Άνοιγμα κυρίου μενού

Γεωγραφία

Επιστήμη η οποία με βάση την φυσική και πολιτισμική ιστορία μελετάει την επιφάνεια της Γης

Η Γεωγραφία, σύμφωνα με τη Διεθνή Γεωγραφική Ένωση, είναι η συστηματική σπουδή και περιγραφή τόσο της επιφάνειας της Γης όσο και των φαινομένων που συμβαίνουν σ΄αυτή.

Είναι η επιστήμη που μελετά και τις κατ΄ επέκταση σχέσεις του ανθρώπου προς τη Γη. Μελετά το πώς οι άνθρωποι χρησιμοποιούν, αλλά και διαμορφώνουν το χώρο μέσα στον οποίο ζουν, καθώς και το πώς η Γη επηρεάζει τον τρόπο που ζουν οι άνθρωποι. Γενικότερα η Γεωγραφία διαμορφώνει τους γενικούς όρους κατανομής και ζωής των όντων στην επιφάνειά της.

Όπως αναφέρει η Ένωση Γεωγράφων Ελλάδας, η Γεωγραφία είναι η επιστήμη της φύσης και του ανθρώπου, του χώρου και του χρόνου. Είναι τόσο κοινωνική όσο και φυσική επιστήμη. Δεν έχει σχέση με την απλή αποστήθιση δεδομένων, αριθμών και ονομάτων, αλλά με το διαρκή αναστοχασμό και την αναζήτηση αιτιών. Έχει σχέση με την ενδυνάμωση της έλλογης σκέψης αλλά και την πυροδότηση της φαντασίας. Με την αναπαράσταση αλλά και τα βιώματα. Με την ανάλυση και την ερμηνεία των σχέσεων ανθρώπου και χώρου. Η Γεωγραφία είναι μια επιστήμη που δίνει βάση στον εντοπισμό, την περιγραφή, την ανάλυση και διαχείριση των πολυδιάστατων ζητημάτων της κοινωνίας, της φύσης, της κουλτούρας, της οικονομίας, της τεχνολογίας, κ.α., με έμφαση στις χωρικές τους διαστάσεις, ενώ έχει τις ρίζες της στην αρχαιότητα. Η Γεωγραφία είναι κατεξοχήν η επιστήμη που αναπτύσσει τη χωρική σκέψη.[1]

Η Γεωγραφία είναι μια επιστήμη που δεν αφορά την απλή αποστήθιση δεδομένων, αριθμών και ονομάτων, ούτε μόνο μια απλή χαρτογράφηση και μελέτη χαρτογραφημάτων, αλλά το διαρκή αναστοχασμό και την αναζήτηση αιτιών, την ενδυνάμωση της έλλογης σκέψης αλλά και την πυροδότηση της φαντασίας. Αφορά την αναπαράσταση αλλά και τα βιώματα, την ανάλυση και την ερμηνεία των σχέσεων ανθρώπου και χώρου. Μια επιστήμη που δεν δίνει τόσο βάση στην περιγραφή, όσο στην πολυδιάστατη και ολοκληρωμένη κατανόηση των φαινομένων.

Με άλλα λόγια, η Γεωγραφία δεν διερευνά μόνο τι είναι και πού βρίσκεται στη Γη, αλλά επίσης και το γιατί βρίσκεται εκεί (και όχι κάπου αλλού) με γνώμονα το εάν η αιτία είναι φυσική ή/και ανθρωπογενής και με αναφορά στις συνέπειες.

Όπως ο William Hughes - που δίδασκε τη γεωγραφία των Ιερών Τόπων στους μαθητές της Θεολογίας στο Βασιλικό Κολλέγιο του Λονδίνου (King's College London) - το έθεσε σε μία προσφώνηση το 1863: «Η απλή ονομασία χωρών δεν είναι γεωγραφία. Το να ξέρεις από στήθους ένα γεωγραφικό λεξικό δεν κάνει κάποιον, από μόνο του, γεωγράφο. Η γεωγραφία έχει υψηλότερες βλέψεις από αυτές: αναζητά την ταξινόμηση φαινομένων (ομοίως του φυσικού και πολιτικού κόσμου στο βαθμό που διερευνά τον δεύτερο) ούτως ώστε να συγκρίνει, να γενικεύσει, να περάσει από τις επιπτώσεις στα αίτια και κάνοντάς το αυτό να ανακαλύψει τους σημαντικούς νόμους της φύσης και να επισημάνει την επιρροή τους στον άνθρωπο. Με μια λέξη, η γεωγραφία είναι επιστήμη, όχι απλών ονομάτων, αλλά επιχειρημάτων και λογικής, αιτιών και επιπτώσεων».

Η μελέτη της Γεωγραφίας ξεκίνησε από τις απαρχές του ανθρώπινου πολιτισμού, όμως οι απαρχές της ως ξεχωριστού κλάδου συστηματικής έρευνας και μελέτης τοποθετούνται στην Ελλάδα του 8ου αιώνα π.Χ., την εποχή της ομηρικής περιπλάνησης. Με τον Ποιητή ξεκινά το Ταξίδι, ο Ευρωπαϊκός Λόγος και η Γεωγραφική Αναζήτηση. Με τις θεότητες ως έμψυχη φύση… και το τοπίο να ενσαρκώνεται στον Αίολο, στην Κίρκη, στους Κύκλωπες και στη θεόμορφη Καλυψώ… και να αποτυπώνεται, ως χάρτης, στην περίφημη ασπίδα του ήρωα της Ιλιάδας, Αχιλλέα. Με την Ευρώπη να ταυτίζεται με τη Μεσόγειο, στις γεωγραφικές φαντασίες, στις ουτοπίες και στις τοπογραφικές αναφορές των πρώτων Ευρωπαίων. Με τη Γεωγραφία να συνομιλεί με τις υπόλοιπες επιστήμες.

Ο Όμηρος εισηγήθηκε τη γεωγραφική αναζήτηση (8ος αι. π.Χ), ο Ερατοσθένης ο Κυρηναίος (3ος αι. π.Χ), ως συγγραφέας των "Γεωγραφικών" (τριών βιβλίων που χάθηκαν) την ονομάτισε "Γεωγραφία" προσδιορίζοντας τα ουσιώδη χαρακτηριστικά της (από τις ελληνικές λέξεις "γη" και "γράφω"), μέτρησε την περίμετρο της Γης και σχεδίασε τον πρώτο χάρτη, ενώ ο Στράβων (1ος αι. π.Χ - 1ος αι. μ.Χ) διαμόρφωσε την εξέλιξή της με επιστημολογική παρέμβαση μέσα από το έργο του "Γεωγραφικά" που τη συνέδεε με τη Φιλοσοφία και τη διαχώριζε από τη Γεωμετρία (Leontidou, 2000), προσπαθώντας να εξηγήσει τις πολιτισμικές διαφορές από τόπο σε τόπο.

Ο Γεωγράφος ως επιστήμονας και οι δραστηριότητες των Γεωγράφων[2]Επεξεργασία

Ο επιστήμονας που ασχολείται με αυτή την επιστήμη ονομάζεται γεωγράφος. Σπουδές στην Ελλάδα παρέχονται από τα δυο ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα (Α.Ε.Ι) Πανεπιστήμιο Αιγαίου και Χαροκόπειο Πανεπιστήμιο Αθηνών από τα τμήματα Γεωγραφίας αντίστοιχα. Η Γεωγραφία υπάρχει και ως Θεματική Ενότητα στο Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο, ενώ μαθήματα Γεωγραφίας διδάσκονται σε κάποια ακαδημαϊκά τμήματα ανά την Ελλάδα.

O επίσημος επαγγελματικός φορέας των Γεωγράφων είναι η Ένωση Γεωγράφων Ελλάδας.

- Παραγωγή αγροτικών, δημογραφικών, πολιτισμικών, ιστορικών, χαρτογραφικών, τουριστικών, χωροταξικών και άλλων πληροφοριών με έμφαση στις χωρικές τους διαστάσεις.

- Διαμόρφωση αναπτυξιακών και κοινωνικών πολιτικών με βάση το χώρο.

- Σχεδιασμός αναπτυξιακών και κοινωνικών προγραμμάτων.

- Εκπόνηση μελετών/ερευνών διαχείρισης φυσικών και πολιτισμικών πόρων, περιβαλλοντικής προστασίας και περιβαλλοντικών επιπτώσεων και μελετών τοπίου.

- Φυσικογεωγραφικές μελέτες και έρευνες (γεωμορφολογικές και κλιματολογικές, βιογεωγραφικές).

- Μελέτες σκοπιμότητας, έρευνες αγοράς και επιχειρηματικά σχέδια.

- Μελέτες διαμόρφωσης πολιτικής σε θέματα περιβαλλοντικά, κοινωνικά, πολιτισμικά, δημογραφικά, οικονομικά, χωροταξικά, διεθνών σχέσεων, κ.α., όπως αυτά εξαρτώνται από τις σχέσεις ανθρώπου και χώρου

- Μελέτες και προγράμματα βιώσιμης τοπικής ανάπτυξης που προϋποθέτουν σύνδεση παραγωγής, μεταποίησης, πολιτισμού και τουρισμού και ενεργοποίηση του ανθρώπινου, πολιτισμικού, φυσικού, κοινωνικού και του οικονομικού κεφαλαίου ενός τόπου.

- Βελτίωση και διεύρυνση των σχέσεων μεταξύ γεωργίας-διατροφής και παραγωγού-καταναλωτή στο πλαίσιο της μετα-παραγωγικής και συνεργατικής υπαίθρου (ηθικό εμπόριο, αγορές παραγωγών, άμεσο μάρκετινγκ, προϊόντα κοινωνικής οικονομίας, κλπ).

- Οργάνωση και διαχείριση χώρου, δραστηριοτήτων και χρήσεων γης.

- Διάδοση και προαγωγή της προστασίας, διαχείρισης και σχεδιασμού του τοπίου και ενδυνάμωση της συνείδησης των πολιτών, των οργανισμών και των φορέων σε σχέση µε την αξία του τοπίου, το ρόλο του και τις μεταβολές στις οποίες αυτό υπόκειται.

- Συλλογή, επεξεργασία, ανάλυση και αξιοποίηση γεωγραφικών πληροφοριών με εφαρμογή μεθόδων Συστημάτων Γεωγραφικών Πληροφοριών (GIS) και Τηλεπισκόπησης.

Γνωστικές περιοχές και γνωστικά αντικείμεναΕπεξεργασία

Οι γνωστικές περιοχές και κατευθύνσεις της Γεωγραφίας είναι οι εξής:

1) Ανθρωπογεωγραφία

2) Φυσική Γεωγραφία

3) Ανάπτυξη και Σχεδιασμός Χώρου

4) Γεωπληροφορική

Η Ανθρωπογεωγραφία και η Φυσική Γεωγραφία είναι οι δυο βασικές υποδιαιρέσεις της Γεωγραφίας (Τερκενλή, Ιωσηφίδης και Χωριανόπουλος, 2007).


Γνωστικά αντικείμενα:

Ως προς τον επαγγελματικό τομέα, σύμφωνα με το Π.Δ. 147 (Φ.Ε.Κ. 124, 04/06/2002), οι Γεωγράφοι μπορούν:

- Να μελετούν και να αναλύουν τα γεωγραφικά φαινόμενα στην ολότητα και στις ποικίλες αλληλεπιδράσεις τους, στην κοινωνική, οικονομική, πολιτική, ιστορική, πολιτισμική και φυσικοπεριβαλλοντική τους διάσταση. Για το σκοπό αυτό χρησιμοποιούν τόσο ποσοτικές όσο και ποιοτικές μεθόδους και τεχνικές ανάλυσης και έρευνας βάσει των επιστημονικών και τεχνολογικών εξελίξεων.

- Να αναλαμβάνουν την εκπόνηση πάσης φύσεως γεωγραφικών μελετών καθώς και την ανάπτυξη και διαχείριση πληροφορικών συστημάτων απόκτησης, επεξεργασίας, αποθήκευσης και μετάδοσης γεωγραφικών δεδομένων και με σύνθεση των οικονομικών, πολιτισμικών, πληθυσμιακών, χωροταξικών, πολεοδομικών και περιβαλλοντικών διαστάσεων, καθώς και των θεσμών ανάπτυξης του γεωγραφικού χώρου, συμβάλλουν στη διαμόρφωση αναπτυξιακών πολιτικών και προγραμμάτων, τόσο σε κεντρικό, περιφερειακό όσο και σε τοπικό επίπεδο.

Το τοπίο ως γεωγραφική μονάδα ανάλυσης του χώρουΕπεξεργασία

Η δουλειά του Γεωγράφου αρχίζει με την καταγραφή και περιγραφή των γεωγραφικών στοιχείων/μορφών (ποτάμια, βουνά, κόλποι κ.λπ.) ενός τοπίου, ως μιας απτής και άμεσα αντιληπτής γεωγραφικής μονάδας ανάλυσης του χώρου (όχι όμως της μοναδικής). Tοπίο σημαίνει «μία περιοχή, όπως γίνεται αντιληπτή από ανθρώπους, της οποίας ο χαρακτήρας είναι το αποτέλεσμα της δράσης και αλληλεπίδρασης των φυσικών και/ή ανθρώπινων παραγόντων» (Ευρωπαϊκή Σύμβαση για το Τοπίο, Ν. 3827/2010). Μέσω της έννοιας του τοπίου οι διαδικασίες συγκρότησης του χώρου και οι σχέσεις ανθρώπου-χώρου εκφράζονται, αποτυπώνονται, βιώνονται, ερμηνεύονται, κατανοούνται και εξελίσσονται (Pavlis & Terkenli, 2017). Στη συνέχεια, προσδιορίζονται οι διεργασίες που προκάλεσαν τις μορφές, καθώς και οι αιτίες που συνεχίζουν να επιδρούν και να τις αλλάζουν, μαζί με τις λειτουργίες και τις αξίες του τοπίου, συνδέοντας ανθρωπογενή με φυσικά χαρακτηριστικά και διεργασίες σε μια ενότητα, η οποία τοποθετείται σε ένα γενικότερο χωρικό πλαίσιο. Για παράδειγμα η γεωγραφική θέση και περιγραφή μιας πόλης εξετάζεται στο γενικότερο πλαίσιο της περιφέρειας που βρίσκεται, της χώρας που ανήκει, στο πλαίσιο της ηπείρου που περιλαμβάνεται και κατ΄ επέκταση στον παγκόσμιο γεωγραφικό χάρτη.

Επίσης, οι έννοιες του χώρου και του τόπου έχουν κεντρικό ρόλο στην επιστήμη της Γεωγραφίας. Σύμφωνα με τον Tuan (1977:6): «Στην ανθρώπινη εμπειρία, το νόημα του χώρου συχνά ταυτίζεται με αυτό του τόπου. Ο χώρος είναι περισσότερο αφηρημένος από τον τόπο.  Αυτό που αρχίζει ως αδιαφοροποίητος χώρος μετατρέπεται σε τόπο καθώς το γνωρίζουμε όλο και καλύτερα και του αποδίδουμε αξία... Οι ιδέες του χώρου και του τόπου απαιτούν η μια την ύπαρξη της άλλης για τον ορισμό τους... Ο χώρος είναι ελευθερία, ο τόπος ασφάλεια: είμαστε συνδεδεμένοι με τον ένα, αλλά επιθυμούμε τον άλλο.  Από την ασφάλεια και σταθερότητα του τόπου, αντιλαμβανόμαστε την ανοιχτοσύνη, την ελευθερία  και την απειλή του χώρου, και αντίστροφα.... Επιπλέον, αν θεωρήσουμε το χώρο ως αυτό [το πλαίσιο] που επιτρέπει την κίνηση, τότε ο τόπος είναι στάση. Κάθε στάση στην κίνηση παρέχει τη δυνατότητα σε μια θέση να μεταμορφωθεί σε τόπο.»

Ιστορία της ΓεωγραφίαςΕπεξεργασία

Οι πρώτες έννοιες της Γεωγραφίας αποκαλύπτονται στην Ελληνική Μυθολογία όπου οι πολύ πρώιμες παρατηρήσεις των γεωλογικών αναστατώσεων και των επακόλουθων διαμορφώσεων, τουλάχιστον του αρχαίου ελλαδικού χώρου, διαμορφώνονται ως μυθολογικές ανθρωπόμορφες έννοιες και μυθικές δραστηριότητες αυτών. Ασφαλώς και από την άποψη αυτή ο Όμηρος και ο Ησίοδος θα πρέπει να θεωρούνται οι πρώτοι γεωγράφοι. Αλλά και στην αρχαία Βαβυλώνα και την Αίγυπτο οι πρώτες γεωγραφικές αναφορές χαρακτηρίζονται ως τοπογραφία περιοχών που εξαφανίζονται από πλημμύρες.

Η Γεωγραφία έφτασε σε πολύ μεγάλη ακμή στον ελληνικό κόσμο καθότι οι Έλληνες είχαν ακριβή εικόνα της περιοχής της Μεσογείου. Ο πρώτος συγγραφέας από τον οποίο έχουμε γεωγραφικές περιγραφές στο έργο του είναι ο ποιητής Όμηρος. Στην Ιλιάδα και στην Οδύσσεια περιγράφει τόπους, φυσικά φαινόμενα, κοινωνίες και ανθρώπους. Κέντρο του κόσμου του Ομήρου είναι ο Όλυμπος, η κατοικία των θεών. Τα τοπωνύμια που χρησιμοποιεί ο Όμηρος είναι γνωστά αλλά δύσκολα προσδιορίσιμα λόγω των αλλαγών που έχουν επέλθει, με την πάροδο του χρόνου, στη μορφολογία του εδάφους. Ο Όμηρος υπήρξε ο εισηγητής της Γεωγραφίας. Σε κάθε περίπτωση, όμως, ο Όμηρος ήταν περισσότερο ποιητής παρά γεωγράφος με τη σημερινή έννοια (Λεοντίδου, 2011).

Αν η γεωγραφία εισήχθη από την εποχή του Ομήρου, αναβαθμίστηκε σε επιστήμη, έναν αιώνα αργότερα, την εποχή των Ιώνων φιλοσόφων, οι οποίοι αποτέλεσαν τη γέφυρα μεταξύ μύθου και έλλογης σκέψης. Αυτοί υπήρξαν οι πρώτοι που αντιλήφθηκαν το σχήμα της Γης και τη σχέση της με τον ήλιο και τα άλλα ουράνια σώματα. Οι φιλόσοφοι Θαλής, Αναξίμανδρος και Εκαταίος έδωσαν νόημα στη λέξη "γεωγραφία". Ο πρώτος, σπουδαίος γεωμέτρης, μίλησε για τη σφαιρικότητα της Γης, παρουσιάζοντάς την ως δίσκο που επιπλέει στον ωκεανό και προβλέποντας την ολική έκλειψη ηλίου το 585 π.Χ αναφερόμενος στον πολικό αστέρα ως μόνιμο σημείο προσανατολισμού, ο δεύτερος υποστήριξε την ιδέα της κίνησης της Γης και του σύμπαντος και την ισορροπία των φυσικών δυνάμεων έφτιαξε το πρώτο γεωγραφικό πίνακα/χάρτη του τότε γνωστού κόσμου (όπως μας λέει ο Στράβων στα "Γεωγραφικά", βιβλίο Α ΄, Κεφ. 1, παρ. 11), ενώ ο τρίτος συνέγραψε το πρώτο γεωγραφικό έργο για την Ευρώπη και την Ασία βάσει ναυσιπλοϊκών καταγραφών (αναφέρεται από τον Ηρόδοτο), βελτίωσε το χάρτη του Αναξίμανδρου και κατέγραψε μύθους πολλών λαών (Λεοντίδου, 2011).

Ο Μέγας Αλέξανδρος επίσης ενδιαφέρθηκε για την ανάπτυξη της Γεωγραφίας σαν μέσο για την καλύτερη διοίκηση της αυτοκρατορίας του, στο επιτελείο των επιστημόνων που τον ακολούθησε στις εκστρατείες του περιλαμβάνονταν πολλοί γεωγράφοι και τοπογράφοι οι επονομαζόμενοι «βηματιστές» (Λεοντίδου, 2011). Ο Αλέξανδρος διέταξε και μια σειρά εξερευνητικών αποστολών σε μέρη εντός και εκτός της αυτοκρατορίας του ενώ ίδρυσε και πολλές πόλεις σε κομβικά γεωγραφικά σημεία της επικράτειας του.

Στη Σάμο, που την εποχή εκείνη πρέπει να θεωρείται σαν μέρος της Ιωνίας, ο Αρίσταρχος (320-250 π.Χ.) ανακάλυψε το ηλιοκεντρικό σύστημα, περίπου δυο χιλιάδες χρόνια πριν τον Κοπέρνικο, ο οποίο αρχικά μνημόνευσε τον Αρίσταρχο αλλά μετά το αφαίρεσε, όπως μας λέει ο Thomas Heath) με αποτέλεσμα η ηλιοκεντρική θεωρία να πάρει το όνομα του Κοπέρνικου. Ο εν λόγω φιλόσοφος είχε θητεύσει στη σχολή του Αριστοτέλη στην Αθήνα. Έζησε και δίδαξε στην Αλεξάνδρεια. Από τα πολλά έργα που είχε συγγράψει διασώζονται ελάχιστα αποσπάσματα, διατύπωσε πάντως με σαφήνεια ότι η Γη περιστρέφεται γύρω από τον ήλιο. Η έλλειψη μεγάλου μέρους του έργου, παρότι επαναστατικού για την εποχή του, δεν του έδωσε την αναγνώριση που πιθανόν να του ανήκε (Λεοντίδου, 2011).

Η Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου, πόλη που ίδρυσε ο Μέγας Αλέξανδρος, ήταν η πόλη διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στην εξέλιξη της Γεωγραφίας κατά την ύστερη αρχαιότητα. Στην πόλη αυτή, με την σπουδαία βιβλιοθήκη, έδρασαν πολλοί επιστήμονες που ώθησαν την Γεωγραφία σε πρωτόγνωρα επίπεδα. Πρώτος απ΄ όλους ο Ερατοσθένης (3ος αι. π.Χ.) ο άνθρωπος στον οποίον οφείλει το όνομα της η επιστήμη της Γεωγραφίας. Ο Ερατοσθένης, ποιητής, μαθηματικός, φιλόσοφος, υπήρξε επικεφαλής στη Βιβλιοθήκη της Αλεξάνδρειας. Συνέγραψε ένα βιβλίο με τον τίτλο "Γεωγραφικά" και υπολόγισε με σχετική ακρίβεια την περίμετρο της Γης (με σφάλμα μικρότερο από 1%), ενώ κατασκεύασε τον πρώτο χάρτη που αντιστοιχούσε στην πραγματικότητα. Στο σωζόμενο απόσπασμα από το ποίημά του "Ερμής" αναφέρεται στις πέντε γεωγραφικές ζώνες της Γης, σε παλιές μυθικές αφηγήσεις και στις αρχές της αστρονομίας (Λεοντίδου, 2011), συνδέοντας τον ομηρικό κόσμο με τους προσωκρατικούς φιλοσόφους και την ποίηση με τη γεωγραφία, συνεισφέροντας έτσι στη διαπλάτυνση του έμπυρου ομηρικού σύμπαντος και στην περαιτέρω πυροδότηση της γεωγραφικής φαντασίας.

Τη σκυτάλη πήραν οι Στράβων και Κλαύδιος Πτολεμαίος. Ο Στράβων στις αρχές της 1ης χιλιετίας μ.Χ. συνέγραψε το έργο του με τίτλο Γεωγραφικά (17 τόμοι), το έργο παρότι στηρίχθηκε κατά κύριο λόγο σε περιγραφές των ταξιδίων του σε Νείλο, Αλεξάνδρεια, Αιθιοπία, Αρμενία, Σαρδηνία, Ρώμη, και αλλού, εντούτοις προσπάθησε να εξηγήσει τις πολιτισμικές διαφορές των ανθρώπων τα ήθη και έθιμα τους καθώς και τα συστήματα διακυβέρνησής τους (Λεοντίδου, 2011). Το έργο σώζεται ακέραιο και αποτελεί έναν Παγκόσμιο Άτλα της εποχής του. Ο Πτολεμαίος ο Αλεξανδρεύς ή Κλαύδιος Πτολεμαίος (2ος αι. μ.Χ) θεωρείται ο "πατέρας της Χαρτογραφίας" με κύριο έργο του τη "Γεωγραφική Υφήγησις".

Ο Ελληνικός πολιτισμός είναι ο πρώτος πολιτισμός που ενεργά εξερεύνησε τη Γεωγραφία ως επιστήμη και φιλοσοφία, με κύριους συντελεστές (χρονολογικά από τον 8ο αι. π.Χ. έως τον 2ο αι. μ.Χ) τον Όμηρο, τον Θαλή τον Μιλήσιο, τον Εκαταίο τον Μιλήσιο, τον Ηρόδοτο, τον Ιπποκράτη[3], τον Αριστοτέλη, τον Δικαίαρχο τον Μεσσηνό, τον Ερατοσθένη, τον Στράβωνα, τον Μαρίνο τον Τύριο, τον Πτολεμαίο, τον Αρριανό και τον Παυσανία. Η χαρτογράφηση από τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία κατά τη διάρκεια των εξερευνήσεων τους πρόσθεσε νέες τεχνικές στη Γεωγραφία (π.χ. σειρά διαφόρων ιστορικών βιβλίων που ασχολούνται με το θέμα, όπως το αξιόλογο «Geographia» του Κλαύδιου Πτολεμαίου). Μία από τις τεχνικές είναι ο περίπλους: η περιγραφή λιμανιών και της στεριάς που ένας ναύτης θα συναντούσε στη διάρκεια του ταξιδιού κατά τη στεριά. Ο πολυγραφότατος Πλίνιος υπήρξε ο κύριος εκπρόσωπος της ρωμαϊκής Γεωγραφίας.

Κατά τη διάρκεια του Μεσαίωνα, Άραβες όπως οι Idrisi (12ος αι.), Ibn Battuta (14ος αι.) και Ιμπν Χαλντούν (14ος αι.) διατήρησαν τις ελληνικές και ρωμαϊκές τεχνικές και πάνω σε αυτές βασίστηκαν για να δημιουργήσουν δικές τους. Με την αποικιοκρατία (16ος αι.) το ενδιαφέρον για τη Γεωγραφία άρχισε να επαναπτύσσεται μέσω της αναζωπύρωσης του ενδιαφέροντος συστηματικής σπουδής νέων χώρων, εδαφών, τόπων, κοινωνιών, ανθρώπων και τοπίων.

Η Νεότερη Γεωγραφία

Γερμανοί διανοητές του 18ου και 19ου αιώνα βοήθησαν στην ανάδυση της Γεωγραφίας ως σύγχρονης επιστήμης του χώρου και του χρόνου. 

Ο Immanuel Kant (1724-1804) μπορεί να θεωρηθεί ως ο πνευματικός πατέρας της (ανθρωπο)γεωγραφίας. Υπήρξε πανεπιστήμονας στα αρχαιοελληνικά και αναγεννησιακά πρότυπα. Ενίσχυσε τη συνομιλία γεωγραφίας-φιλοσοφίας όπως παλαιότερα έκανε ο Στράβων. Θεωρούσε ότι η γνώση εξαρτάται από την εμπειρία που αποκτάται μέσω των πέντε αισθήσεων (Αριστοτέλης) και ότι ο άνθρωπος δημιουργεί την πραγματικότητα, ο κόσμος αντιμετωπίζεται ως «σύνολο ανθρώπινης εμπειρίας». Δίδαξε γεωγραφία σε επίπεδο ανώτατης εκπαίδευσης. Αν και δεν είχε ταξιδέψει, οι περιγραφές του ήταν λεπτομερείς, αναλυτικές και εμπνευσμένες.

Ο Carl Ritter (1779-1859) καθιέρωσε τη διδασκαλία της γεωγραφίας στην ακαδημία (πανεπιστημιακή γεωγραφία). Δίδαξε εφαρμοσμένη (ανθρωπο)γεωγραφία προσαρμοσμένη στους στόχους της διοίκησης, της πολιτικής και διαχείρισης του χώρου. Μαζί με τον Alexander von Humboldt (1769-1859) επηρέασαν τις εξελίξεις στη γεωγραφία. Ο von Humboldt εξερεύνησε τη φύση (σε λατινική Αμερική και Ρωσία) και έγραψε για τη Φυσική Γεωγραφία. Η συστηματική γεωγραφία τους έθετε τον άνθρωπο μέσα στο φυσικό του περιβάλλον χωρίς σκληρό αιτιοκρατικό πρόταγμα και οδήγησε εμμέσως σε κριτική της αποικιοκρατίας.

Ο Friedrich Ratzel (1844-1904) θεωρείται ιδρυτής της Ανθρωπογεωγραφίας (1882 εκπονεί το έργο "Ανθρωπογεωγραφία"). Πρόκειται για μια συστηματική αιτιοκρατική προσέγγιση, οι κοινωνικές σχέσεις σαν φυσικές σχέσεις (διακυβερνώνται από τους ίδιους φυσικούς νόμους), όπου ο χώρος μέσα από το κλίμα (π.χ. εύκρατο/τροπικό), τη γεωμορφολογία (βουνά/πεδιάδες), τη θέση, κλπ, καθορίζει την ανάπτυξη πολιτισμών και χαρακτήρων. Ορίζει το κράτος ως ζωντανό οργανισμό που προσαρμόζεται στο γεωγραφικό περιβάλλον και στους νόμους του χώρου, ως «ένα οργανισμό που συνδέεται άμεσα με τη γη», φυσική οντότητα που απαιτεί ζωτικό χώρο (Lebensraum) για να αναπτυχθεί (οργανική θεώρηση του κράτους, ανεξάρτητο από έθνος ή κοινωνία). Επηρεάστηκε από την πολιτική γεωγραφία του Αριστοτέλη, που όμως δεν έφτασε σε τόσο βάθος αιτιοκρατίας, αφού προσέδιδε μέτρο και σοφία στην εδαφικότητα. Το 1891 με το δεύτερο τόμο ο Ratzel διαφοροποιεί τον ντετερμινισμό του.

Οι πρώτες προσεγγίσεις της ακαδημαϊκής Γεωγραφίας είναι οι εξής:

Περιβαλλοντικός Ντετερμινισμός ή Αιτιοκρατία (τέλη 19ου αι.)

Αναπτύχθηκε κυρίως στη Γερμανία. Το πρόταγμα ήταν ότι το φυσικό περιβάλλον και το κλίμα διαμορφώνουν την ανθρώπινη δραστηριότητα, τις σχέσεις και αντιδράσεις του ανθρώπου. Υπήρξε μονόπλευρη θεώρηση που αγνοούσε την αλληλεπίδραση κοινωνικών, φυσικών, πολιτικών, πολιτισμικών, τεχνολογικών παραγόντων και τη διεπιστημονικότητα. Σήμερα ο περιβαλλοντικός ντετερμινισμός έχει εκλείψει, αλλά επανεμφανίζεται με άλλους μανδύες (χωρικός ή τεχνολογικός). Πρωτοπόρος υπήρξε ο Γερμανός Γεωγράφος και θεωρητικός της γεωπολιτικής Friedrich Ratzel (1844-1904) και στη συνέχεια η Αμερικανίδα γεωγράφος Ellen Churchill Semple (1863-1932), μαθήτρια του Ratzel, που επαναδιαμόρφωσε και έκανε δημοφιλείς τις ιδέες του, βασιζόμενη στη διαμάχη φύσης-ανατροφής (nature-nurture). Προσπάθησε να νομιμοποιήσει την κυριαρχία των αποικιοκρατών. Στη συνέχεια, έγινε προσπάθεια τεκμηρίωσης μέσω έρευνας από τον Αμερικανό Γεωγράφο Ellsworth Huntington (1876-1947) και από τις έρευνές του για την κλιματική αιτιοκρατία, την οικονομική ανάπτυξη και την οικονομική γεωγραφία, όπως και από τον Βρετανό γεωγράφο Thomas Griffith Taylor (1880-1963), του οποίου η εργασία προέβλεπε την μελλοντική κατανομή του λευκού πληθυσμού στον κόσμο με βάση κλιματολογικά στοιχεία, υψόμετρο, αποθέματα πρώτων υλών, κλπ.

Περιφερειακή γεωγραφία και ποσσιμπιλισμός (πιθανοκρατία) (αρχές 20ου αι.)

Αναπτύχθηκε αρχικά στη Γαλλία και μετά στις ΗΠΑ. Το πρόταγμα ήταν ότι η διαμόρφωση της ανθρώπινης δραστηριότητας επηρεάζεται και ιστορικούς, πολιτισμικούς, κοινωνικούς, πολιτικούς κ.α. παράγοντες. Η γεωγραφική αυτή προσέγγιση βασίζεται στο ότι κάθε ανθρώπινη κοινότητα ή περιφέρεια (region) είναι ιδιαίτερη και προσαρμόζεται με διαφορετικούς τρόπους στο τοπίο/ περιβάλλον (ιδιομορφία κάθε τόπου). Η σχέση ανθρώπου-περιβάλλοντος πρέπει να εξετάζεται κατά περίπτωση και όχι βάσει γενικών αρχών. Η Περιφερειακή Γεωγραφία έκανε λόγο για την ανάγκη συγκροτημένης και ορθολογικής περιγραφής και ερμηνείας του διαφοροποιημένου χαρακτήρα της γης, του ιδιόμορφου και του μοναδικού (Hartshorne, 1955). Σύμφωνα με τους ποσιμπιλιστές δεν γίνεται να διαχωριστούν οι επιρροές που ασκεί ο άνθρωπος και οι πολιτισμοί του στο περιβάλλον από τις επιρροές του περιβάλλοντος στον άνθρωπο (δεδομένης της αλληλεπίδρασης). Σε κάθε περίπτωση, όμως, αναγνωρίζεται ο δυναμικός/ενεργητικός ρόλος του ανθρώπου που μπορεί να επιβληθεί -άλλοτε λιγότερο, άλλοτε περισσότερο- στο περιβάλλον του. Η Περιφερειακή Γεωγραφία και ειδικά η Πιθανοκρατία (μια πιο δυναμική προσέγγισή της) έθεσαν τις βάσεις για τις μετέπειτα γεωγραφικές προσεγγίσεις. Η Περιφερειακή Γεωγραφία δέχτηκε κριτική καθότι υπήρξε ιστοριογραφική προσέγγιση και περιγραφική με μέθοδο επαγωγική που όμως στερείται επιστημονικής θεωρίας, αφού δεν έκανε λόγο για αιτιότητες ή δομές που επηρεάζουν την ανθρώπινη επιλογή και δραστηριότητα. Σήμερα η Περιγραφική Γεωγραφία είναι χαρακτηριστικό χωρών, τόπων και ανθρώπων με μη επαρκώς ανεπτυγμένη γεωγραφική παράδοση/συνείδηση. Πρωτοπόροι οι Γάλλοι Paul Vidal de la Blache (1848-1918) και Jean Brunhes (1869-1930) και οι Αμερικάνοι Carl Sauer (1889-1975), Isaiah Bowman (1878-1950) και Richard Hartshorne (1899-1992).

Εδώ, κατά τον Κουρλιούρο (2013), έρχεται η πρώτη επιστημολογική τομή ήρθε με την ανάδυση της ποσοτικής επανάστασης και της θετικιστικής προσέγγισης, η οποία ήρθε μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο που σηματοδότησε νέες κοινωνικές ανάγκες και προτεραιότητες.

H Σύγχρονη Γεωγραφία

Ποσοτική Επανάσταση (Ποσοτική Γεωγραφία) και Λογικός Θετικισμός (μέσα 20ου αιώνα)

Αναπτύχθηκε σε ΗΠΑ, Αγγλία και Γερμανία. Το βασικό πρόταγμα είναι η παρατήρηση, συλλογή στοιχείων/δεδομένων, η μέτρηση, η στατιστική μέθοδος και εν γένει η ανάγκη μοντελοποίησης της πραγματικότητας. Η Γεωγραφία πρέπει να στοχεύει σε μοντέλα και νόμους (Schaefer, 1953). Βασίζεται στο δόγμα ότι «τα στοιχεία ή γεγονότα μιλούν από μόνα τους» και στα μοντέλα εξήγησης της πραγματικότητας βάσει ποσοτικών διακυμάνσεων και όχι θεωρητικών εννοιών. Ο θετικισμός προτάσσει την ερμηνεία βάσει εμπειρικών δεδομένων και αιτίου-αποτελέσματος (cause and effect) και τις υποθέσεις εργασίας που καταλήγουν σε νόμους (καθολικής ισχύος) και γενικεύσεις που προσεγγίζουν την αλήθεια. Ο λογικός θετικισμός αφορά παρατηρήσεις μεμονωμένων γεγονότων, εμπειρικές γενικεύσεις και επαληθευσιμότητα των προτάσεων μέσω επαγωγικού συλλογισμού. Οι χωρικές συσχετίσεις, η ποσοτική γεωγραφική ανάλυση και η "μαθηματικοποίηση" του κόσμου που βασίζεται σε μοντέλα και γενικούς νόμους βρίσκει σήμερα εφαρμογή μέσω των GIS (μεταξύ άλλων). Πριν την πειραματική απόδειξη της θεωρίας πρέπει να υπάρχει τρόπος να επαληθευτούν οι ισχυρισμοί.

Επικρίθηκε ως μονοδιάστατη προσέγγιση της γεωγραφίας και του χώρου, χαρακτηριζόμενη από εγκλωβισμό στις έννοιες της κίνησης και της απόστασης, από ομοιόμορφη λογική στα άτομα-καταναλωτές και στους τόπους, από απογυμνωμενες τις πολιτικές, κοινωνικές και πολιτισμικές του διαστάσεις, από σύγχυση μεθόδου και τεχνικής, από αδυναμία του επαγωγισμού να θεμελιώσει καθολικούς νόμους αφού η εμπειρική επαλήθευση, σε αξιοσημείωτο βαθμό, εξαρτάται από τις διαθέσεις του ερευνητή. Πρωτοπόροι οι Fred Kurt Schaefer (1904-1953) (περίφημο το Schaefer vs. Hartshorne debate), ο Peter Haggett (1933-σημερα) και August Losch (1906–1945).

Η επόμενη επιστημολογική τομή έρχεται με την ανάδυση των μετα-θετικιστικών προσεγγίσεων και της Κριτικής Γεωγραφίας. 

Μπηχεβιορισμός (Συμπεριφορισμός)

Αργότερα, τη δεκαετία του 1960, ο μπηχεβιορισμός σήμανε στροφή προς τις μεθοδολογίες ανάλυσης συμπεριφοράς, όπου ο χώρος και οι κοινωνικο-οικονομικές, πολιτικές, κ.α., συνθήκες που τον χαρακτηρίζουν, παίζουν σημαντικό ρόλο στη λήψη αποφάσεων και στην εκδήλωση της ανθρώπινης συμπεριφοράς.

Επικρίθηκε διότι υπάρχει άγνοια των εξωτερικών διαδικασιών και της επίδρασης των εξωγενών παραγόντων. Επίσης, οι περιοχές εξετάζονται σε απομόνωση και όχι σε αλληλεξάρτηση μεταξύ τους. Οι μέθοδοι που χρησιμοποιούνται δεν ανταποκρίνονται πάντα στην πολυσύνθετη πραγματικότητα.

Ουμανιστική Γεωγραφία

Αναπτύχθηκε τη δεκαετία του 1970. Είναι μια προσέγγιση με έμφαση στο άτομο, στην υποκειμενικότητα, στην ποικιλία και ετερογένεια, στην πολυπλοκότητα των εσωτερικών διαδικασιών και στην ελευθερία επιλογής. Επηρεάστηκε μεν από τον μπηχεβιορισμό, αλλά αναζήτησε κάποια βαθύτερα αίτια που πηγάζουν στο εσωτερικό του ατόμου και δημιουργούν μια πολυσύνθετη πραγματικότητα. Η προσέγγιση είναι από το «μερικό» στο γενικό». Για τον ουμανισμό, ο κόσμος αντιμετωπίζεται ως ‘σύνολο ανθρώπινης εμπειρίας’, ορίζεται και εξαρτάται από τον Άνθρωπο  (ο χώρος ως τόπος, η αίσθηση του «ανήκειν», κλπ). Το πνεύμα του ουμανισμού, μέσα σε λίγες λέξεις του επιδραστικού Γάλλου φιλοσόφου Sartre: "δεν υπάρχει ανθρώπινη πράξη που να μην αποκαλύπτει" (Sartre, 1943:568). Απαρτίζεται από διαφορετικές φιλοσοφίες:

- Επιστημολογία (η υποκειμενική γνώση του κόσμου των εννοιών)

- Οντολογία (η άποψη για το τι υπάρχει)

- Φαινομενολογία (τα φαινόμενα ως οντότητες)

- Υπαρξισμός (ελευθερία δράσης)

- Ιδεαλισμός (εξέταση δίχως θεωρία)

Διερεύνησε το ρόλο της φαντασίας (Lowenthal, 1961) και τις γεωγραφίες του νου (Lowenthal & Bowden, 1976), τις αξίες και τις ιδέες (Buttimer, 1969, 1972), τις περιβαλλοντικές σημασίες (Tuan, 1971) και τις αντιλήψεις, νοοτροπίες, σημασίες και αξίες που συνδέονται με τον χώρο και τον τόπο (Tuan, 1974, 1977, Relph, 1976).

Επικρίθηκε λόγω της υπερβολικής έμφασης στο άτομο, στην πολυπλοκότητα των εσωτερικών του διαδικασιών και στην ελευθερία επιλογής. Αρκετές φορές αυτή η έμφαση συνεπάγεται αγνοίας εξωτερικών συνθηκών, διαδικασιών, φαινομένων και εξωγενών παραγόντων που επηρεάζουν την ατομική αντίληψη και συμπεριφορά.

Στρουκτουραλιστική Γεωγραφία

Αναπτύχθηκε τη δεκαετία του 1970 παράλληλα με τον ουμανισμό. Σύμφωνα με τον στρουκτουραλισμό η ανθρώπινη πραγματικότητα διαμορφώνεται από ευρύτερες δομές (structures) και κρυμμένους γενεσιουργούς μηχανισμούς που καθορίζουν την εξέλιξη της ανθρώπινης κοινωνίας και διαμορφώνουν την ανθρώπινη κουλτούρα. Προήλθε από τις δομο-λειτουργικές προσεγγίσεις που αναγνώρισαν την επίδραση κοινωνικο-οικονομικών παραγόντων και τη ρευστότητα της σχέσης τους με τον άνθρωπο. Πρόκειται για μια πολιτική προσέγγιση από το «μερικό» στο γενικό».

Οι ποικίλες δομές που θεωρείται πως υπάρχουν πίσω από τα φαινόμενα (κοινωνική τάξη, φύλο, εισόδημα) και οι τρόποι συνδυασμού τους παραγκωνίζουν το ρόλο του ανθρώπινου παράγοντα και λειτουργούν ανεξάρτητα από την ανθρώπινη γνώση, αντίληψη, εμπειρία, συναίσθημα, σκέψη, κλπ. Η πραγματικότητα αντιμετωπίζεται ως δομημένη και διαστρωματωμένη (π.χ. άνθρωποι της ίδιας τάξης θα ανταποκριθούν με τον ίδιο τρόπο). Δίδεται μεγάλη έμφαση στην επίδραση εξωγενών δομών, διαδικασιών και φαινομένων που έχουν άμεση επιρροή στον άνθρωπο και στις σχέσεις ανθρώπου και χώρου, εμμένοντας στον παράγοντα της κοινωνικής τάξης.

Σε κάθε περίπτωση πραγματοποιείται αναζήτηση του βαθύτερου αιτίου με συγκεκριμένους τρόπους και ανάλυση σε βάθος. Το «βάθος» θεωρείται πως εξηγεί την «επιφάνεια» μέσω των κρυμμένων γενεσιουργών μηχανισμών που είναι οργανωμένοι και προκαλούν τα γεγονότα της επιφάνειας και τις πολιτισμικές πρακτικές των ανθρώπινων υποκειμένων. Η θεωρία αυτή, λοιπόν, επιχειρεί να κατανοήσει την ανισότητα και την κοινωνική δικαιοσύνη μέσω προσδιορισμού και διερεύνησης των βαθύτερων αιτίων/ δομών και αιτιολογικών διαδικασιών, δηλαδή επικεντρώνεται στους «μηχανισμούς» και όχι στον άνθρωπο.

Επικρίθηκε διότι ο «κόσμος των κρυφών μηχανισμών» δεν μπορεί να παρατηρηθεί, μπορεί μόνο να εκφραστεί βάσει θεωρίας. Η εν λόγω θεωρία αποδίδει υπερβολική έμφαση στις δομές, στους κρυφούς μηχανισμούς, στις διαδικασίες και στα φαινόμενα που λαμβάνουν χώρα σε μικρο- ή μακρο-επίπεδο και έχουν άμεση επίδραση στη διαμόρφωση της πραγματικότητας προσδιορίζοντας τις σχέσεις ανθρώπου-χώρου. Γίνεται χρήση υπερβολικής ντετερμινιστικής θεωρίας που δεν αφήνει περιθώριο υποκειμενισμού και σχετικότητας και υπάρχει άγνοια ύπαρξης της ανθρώπινης επιλογής και ουσιαστικής επιρροής του ανθρώπινου παράγοντα στη δομή. Παράλληλα, υπάρχει άγνοια της διαφορετικότητας (πολιτισμικής, ιστορικής, γεωγραφικής, φυσικής) της ετερογένειας και της ιδιαιτερότητας των ανθρώπων και των τόπων (λ.χ. η ανθρώπινη συμπεριφορά δεν καθορίζεται πάντα από την τάξη, ούτε ο χώρος από τη δομή).

Μεταμοντέρνα Γεωγραφία

Αναπτύχθηκε τη δεκαετία του 1990 και αποτελεί τάση αμφισβήτησης του μοντερνισμού. Ενώ, ο μοντερνισμός επιζητά την ομοιογένεια και μια φόρμουλα επεξήγησης των πάντων, ο μεταμοντερνισμός αναζητά την πολλαπλότητα, επιδιώκει την απόδοση πολλών ερμηνειών και αποδέχεται τη σχετικότητα της γλώσσας, της γνώσης και των κοινωνικών πρακτικών (Mitchell, 2000:58). Ως θεωρία δίνει μεγάλη έμφαση στη ‘διαφορετικότητα’ και αντιλαμβάνεται την πραγματικότητα ως μη διευθετημένη, πολυσύνθετη και πολυ-επίπεδη. δεν είναι ολοκληρωτική και συνεπώς δεν αποδέχεται τον όρο ‘απόλυτη’ ή ‘αληθινή’ γνώση. Οι μεταμοντερνιστές συχνά ‘εορτάζουν το συνονθύλευμα, την επιφανειακότητα, την πολλαπλότητα, την αβεβαιότητα και τον θρυμματισμό’ (Woodard & Jones, 2009:567). Δίδεται έμφαση στην ποικιλία, στις πρακτικές και στις αλληλεπιδράσεις και στην ευρύτητα επιλογών, ενώ υπάρχει απόρριψη της κυρίαρχης κουλτούρας που εγκαθιδρύεται σε κάθε τόπο, ελέγχοντας τη διαμόρφωσή του. Το παρελθόν δεν θεωρείται ενιαίο, αλλά μια σειρά ανόμοιων μεταξύ τους γεγονότων που διαφέρουν από τόπο σε τόπο και από χρόνο σε χρόνο (‘ετεροτοπία’). Μέσω του μεταμοντερνισμού αρχίζουν να εξετάζονται παράγοντες όπως η φυλή, το φύλο, η ηλικία, κλπ., και το ενδιαφέρον ξεφεύγει από τον τόπο (εμπειρικές θεωρίες) και την κοινωνικο-οικονομική τάξη (στρουκτουραλιστικές θεωρίες), προτείνοντας ότι η πραγματικότητα είναι πιο πολύπλοκη και οι παράγοντες που την επηρεάζουν είναι πολλοί και σύνθετοι. Γίνεται λόγος για τις «άλλες» ομάδες και κοινότητες που έως τότε είχαν παραμεληθεί από την επιστήμη, επιχειρώντας να τους ‘δώσει φωνή’ και πιστεύοντας πως η εστίαση στον ‘κύριο Μέσο Όρο’ (Mr Average) έχει αμελήσει τις ουσιαστικές διαφορές που επηρεάζουν την κοινωνική ζωή και διαμορφώνουν το κοινωνικό προφίλ ενός τόπου. Έτσι δίδεται έμφαση στην ανάγκη διερεύνησης των σχέσεων μεταξύ των φύλων, στις αρρώστιες, στην ύπαρξη ομοφυλοφιλικών γκέτων, στη ζωή των ‘περιπλανώμενων’ ανθρώπων (τσιγγάνων, οδοιπόρων, ζητιάνων, νεο-εποχικών ταξιδιωτών, κλπ). Οι μεταμοντερνιστές, επέμειναν πως το ενδιαφέρον πρέπει να επικεντρωθεί όχι στο να δοθεί απλά ‘φωνή στους άλλους’, αλλά στη διερεύνηση των ‘σχέσεων ισχύος’ που οδηγούν στην απόρριψη και την περιθωριοποίηση των «άλλων», στη δυναμική και στους τρόπους επιβολής των σχέσεων αυτών.

Επικρίθηκε διότι ο μεταμοντερνισμός είναι μια απολίτικη θεωρία στην οποία απουσιάζει η κριτική. Έχει χαρακτηριστεί ως μια θεωρία αντίδρασης στον μοντερνισμό, δίχως ξεκάθαρη δήλωση απόψεων/ ιδεών. Δίδεται υπερβολική έμφαση στην πολυπλοκότητα, η οποία οδηγεί σε μη κατανόηση. Επίσης υπάρχει υπερβολική εστίαση στη διερεύνηση των «άλλων» μέσω των οποίων δεν μπορεί να αποδοθεί και να κατανοηθεί ολοκληρωτικά η ανθρώπινη πραγματικότητα. Κάποιοι ερευνητές χαρακτήρισαν το μετα-μοντερνισμό ως μια ύστερη φάση του μοντερνισμού.

Μετα-στρουκτουραλιστική Γεωγραφία

Αναπτύχθηκε σχεδόν παράλληλα με το μεταμοντερνισμό και αποτελεί θεωρία κριτικής και αμφισβήτησης στο στρουκτουραλισμό. Ξεκίνησε από τη Γαλλία ως πολιτικό δόγμα αμφισβήτησης του ορθόδοξου μαρξισμού, προτείνοντας/ επηρεάζοντας εναλλακτικές ριζοσπαστικές θεωρίες (φεμινισμός, δυτικός μαρξισμός, κλπ) που εμφανίστηκαν μετά το στρουκτουραλισμό.

Για την εν λόγω θεωρία, δεν υπάρχει μια και μοναδική ντετερμινιστική εξήγηση πίσω από τους γενεσιουργούς κρυμμένους μηχανισμούς, όπως ίσχυε στον στρουκτουραλισμό, αλλά πολλές, μέσω των οποίων δίνεται η δυνατότητα πολλών ερμηνειών. Ποικίλοι και πολύπλοκοι κωδικοί επικαλύπτονται μεταξύ τους, με απρόβλεπτους τρόπους, δίνοντας τη δυνατότητα διαφορετικών ερμηνειών που εξαρτώνται από τον αναγνώστη. Έτσι, απορρίπτονται οι απλές, ξεκάθαρες και απόλυτες αλήθειες κάνοντας λόγο για μια πολυ-σύνθετη, πολυ-επίπεδη, μη διευθετημένη πραγματικότητα. Η ‘ανάλυση σε βάθος’ γίνεται ‘ανάλυση σε εύρος’ και τα διάφορα κοινωνικά και πολιτισμικά συστήματα δεν είναι προκαθορισμένα αλλά ‘ανοιχτά, δυναμικά και ρευστά’ και βρίσκονται πάντοτε σε ‘διαδικασία εξέλιξης’. Οι μεταστρουκτουραλιστές πιστεύουν στη ρευστότητα και στη μεταβλητότητα των κοινωνικών σχέσεων. Κατ’ αντιστοιχία, η σχέση «σημαίνοντος» και «σημασίας» βρίσκεται συνεχώς υπό διαμόρφωση. Οι σημασίες αλλάζουν καθώς εμφανίζονται νέες ερμηνείες και στοιχεία αναγνώρισης. Άρα, για το μετα-στρουκτουραλισμό, η κατανόηση των συστημάτων και των εννοιών δεν έγκειται στους κρυμμένους γενεσιουργούς μηχανισμούς και στις βαθύτερες δομές, αλλά στις σχέσεις που χαρακτηρίζονται από αλληλοσυγκρουόμενες προσπάθειες εγκαθίδρυσης ταυτοτήτων.

