Αλέξιος Β΄ Μέγας Κομνηνός

Ο Αλέξιος Β’ Μέγας Κομνηνός (Σεπτέμβριος/Δεκέμβριος 1282 - 3 Μαΐου 1330) ήταν αυτοκράτορας της Τραπεζούντας από τις 16 Αυγούστου 1297 ως τις 3 Μαϊου1332 και ήταν ο μεγαλύτερος γιος του Ιωάννη Β' Μέγα Κομνηνού και της Ευδοκίας Παλαιολογίνας[1]. Κατά τη διάρκεια της βασιλείας του αναδείχθηκε σε ικανό ηγεμόνα, ο οποίος εφαρμόζοντας δυναμική εσωτερική και εξωτερική πολιτική, χάρισε στο κράτος του σταθερότητα, ασφάλεια και οικονομική ευημερία. Στο εσωτερικό δεν ανέχθηκε τις αυθαιρεσίες της αριστοκρατίας και ανέδειξε την Τραπεζούντα στον σπουδαιότερο εμπορικό κόμβο της περιοχής. Επίσης αντιμετώπισε με επιτυχία τις εισβολές των Τουρκομάνων, διεύρυνε τα σύνορα της αυτοκρατορίας και χειρίστηκε με επιδεξιότητα τον ανταγωνισμό και τις απαιτήσεις Βενετών και Γενουατών[2]. Η αυλή του ήταν κέντρο των γραμμάτων και των επιστημών[3] και ο Αλέξιος Β΄ πέρασε στη λαϊκή φαντασία ως ο ήρωας που σκότωσε το δράκοντα που λυμαινόταν την περιοχή του Αχάντακα, στον Άγιο Κήρυκο

Ο Αλέξιος Β΄ Μέγας Κομνηνός

Τα πρώτα χρόνια στο θρόνοΕπεξεργασία

Ο Αλέξιος Β΄ ήταν μόλις 14-15 ετών όταν διαδέχθηκε τον πατέρα του Ιωάννη Β΄ Μέγα Κομνηνό. Ο τελευταίος - σύμφωνα με τη μαρτυρία του Γεώργιου Παχυμέρη - είχε αφήσει την κηδεμονία του γιου του στον αδελφό της γυναίκας του, τον βυζαντινό αυτοκράτορα Ανδρόνικο Β΄ Παλαιολόγο. Ο βυζαντινός αυτοκράτορας θέλοντας να έχει υπό την άμεση επιρροή του τον νεαρό ηγεμόνα, αποφάσισε να τον παντρέψει με την κόρη του Νικηφόρου Χούμνου, ανώτατου αξιωματούχου της αυλής. Για να ανεβάσει στα μάτια του Αλέξιου Β΄ αλλά και της Τραπεζουντιακής αριστοκρατίας την αξία της υποψήφιας νύφης την έδωσε το αξίωμα της δέσποινας. Αρχικά και η μητέρα του Αλέξιου Β΄, Ευδοκία Παλαιολογίνα έδωσε τη συγκατάθεση της για τον επικείμενο γάμο Ο Αλέξιος Β' όμως μην επιθυμώντας να γίνει στην ουσία υποχείριου του θείου του, αρνήθηκε τη γαμήλια πρόταση και αποφάσισε να παντρευτεί την κόρη του Γεωργιανού ηγεμόνα Μπέκα Ζακέλι, οι κτήσεις του οποίου συνόρευαν με την αυτοκρατορία της Τραπεζούντας ενισχύοντας έτσι τους συμμαχικούς του δεσμούς με τα γειτονικά γεωργιανά κράτη[4][5]. Ο Ανδρόνικος Β΄ εξέλαβε την πρωτοβουλία του Αλέξιου Β΄ ως προσβολή του δικαιωμάτων του ως κηδεμόνα και γι' αυτό αποφάσισε να διαλύσει το γάμο. Μην επιθυμώντας όμως να επιβάλλει την απόφαση του στον Αλέξιο Β΄, ζήτησε τη συνδρομή του Πατριάρχη και της Ιεράς Συνόδου, ώστε η εκκλησία να κηρύξει το γάμο ως άκυρο. Ωστόσο ο Πατριάρχης και η πλειοψηφία των ιερέων δεν συντάχθηκαν με τον αυτοκράτορα, ιδιαίτερα αφού μαθεύτηκε, ότι η Γεωργιανή πριγκίπισσα ήταν πλέον έγκυος από τον Αλέξιο Β΄[6]. Η μητέρα του Ευδοκία κατάφερε ωστόσο να πείσει τον αυτοκράτορα αδελφό της και τον Νικηφόρο Χούμνο, πως η προσωπική της παρουσία στην Τραπεζούντα θα λειτουργούσε καταλυτικά και θα έπειθε το γιο της να συναινέσει στις εντολές του θείου του. Έτσι της δόθηκε η άδεια να επιστρέψει στην Τραπεζούντα, όπου και έφτασε το Μάρτιο του 1301, αλλά εκεί έπραξε τα αντίθετα απ' όσα υποσχέθηκε και προέτρεπε το γιο της να μην υπακούσει στις εντολές του Ανδρόνικου Β΄[7].

Ο Αλέξιος Β΄ ενδιαφέρθηκε ιδιαίτερα για τις οχυρώσεις της Τραπεζούντας. Διακρίνοντας, ότι τα παλαιά βυζαντινά τείχη δεν προστάτευαν πλέον αποτελεσματικά την πρωτεύουσα, γιατί δεν έκλειναν το σύνολο της κάτω πόλης, ξεκίνησε γύρω στα 1302 την επέκταση των οχυρώσεων της, ώστε όταν το έργο ολοκληρώθηκε στα 1324, συμπεριλάμβανε το σύνολο της κάτω πόλης. Η νέα οχυρωμένη έκταση της πόλης ήταν σχεδόν τριπλάσια από εκείνη που περιέκλειαν τα παλαιά τείχη της[8].

Οι σχέσεις με τους γειτονικούς ΤουρκομάνουςΕπεξεργασία

Το 1301 ο Αλέξιος Β' στράφηκε κατά των Τουρκομάνων της Χαλυβίας, που είχαν επιτεθεί στην περιοχή της Κερασούντας και το Σεπτέμβριο κατάφερε να τους συντρίψει σε μάχη, αιχμαλωτίζοντας τον αρχηγό τους "Κουστουγανη" (Guc Tugan=ρωμαλέο γεράκι). Η σπουδαία νίκη του αυτοκράτορα έσωσε την πόλη και την περιοχή της Κερασούντας από την περαιτέρω προώθηση και απειλή των Τουρκομάνων[9] και ο Αλέξιος Β' πήρε αποτελεσματικά μέτρα για την άμυνα της Κερασούντας, οχυρώνοντας εκ νέου την πόλη[10].Επίσης μια μαρτυρία του Πανάρετου μας λέει, πως το 1313 ο εμίρης Bayram-bek επιτέθηκε στα περίχωρα της Τραπεζούντας ή της Ματζούκας καταλαμβάνοντας "τας τζέργας" (= σκηνές καλυμμένες με μάλλινο ύφασμα)[11]. Οι σχέσεις του όμως με τους Τουρκομάνους δεν ήταν πάντοτε εχθρικές. Το 1313 στο πλαίσιο της αντι-γενουατικής του πολιτικής, ο αυτοκράτορας σύναψε συμμαχία με τον εμίρη της Σινώπης Ghazi Celebi, στην ουσία παραιτούμενος από τις αξιώσεις της Τραπεζούντας πάνω στο λιμάνι της Σινώπης[12]. Έξι χρόνια όμως αργότερα στα 1319 μια επιδρομή των Τούρκων της Σινώπης στην Τραπεζούντα είχε ως αποτέλεσμα να προκληθούν μεγάλες καταστροφές τόσο εκτός όσο και εντός της πόλης[13].

