνει τις δύο προηγούμενες διακρίσεις. Αυτή είναι η έννοια του ‘τρίτου χώρου’ (‘thirdspace’) που αποτελείται από κοινωνικές και χωρικές πρακτικές ενσωματώνοντας τον πραγματικό και τον φανταστικό κόσμο των εμπειριών, των συναισθημάτων, των γεγονότων, κλπ. Πρόκειται για έναν επινοημένο κοινωνικό χώρο, έναν χώρο μετάβασης μεταξύ περιοχών μέσω του χρόνου που περιλαμβάνει τόσο τον δομημένο χώρο όσο και το κοινωνικό περιβάλλον μαζί με τους χώρους αναπαράστασης και την ενεργητική άμεση εμπειρία (Soja, 2001).

Σε κάθε περίπτωση ο χώρος είναι προϊόν και πεδίο σχέσεων και αλληλοσυσχετίσεων από διεθνές έως τοπικό επίπεδο. Ο Thrift (1996: 2) αναφέρει ότι «ο χρόνος είναι ένα πολλαπλό φαινόμενο, πολλοί χρόνοι εξελίσσονται ταυτόχρονα με αντιχητικές διαδράσεις μεταξύ τους». Στο χώρο συνυπάρχουν στοιχεία από διάφορες εποχές. Βρίσκεται πάντα υπό κατασκευή. Αποκτά έντονες πολιτικές διαστάσεις (και "αλλάζει τον τρόπο που διατυπώνονται πολιτικά ερωτήματα", Massey, 2008:9). Η χωρικότητα είναι βασική για την κατασκευή πολιτισμικής ταυτότητας και πολιτικής υποκειμενικότητας υποστηρίζει η Μassey (2008:62), η οποία κατανοεί το χώρο ως «τη σφαίρα πιθανότητας ύπαρξης μιας πολλαπλότητας με την έννοια του ταυτόχρο- νου πλουραλισμού, ως τη σφαίρα στην οποία συνυπάρχουν διακριτές τροχιές των φαινομένων, και για αυτό ως τη σφαίρα συνυπάρχουσας ετερογένειας» (Massey, 2008: 27).

Σύμφωνα με τον Tuan (1977:6): «Στην ανθρώπινη εμπειρία, το νόημα του χώρου συχνά ταυτίζεται με αυτό του τόπου. Ο χώρος είναι περισσότερο αφηρημένος από τον τόπο.  Αυτό που αρχίζει ως αδιαφοροποίητος χώρος μετατρέπεται σε τόπο καθώς το γνωρίζουμε όλο και καλύτερα και του αποδίδουμε αξία... Οι ιδέες του χώρου και του τόπου απαιτούν η μια την ύπαρξη της άλλης για τον ορισμό τους... Ο χώρος είναι ελευθερία, ο τόπος ασφάλεια: είμαστε συνδεδεμένοι με τον ένα, αλλά επιθυμούμε τον άλλο.  Από την ασφάλεια και σταθερότητα του τόπου, αντιλαμβανόμαστε την ανοιχτοσύνη, την ελευθερία  και την απειλή του χώρου, και αντίστροφα.... Επιπλέον, αν θεωρήσουμε το χώρο ως αυτό [το πλαίσιο] που επιτρέπει την κίνηση, τότε ο τόπος είναι στάση. Κάθε στάση στην κίνηση παρέχει τη δυνατότητα σε μια θέση να μεταμορφωθεί σε τόπο.»

Για την επιστήμη της Γεωγραφίας, μια βασική μονάδα ανάλυσης του χώρου είναι το τοπίο.

ΠηγέςΕπεξεργασία

  • Harvey, D. (2008), Το Δικαίωμα στην Πόλη. Κομπρεσέρ. Για την πόλη και τον χώρο.
  • Harvey, D. (2005), O χώρος ως λέξη κλειδί, Περιοδικό Γεωγραφίες Τεύχος 10, σελ. 21-42.
  • Lefebvre, H. (1974/1984), The Production Of Space, Blackwell, Oxford
  • Massey, D. (2008) Για το χώρο. Εκδ. Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα
  • Soja, E. (2001). Postmodern Geographies. The Reassertion of Space in Critical Social Theory. Verso, London
  • Soja, E.W. (1996). Thirdspace: journeys to Los Angeles and other real-and-imagined places. Blackwell, Cambridge
  • Thrift, N. (1996) New urban eras and old technological fears: reconfiguring the goodwill of electronic things, Urban Studies 33 (8): 1463-1493.
  • Tuan, Y.F. (1977). Space and Place: The Perspective of Experience. Edward Arnold, London

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία