Άνοιγμα κυρίου μενού

Ο Αθανάσιος Ν. Μιαούλης (1868-1932) ήταν Έλληνας στρατιωτικός και πολιτικός, γιος του Νικολάου Δ. Μιαούλη και δισέγγονος του Ναύαρχου της ελληνικής επανάστασης Ανδρέα Μιαούλη, της ιστορικής υδραίικης οικογένειας των Μιαούληδων.

Αθανάσιος Ν. Μιαούλης
Γενικές πληροφορίες
Γέννηση1868
Πειραιάς
Θάνατος1932
Χώρα πολιτογράφησηςΕλλάδα
Εκπαίδευση και γλώσσες
Ομιλούμενες γλώσσεςΝέα ελληνική γλώσσα
Πληροφορίες ασχολίας
Ιδιότηταπολιτικός
Στρατιωτική σταδιοδρομία
Βαθμός/στρατός/Ελληνικό Πολεμικό Ναυτικό
Αξιώματα και βραβεύσεις
ΑξίωμαΥπουργός Ναυτικών της Ελλάδας

Ο Αθανάσιος Ν. Μιαούλης γεννήθηκε στον Πειραιά το 1868. Εισήχθηκε στη Ναυτική Σχολή ως δόκιμος κατά τη σύστασή της το 1884 μαζί με τον ξάδελφό του Ανδρέα Δ. Μιαούλη. Εξήλθε το 1888 σημαιοφόρος και στον Ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897 συμμετείχε με τον βαθμό του ανθυποπλοιάρχου, κυβερνήτης τορπιλοβόλου. Αποστρατεύθηκε ως αντιπλοίαρχος το 1911 προκειμένου να πολιτευτεί στο τόπο καταγωγής του στην Ύδρα. Κατά τους Βαλκανικούς πολέμους ανακλήθηκε στην ενέργεια και ανέλαβε κυβερνήτης του ανιχνευτικού (Θηρίου) ΠΑΝΘΗΡ από της παραλαβής του από τα ναυπηγεία μέχρι της υπογραφής της ειρήνης όπου και επανήλθε στη κατάσταση εφεδρείας. Νυμφεύθηκε την Μαρία το γένος Εμμανουήλ Στ. Λυκούδη. Ανέλαβε τέσσερις φορές υπουργός των Ναυτικών (1909, 1914, 1915 και 1919).

Το 1932, ακραιφνής οπαδός του κόμματος των Φιλελευθέρων πιέστηκε και δέχθηκε να θέσει υποψηφιότητα για τη κενή θέση του Δημάρχου Πειραιά, που όμως ο ίδιος δεν επιθυμούσε. Τελικά δέχθηκε την παμψηφεί επιτυχία του με την υπόσχεση ότι θα γινόταν αποδεκτή η παραίτησή του σε περίπτωση νίκης του κόμματος των Φιλελευθέρων στις βουλευτικές εκλογές του ίδιου έτους. Αισθανόμενος ιδιαίτερη μεγάλη χαρά μετά την επιτυχία του κόμματος συνεπεία της οποίας και θα παραιτούταν από τη δημαρχία και πιθανώς να έπαυε εφεξής να πολιτεύεται υπέστη καρδιακή προσβολή στην οποία και υπέκυψε. Ως συνέπεια μακράς νόσου που ήταν απότοκος της στεναχώριας της, πέθανε και η σύζυγός του στις 16 Ιουνίου 1936.


ΠηγέςΕπεξεργασία

  • Νεώτερον Εγκυκλοπαιδικόν Λεξικόν Ηλίου, τόμ. 13ος, σελ. 546