Σχέσεις με τους ΓενουάτεςΕπεξεργασία

Μέχρι τις αρχές του 14ου αιώνα οι σχέσεις της Τραπεζούντας με τους Γενουάτες ήταν γενικά ειρηνικές. Ο εμπορικός σταθμός των Γενουατών λειτουργούσε ήδη περίπου από το δεύτερο μισό του 13ου αιώνα και γνωρίζουμε, ότι ήδη το 1302 οι Γενουάτες διέθεταν το δικό τους δικαστήριο στην Τραπεζούντα, καθώς φαίνεται με την άδεια του αυτοκράτορα διότι η δικαστική αυτονομία παραχωρούνταν μόνο με αυτοκρατορικό χρυσόβουλλό[14]. Η πρώτη σοβαρή σύγκρουση ξέσπασε το 1304. Οι Γενουάτες με πρεσβεία τους στον αυτοκράτορα απαίτησαν την κατάργηση κάθε ελέγχου πάνω στις δραστηριότητες του εμπορικού σταθμού τους και σε περίπτωση που ο αυτοκράτορας δεν συμφωνούσε, είχαν εντολές να εγκαταλείψουν όλοι το έδαφος της αυτοκρατορίας. Επειδή ο Αλέξιος Β΄ αρνήθηκε να ενδώσει στα αιτήματα τους, ξεκίνησαν τις προετοιμασίες για αναχώρηση. Ο Αλέξιος Β΄ από την πλευρά του δεν έφερε αντιρρήσεις στην ενέργεια τους, παρά μόνο απαίτησε για τα εμπορεύματα που είχαν ήδη ξεφορτωθεί από τα πλοία τους, να κρατηθεί ένα μέρος τους, ώστε να πληρωθούν οι προβλεπόμενοι δασμοί. Οι Γενουάτες όμως αρνήθηκαν να συμμορφωθούν με αποτέλεσμα να ξεσπάσει ένοπλη σύγκρουση και ο Αλέξιος Β΄ έστειλε εναντίον τους ένα απόσπασμα από Γεωργιανούς στρατιώτες. Στη σύγκρουση που ακολούθησε, οι Γενουάτες για να ξεφύγουν έβαλαν φωτιά στο οπλοστάσιο της πόλης, αλλά η πυρκαγιά επεκτάθηκε στα πλοία τους που ήταν στο λιμάνι, με αποτέλεσμα να υποστούν μεγάλες ζημιές τα εμπορεύματα τους[15][16]. Οι σχέσεις όμως μεταξύ των δύο κρατών, πολύ γρήγορα αποκαταστάθηκαν και αυτό φαίνεται, από το χρυσόβουλλο που παραχώρησε ο Αλέξιος Β΄ μεταξύ Ιουνίου-Σεπτεμβρίου 1304 στους Γενουάτες με το οποίο, το κομμέρκιο μειωνόταν αισθητά ή προσέφερε ένα μέρος των προσόδων από αυτό, στους Γενουάτες[17].

Μέσα στην επόμενη δεκαετία η εμπορική δραστηριότητα και οι διπλωματικές σχέσεις συνεχίστηκαν αν και υπήρξαν περιπτώσεις προστριβών. Γνωρίζουμε ότι μέσα σ' αυτό το διάστημα μια γενουατική πρεσβεία πέτυχε από τον αυτοκράτορα την παραχώρηση ενός οικοπέδου στην περιοχή Μαϊτάνιν-Λεοντόκαστρο ενώ μια άλλη που ακολούθησε επικύρωσε τα συμφωνηθέντα της προηγούμενης. Ο Αλέξιος Β΄ το 1313 συμμετείχε στην επίθεση του κυβερνήτη της Σινώπης Taj al-Din Gahzi Celebi