Ο άνθρωπος δεν προσεγγίζεται μέσα από τον εσωτερικό του κόσμο όπως στον ουμανισμό, αλλά μέσα από το φύλο, την τάξη, το επάγγελμα, την ομάδα, κλπ. Ο χώρος και ο τόπος θεωρούνται κάτι «ανοιχτό» και «συνεχές» που σχηματίζεται από διαφορετικές διαδικασίες, πρακτικές και μορφές του «ανήκειν». Ο χώρος δεν είναι κάτι το σταθερό, αλλά κάτι το ευμετάβλητο και δεν διαμορφώνεται από μια κυρίαρχη κουλτούρα, της οποίας η ιδέα απορρίπτεται, όπως και στο μεταμοντερνισμό.

Επικρίθηκε διότι πρόκειται για μια προσέγγιση δίχως ξεκάθαρη δήλωση απόψεων/ ιδεών, που πολλές φορές χαρακτηρίζεται από αβάσιμη εστίαση στη διαφορά, στην ιδιαιτερότητα και στο περιθώριο.


Η έλλειψη νεότερης και σύγχρονης γεωγραφικής παράδοσης στην Ελλάδα οφείλεται σε αρκετούς παράγοντες μεταξύ των οποίων είναι η έλλειψη αποικιοκρατικής παράδοσης (π.χ. Μεγάλη Βρετανία, Γαλλία) αλλά και η πρωτοκαθεδρία άλλων επιστημών που επισκιάζουν ή/και απορροφούν τη Γεωγραφία για δικό τους όφελος απομυζώντας την αυτοδύναμή της υπόσταση και το γνωσιακό της κεφάλαιο, από επιστήμονες μη γεωγράφους που διδάσκουν Γεωγραφία σε δευτεροβάθμια και τριτοβάθμια εκπαίδευση (πρόκειται για την πλειοψηφία των διδασκόντων), από σχεδόν απόλυτη απουσία Γεωγράφων σε θέσεις ευθύνης (π.χ. ανώτερα διοικητικά στελέχη), κ.α.

H εξέλιξη των ιδεών στη Γεωγραφία, συνεχίζεται... όλες οι προσεγγίσεις μαζί συνθέτουν το παζλ της κατανόησης της πολυσύνθετης πραγματικότητας, καθότι για να κατανοήσουμε τη Γεωγραφία είναι απαραίτητο να κατανοήσουμε την Κοινωνία (Massey, 2001) και μαζί της τις χωρο-κοινωνικές και πολιτισμικές αντιθέσεις και προ(σ)κλήσεις, τη σημασία του τοπικού σε σχέση με το παγκόσμιο (και αντίστροφα), τις διαστάσεις και τους τρόπους παραγωγής του χώρου σε σχέση με το χρόνο και τη δυναμική του χώρου και του χρόνου.

Κλάδοι της γεωγραφίαςΕπεξεργασία

ΠαραπομπέςΕπεξεργασία

Buttimer, A. (1969) Social Space in Interdisciplinary Perspective, Geographical Review, Vol. 59, pp. 417-26.

Buttimer, A. (1972) Social Space and the Planning of Residential Areas, Environment and Behavior, Vol. 4, pp. 279-318

Hartshorne, R. (1939) The Nature of Geography: A Critical Survey of Current Thought in the Light of the Past, The Association Lancaster

Κουρλιούρος, Η. (2013) Δυο επιστημολογικές τομές στη μεταπολεμική ευρωπαϊκή Γεωγραφία. ΕΑΠ, Πάτρα

Λεοντίδου, Λ. (2011) Αγεωγράφητος Χώρα, εκδόσεις Προπομπός, Αθήνα.

Lowenthal, D. (1961) Geography, experience, and imagination: towards a geographical epistemology. Annals of the Association ofAmerican Geographers, Vol. 51, pp. 241-260

Lowenthal, D. & Bowden, M. (1976). Geographies of the mind. Oxford University Press, New York

Mitchell, D. (2000) Cultural Geography - A Critical Introduction. Blackwell, Oxford

Pavlis, E. & Terkenli, T.S (2017) ​Landscape Values and the question of cultural sustainability: exploring an uncomfortable relationship in the case of Greece. Norwegian Journal of Geography, Vol. 71, No. 3, pp. 168–188​

Relph, E. (1976) Place and placelessness. Pion, London

Schaefer, F.K. (1953) Exceptionalism in Geography: A Methodological Examination, Annals of the Association of American Geographers, Vol. 43, pp. 226-245.

Sartre, J.-P. (1943) Being and Nothingness: An Essay on Phenomenological Ontology, Éditions Gallimard, Paris

Τερκενλή Θ., Ιωσηφίδης, Θ., Χωριανόπουλος, Ι. επιµ. (2007) Ανθρωπογεωγραφία: Άνθρωπος, Κοινωνία και Χώρος, Εκδόσεις Κριτική, Αθήνα

Tuan, Y.F. (1971) Geography, Phenomenology, And The Study Of Human Nature. Canadian Geographer 3 15(3):181 - 192

Tuan, Y.F. (1974) Topophilia: a study of environmental perception, attitudes, and values. Cliffs, NJ: Prentice-Hall.

Tuan, Y.F. (1977) Space and Place: The Perspective of Experience, Edward Arnold, London

Woodard, K. & Jones, J.P (2009) Postmodernism. In Gregory, D., Johnston, R., Whatmore, S., Pratt, G., Watts, M. The Dictionary of Human Geography. Wiley-Blackwell, Oxford, pp. 566-568.

ΒιβλιογραφίαΕπεξεργασία

  • Bonnett, A. (2010) Γεωγραφία: μια εισαγωγή. Εκδόσεις Κριτική, Αθήνα
  • Ένωση Γεωγράφων Ελλάδας, Φυλλάδιο "Η Γεωγραφία μας"
  • Λεοντίδου, Λ. (2011) Αγεωγράφητος Χώρα, εκδόσεις Προπομπός, Αθήνα.
  • Τερκενλή, Θ.Σ. (1996). Το Πολιτισμικό Τοπίο: Γεωγραφικές Προσεγγίσεις. Εκδόσεις Παπαζήση, Αθήνα
  • Τερκενλή Θ.Σ., Ιωσηφίδης, Θ., Χωριανόπουλος, Ι. επιµ. (2007) Ανθρωπογεωγραφία: Άνθρωπος, Κοινωνία και Χώρος, Εκδόσεις Κριτική, Αθήνα
  • Tuan, Y.F. (1977) Space and Place: The Perspective of Experience. Edward Arnold, London

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

Εξωτερικοί σύνδεσμοιΕπεξεργασία

  1. «Γεωγράφος: Ενημερωτικό φυλλάδιο | Ένωση Γεωγράφων Ελλάδας». Ανακτήθηκε στις 1 Δεκεμβρίου 2019. 
  2. «Γεωγράφος: Ενημερωτικό φυλλάδιο | Ένωση Γεωγράφων Ελλάδας». Ανακτήθηκε στις 1 Δεκεμβρίου 2019. 
  3. «Περί αέρων υδάτων και τόπων». Τerrapapers. Ανακτήθηκε στις 1 Δεκεμβρίου 2019.