εναντίον της γενουατικής αποικίας του Καφφά στην Κριμαία, η οποία προκάλεσε μεγάλες ζημιές στους Γενουάτες εμπόρους και αποίκους. Επίσης την ίδια εποχή σημειώθηκαν βίαια επεισόδια στην Τραπεζούντα από μέρους των κατοίκων εις βάρος των Γενουατών εμπόρων, για τα οποία οι Γενουάτες κατηγόρησαν τον αυτοκράτορα, για υπόθαλψη αυτών των επεισοδίων. Η αλήθεια όμως είναι, πως είτε ο Αλέξιος Β΄ έδωσε τη συγκατάθεση του είτε όχι, οι κάτοικοι της Τραπεζούντας ήταν εξαγριωμένοι τόσο από τη συμπεριφορά των Γενουατών όσο και από τα προνόμια που απολάμβαναν. Σε απάντηση οι Γενουάτες με το στόλο τους επιδίδονταν σε πειρατικές επιδρομές εναντίον των κτήσεων και των υποτελών του αυτοκράτορα[18]. Η υπεροχή των Γενουατών οδήγησε τελικά τις δυο πλευρές σε διαπραγματεύσεις, οι οποίες κατέληξαν στην υπογραφή συμφωνίας στην κωμόπολη Αρζερόν κοντά στην Τραπεζούντα στις 26 Οκτωβρίου 1314. Οι όροι της συμφωνίας περιλάμβαναν πως τα δύο κράτη θα απέχουν πλέον από εχθρικές ενέργειες, θα τιμωρούν τους ενόχους που παραβιάζουν τη συμφωνία και επιβεβαιωνόταν όλες οι προηγούμενες συμφωνίες του Αλέξιου Β΄ με τη Γένουα. Επίσης οι Γενουάτες θα λάμβαναν ένα οικόπεδο στα παράλια τον Ταρσανά για να κτίσουν εκεί τον οικισμό τους, τον οποίο είχαν το δικαίωμα να οχυρώσουν και μέσα στα όρια του οποίου θα απολάμβαναν καθεστώς ετεροδικίας. Οι Γενουάτες θα απολάμβαναν πλέον νομική και διοικητική ασυλία απέναντι στις αυτοκρατορικές αρχές και το ίδιο θα ίσχυε και για τους Έλληνες υπηκόους του αυτοκράτορα απέναντι στον Γενουάτη πρόξενο. Οι Έλληνες βάση της συμφωνίας θα είχαν το δικαίωμα να καταφεύγουν στη δικαιοσύνη του προξένου για τυχόν οικονομικές διαφορές που θα είχαν με Γενουάτες αλλά τους απαγορευόταν ρητά να συμμετέχουν στα εμπορικά καραβάνια των Γενουατών προς την Ανατολή. Παράλληλα η συμφωνία καθόριζε και το ύψος των αποζημιώσεων που όφειλε να πληρώσει ο αυτοκράτορας για τις ζημίες που είχαν υποστεί οι Γενουάτες τα προηγούμενα χρόνια των εχθροπραξιών και οι οποίες υπολογίζονταν σε εκατοντάδες χιλιάδες "άσπρα" (=ασημένια νομίσματα). Αν και η συμφωνία αποτελούσε υποχώρηση του Αλέξιου Β΄, οι Γενουάτες δεν κατάφεραν ωστόσο με αυτήν, να μειώσουν το ποσό του κομμέρκιου που όφειλαν για τα εμπορεύματα τους στο αυτοκρατορικό ταμείο[19].

Στις 24 Μαρτίου 1316 ο πρέσβης του αυτοκράτορα στη Γένουα σύναψε νέα συμφωνία, ως συμπλήρωμα της συμφωνίας του 1314 στο Αρζερόν. Με τη νέα συμφωνία που ουσιαστικά ήταν μια εξισορρόπηση των οφειλών μεταξύ των δυο πλευρών, η αποζημίωση που όφειλαν οι Γενουάτες στον Αλέξιο Β΄ για τις ζημιές που προκάλεσαν οι Γενουάτες ναύαρχοι, έμενε ολόκληρη στη Γένουα. Η μισή ως εξόφληση για το Λεοντόκαστρο που παραδόθηκε στον αυτοκράτορα και η υπόλοιπη για αποπληρωμή των ζημιών που υπέστησαν οι Γενουάτες στην επίθεση στη Γαζαρία το 1313, όπου συμμετείχε και ο Αλέξιος Β΄ εναντίον τους. Από την πλευρά του ο Αλέξιος Β΄ καλούνταν πλέον να καταβάλει σε τρεις δόσεις στους Γενουάτες το ποσό των 250.000 άσπρων για την εξόφληση των οφειλών του.[20]

Το Χρυσόβουλλο υπέρ των Βενετών (1319)Επεξεργασία

Ο εμπορικός-οικονομικός ανταγωνισμός μεταξύ Βενετίας-Γένουας καθώς και Τραπεζούντας-Γένουας στο πρώτο τέταρτο του 14ου αιώνα, οδήγησε τον Αλέξιο Β΄ να προσεγγίσει τη Βενετία και να επιδιώξει την εγκαθίδρυση πιο στενών σχέσεων με τη δημοκρατία του Αγίου Μάρκου. Ο αυτοκράτορας τον Ιούλιο του 1319 απέλυσε χρυσόβουλλο υπέρ των Βενετών με το οποίο ρυθμίζονταν η παρουσία των Βενετών υπηκόων και οι εμπορικές-οικονομικές τους δραστηριότητες μέσα στα εδάφη της Τραπεζούντας[21]. Οι Βενετοί πήραν άδεια να κατασκευάσουν προβλήτα στην Τραπεζούντα, να επισκέπτονται ελεύθερα πόλεις, λιμάνια και κάστρα μέσα στην αυτοκρατορία, να εμπορεύονται ελεύθερα και χωρίς εμπόδια, να ιδρύσουν δικό τους εμπορικό σταθμό, να έχουν δικό τους βάϊλο - εκλεγμένο από τους ίδιους - και να διατηρούν τον δικό τους διοικητικό μηχανισμό, όπως ακριβώς ίσχυε και στα εδάφη της Ρωμανίας[22]. Ο αυτοκράτορας παραχώρησε στους Βενετούς εκτάσεις δίπλα στο Λεοντόκαστρο[23]. Οι Βενετοί έμποροι θα συνέχιζαν να πληρώνουν στο αυτοκρατορικό ταμείο τα διάφορα κομμέρκια (φόρος εισαγωγής, φόρος τράνζιτ, φόρος επί του τζίρου, φόρος επί ζυγίω των εμπορευμάτων) τα οποία θα ανερχόταν σε 20 άσπρα (ασημένια νομίσματα) για κάθε δεμάτιο εμπορευμάτων που θα έφθανε δια θαλάσσης και 12 άσπρων για κάθε δεμάτιο που θα έφθανε από την ενδοχώρα[24]. Αν ένας Βενετός έκλεινε μια εμπορική συμφωνία με έναν ξένο (μη Βενετό) τότε ο πωλητής αλλά και ο αγοραστής θα πλήρωναν δασμό 3% και στο ζύγισμα του εμπορεύματος έναν επιπλέον ειδικό δασμό 1,5% της αξίας των εμπορευμάτων. Στην περίπτωση που η αγοραπωλησία γινόταν μεταξύ Βενετών θα αποδιδόταν μόνο ο καθαρός φόρος επί ζυγίω, εφόσον το εμπόρευμα ζυγιζόταν[25]. Οι έμποροι των πολύτιμων μετάλλων, λίθων και υφασμάτων θα πλήρωναν μόνο το δασμό κατά την εισαγωγή του εμπορεύματος ενώ οι Βενετοί που μετέφεραν προϊόντα από την Περσία και την Μεγάλη Αρμενία και τα πουλούσαν στην Τραπεζούντα θα πλήρωναν τον προβλεπόμενο μεν δασμό, μειωμένο όμως κατά 1%[26]. Αν και το χρυσόβουλλό δεν παραχωρούσε φορολογικές ελευθερίες παρόμοιες με εκείνες που απολάμβαναν στα εδάφη της βυζαντινής αυτοκρατορίας, η Βενετία εκτίμησε θετικά τη συμφωνία και γι' αυτό το ίδιο έτος εξέλεξε το βάϊλο της για την Τραπεζούντα και ξεκίνησε με γοργές διαδικασίες την ανέγερση του εμπορικού σταθμού στην ποντιακή πρωτεύουσα[27].

Ο Αλέξιος Β΄ μαικήνας των επιστημών και των γραμμάτωνΕπεξεργασία

Η βασιλεία του Αλέξιου Β΄ αποτέλεσε μια χρυσή εποχή για τις επιστήμες και τα γράμματα. Καλλιεργημένος και μορφωμένος ο ίδιος ο αυτοκράτορας, θα μετατραπεί σε πάτρωνα των ανθρώπων του πνεύματος[28]. Το 1311 θα επαναλειτουργήσει στην Τραπεζούντα το Πανεπιστήμιο, το οποίο είχε πέσει σε παρακμή τα προηγούμενα χρόνια καθώς και αστεροσκοπείο, ιδρύματα που θα αποτελέσουν πόλους έλξης για αρκετούς ρήτορες, φιλοσόφους και αστρονόμους, οι οποίοι θα έρθουν στην Τραπεζούντα με την ενθάρρυνση του Αλέξιου Β΄. Παράλληλα η μελέτη των άστρων θα οδηγήσει και στην ανάπτυξη της αστρολογίας εκείνη την περίοδο την οποία η κοινή γνώμη της εποχής θεωρεί ως κομμάτι της αστρονομίας Τόσο το πανεπιστήμιο όσο και το αστεροσκοπείο λειτουργούν υπό την επίβλεψη της εκκλησίας ώστε να μην υπάρξουν αποκλίσεις από τα εκκλησιαστικά δόγματα.[29]

Από τους πιο σπουδαίους λόγιους της αυλής του Αλεξίου Β΄ ήταν ο Γεώργιος (Γρηγόριος ως μοναχός) Χιονιάδης, πιθανώς Γεωργιάνης καταγωγής, ο οποίος προτάθηκε για σύμβουλος του αυτοκράτορα και το 1305 έγινε επίσκοπος της Ταμπρίζ. Ο Χιονιάδης με την οικονομική υποστήριξη του Ιωάννη Β΄ Μέγα Κομνηνού ταξίδεψε στην Περσία και στην αυλή των Ιλχαν, όπου αναπτυσσόταν η αστρονομία και έζησε εκεί κατά την περίοδο 1295-1301. Μελέτησε την περσική και αραβική γλώσσα καθώς και την αστρονομία και αυτό του επέτρεψε να μεταφράσει βιβλία της αστρονομίας στα οποία έγραψε και δικά του σχόλια. Αυτά τα συγγράμματα τα έφερε μαζί του στην Τραπεζούντα, όταν επέστρεψε εκεί περίπου το 1315 και με αυτά δίδασκε τους μαθητές του στη σχολή που ίδρυσε στην πόλη, η οποία λειτουργούσε για πολλά χρόνια μετά το θάνατό του.[30][31]

Ένας άλλος σπουδαίος λόγιος στην αυλή του Αλέξιου Β΄ ήταν ο ρήτορας Κωνσταντίνος Λουκίτης, ο οποίος ανατράφηκε και σπούδασε στην Κωνσταντινούπολη και περί το 1301 ήρθε στην Τραπεζούντα. Εκεί αναρριχήθηκε στην αυλική ιεραρχία φτάνοντας στο αξίωμα του πρωτονοταρίου και πρωτοβεστίαριου και στην ουσία έγινε ο επικεφαλής του κύκλου των επιστημόνων και των ρητόρων της πρωτεύουσας. Ο ίδιος διατηρούσε μια τεράστια βιβλιοθήκη και μάλιστα αντέγραψε την Ιλιάδα μαζί με τα απαραίτητα σχόλια. Δυστυχώς από τεράστιο συγγραφικό του έργο διασώθηκαν μόλις δυο έργα, ένα εγκώμιο για τον πολιούχο της Τραπεζούντας Άγιο Ευγένιο και ένας επικήδειος για τον προστάτη του Αλέξιο Β΄. Η φήμη του ήταν τόσο μεγάλη που επαινέθηκε από πολλούς λογίους της εποχής, όπως ο Ιωσήφ Λαζαρόπουλος, ο Θεόδωρος Υρτακηνός και ο Νικηφόρος Γρηγοράς.[32][33]

Οι επιστολές του πάπα Ιωάννη ΚΒ΄ προς τον Αλέξιο Β΄Επεξεργασία

Την 1η Δεκεμβρίου 1329 ο πάπας Ιώαννης ΚΒ΄ συνέταξε επιστολή προς τον αυτοκράτορα "Magnifico viro Imperatori Trapesundarum" με την οποία τον παροτρύνει να πραγματοποιήσει την ένωση της εκκλησίας του με αυτή της Ρώμης και να εργαστεί, ώστε να πείσει τους υπηκόους του για την ορθότητα του καθολικού δόγματος. Επίσης ζητούσε από τον Αλέξιος Β΄ να φροντίσει για τη συνοδεία και προστασία του επισκόπου Bernardo di Gardiola και της ακολουθίας του, η οποία θα περνούσε μέσα από τα εδάφη της αυτοκρατορίας. Ο πάπας είχε ζητήσει το ίδιο από τον αυτοκράτορα - πάλι με επιστολή του - και για μια άλλη αποστολή την ίδια χρονιά, η οποία με επικεφαλής δυο καθολικούς επισκόπους, θα περνούσε μέσα από τα εδάφη της αυτοκρατορίας. Δε γνωρίζουμε ωστόσο, ποια ήταν η απάντηση του αυτοκράτορα, κυρίως στο αίτημα του πάπα για ένωση των εκκλησιών. Πιθανώς ο Αλέξιος Β΄ να αδιαφόρησε εντελώς πάνω σ' αυτό το ζήτημα. Τα αιτήματα όμως του πάπα όσον αφορά τη φροντίδα για τους καθολικούς επισκόπους και τις συνοδείες τους, είχαν μια βάση, διότι όλοι οι Ιταλοί έμποροι που ταξίδευαν με καραβάνια μέσα από την επικράτεια της Τραπεζούντας, συνοδευόταν για την προστασία τους από αυτοκρατορική συνοδεία στο ταξίδι τους μέχρι τα σύνορα.[34] [35]

ΝομίσματαΕπεξεργασία

Τα νομίσματα που απεικονίζεται μαζί με τον πατέρα του Ιωάννη Β΄, χρονολογούνται περί το 1297 ίσως και λίγο πιο πριν. Στα ασημένια απεικονίζονται οι δύο αυτοκράτορες στη μια όψη όρθιοι να κοιτάνε μπροστά και να κρατούν σκήπτρο που στην κορυφή του σχηματίζει λάβαρο και σφαίρα και με επιγραφή "ΙΩ. Ο ΜΕΓΑC ΚOMNHNOC. ΑΛΕΞΙΟC Ο MEΓΑC ΚOMNHNOC".

 
Ασημένιο νόμισμα "άσπρο" του Αλέξιου Β΄ Μέγα Κομνηνού

Στην άλλη όψη απεικονίζεται ο Άγιος Ευγένιος όρθιος να κρατά μεγάλο σταυρό στα δεξιά του με την επιγραφή: "Ο ΑΓ. ΕVΓΕΝΙ." Στα χάλκινα νομίσματα απεικονίζεται στη μία όψη ο Ιωάννης Β΄ και στην άλλη ο Αλέξιος Β΄, να κρατάνε στο δεξί χέρι σκήπτρο και σφαίρα στο αριστερό.[36]

Στα ασημένια νομίσματα "'άσπρα" που έκοψε κατά τη διάρκεια της βασιλείας του (1297-1330) παρατηρείται μια μεταβολή τόσο στις απεικονίσεις όσο και στο βάρος. Τόσο ο αυτοκράτορας όσο και ο Άγιος Ευγένιος αναπαρίστανται έφιπποι με τα πρόσωπα τους να κοιτάνε μπροστά ενώ το άλογο είναι στραμμένο προς τα δεξιά. Αυτός ο απεικονιστικός τύπος νομίσματος παρέμεινε σε ισχύ μέχρι και την πτώση της αυτοκρατορίας όπως μας αποδεικνύουν τα νομίσματα και των μεταγενέστερων αυτοκρατόρων[37]. Επίσης με την άνοδο του στο θρόνο ο Αλέξιος Β΄ μείωσε το βάρος του ασημένιου νομίσματος σε 2,229 γραμμάρια και στα επόμενα χρόνια της βασιλείας του σημειώθηκε ακόμα μια μείωσε στα 2,183 γραμμάρια. Ταυτόχρονα η περιεκτικότητα σε ασήμι μειώνεται σε 75%-71,5%[38].

ΟικογένειαΕπεξεργασία

Με την σύζυγό του Ζιαζάκ Ζακέλι, κόρη του Γεωργιανού ευγενή Μπέκα Α΄ αταμπέγκ (διοικητή) του Σάμτσκε, περιοχής της Ιβηρίας (Γεωργίας). Είχε έξι παιδιά:[39]

  • Ανδρόνικος Γ΄ απεβ. 1332, αυτοκράτορας της Τραπεζούντας (1330-32).
  • Βασίλειος Α΄ απεβ. 1340, αυτοκράτορας της Τραπεζούντας (1332-40). Τον διαδέχθηκε η σύζυγός του Ειρήνη Παλαιολογίνα ως αυτοκράτειρα της Τραπεζούντας (1340-41).
  • Ευδοκία, παντρεύτηκε τον εμίρη της Σινώπης και έγινε δέσποινα της Σινώπης.
  • Μιχαήλ Αναχουτλούς, που δολοφονήθηκε από τον αδελφό του Ανδρόνικο Γ΄ το 1330.
  • Άννα Αναχουτλού απεβ. 1342, αυτοκράτειρα της Τραπεζούντας (1341-42).
  • Γεώργιος Αχπουγάς, που επίσης δολοφονήθηκε από τον αδελφό του Ανδρόνικο Γ΄ το 1330.

Ωστόσο η ιστορικός Πηνελόπη Βουγιουκλάκη στην Εγκυκλοπαίδεια του Ελληνικού Κόσμου: Μικρά Ασία στο διαδίκτυο αναφέρει, ότι ο Αλέξιος είχε τρεις συζύγους: την Πεκάι, κόρη του Μπέκα Ζακέλι (τέκνα: Ανδρόνικος Γ΄, Βασίλειος Α΄, Ευδοκία), την αγνώστου ονόματος, κόρη τού Αναχουτλού ηγεμόνα των Λαζών (τέκνα: Μιχαήλ, Άννα) και την Σαργκάλε, αγνώστου καταγωγής (τέκνα: Γεώργιος Αχπουγάς).


ΠηγέςΕπεξεργασία

  • Ιστορία του Ελληνικού Έθνους. Εκδοτική Αθηνών. Τόμος Θ'. Οι Αυτοκράτορες της Τραπεζούντας, σελ. 333. ISBN 960-213-105-5.
  • The Oxford Dictionary of Byzantium, Oxford University Press, 1991 (Αγγλικά).
  • Donald Nicol, Βιογραφικό Λεξικό της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας,μτφρ.Ευγένιος Πιερρής, εκδ.Ελληνική Ευρωεκοδοτική, Αθήνα, 1993, σελ.47
  • Prosopographisches Lexikon Der Palaiologenzeit (PLP) Wien 2001.
  • Σεργκέι Π. Καρπόβ, Ιστορία της αυτοκρατορίας της Τραπεζούντας, μτφρ. Ευγενία Κριτσέφσκαγια - Αγγελική Ευσταθίου, Ε.Ι.Ε. (Αθήνα 2017).
  • A. Bryer - D. Winfield, The Byzantine Monuments and Topography of Pontos v. 1, Dumbarton Oaks Center for Byzantine Studies, (Washington D.C, 1985).
  • A. Bryer, Greek and Turkmens: The Pontic Exemption, (article n. V), The Empire of Trebizond and the Pontos, Variorum Reprints (London 1980).
  • A. Bryer, Trebizond and Rome, σ. 290-307, ΑΡΧΕΙΟΝ ΠΟΝΤΟΥ 26 (1964).
  • D. A. Zakythinos, Le Chrysobulle d' Alexis III Comnene Empereur de Trebizonde en faveur des Venitiens, (Paris 1932).
  • Οδυσσεύς Λαμψίδης, Μιχαήλ του Πανάρετου Περί των Μεγάλων Κομνηνών, Αθήνα 1958.
  • Diplomatarium Veneto-Levantinum 1300-1350, Venetia 1880.
  • Georges Pachymeres Relations historiques / ed. par. A Failler. Paris 1984 v.1-2, 1999, v. 3-4 [CFHB,, XXIV/1-4].
  • A. Zehiroglu, Astronomy in the Trebizond Empire (transl. from A. Zehiroglu, Trabzon Impatorlugu, Trabzon 2016).
  • Jan Olof Rosenquist, Byzantine Trebizond, A Provincial Literary Landscape σ. 29-51 στο Byzantino-Nordica, Papers presented at the International Symposium of Byzantine Studies Tartu University Press 2004.
  • U. Lampsides, Alexis II empereur de Trebisonde (1297-1330) et l' eglise de Rome 327-329, Byzantinische Zeitschrift 36 (1936).
  • O. Retowski, Die Munzen der Komnenen von Trapezunt 1911.



Προηγούμενος
Ιωάννης Β' Κομνηνός
Αυτοκράτορας της Τραπεζούντας
1297 - 1330
Επόμενος
Ανδρόνικος Γ' Κομνηνός
  1. P.L.P. 12084. 
  2. Σ. Καρπόβ, Ιστορία της αυτοκρατορίας της Τραπεζούντας. σελ. 200. 
  3. «A. Zehiroglu, Astronomy in the Trebizon Empire, σελ. 2-5». 
  4. Pachymeres, Relations Historiques, v. 4, σ. 317.10-23. 
  5. Μιχαήλ Πανάρετος σ. 63.11. 
  6. Pachymeres, Relations Historiques, v. 4, σ. 317.23-319.5. 
  7. Pachymeres, Relations Historiques, v. 4, σ. 319.6-13. 
  8. A. Bryer-D. Winfield, The Byzantine Monuments and Topography of Pontos v. 1 σελ. 183. 
  9. Μιχαήλ Πανάρετος σ. 63.15-17. 
  10. Bryer, Greeks and Turkmens σελ. 133. 
  11. Μιχαήλ Πανάρετος σ. 63.24-25. 
  12. Σ. Καρπόβ, Ιστορία της αυτοκρατορίας της Τραπεζούντας. σελ. 416. 
  13. Μιχαήλ Πανάρετος σ. 63.26-64.2. 
  14. Σ. Καρπόβ, Ιστορία της αυτοκρατορίας της Τραπεζούντας. σελ. 314-315. 
  15. Pachymeres, Relations Historiques, v. 4, σ. 493-495. 
  16. Μιχαήλ Πανάρετος σ. 63.21-23. 
  17. Σ. Καρπόβ, Ιστορία της αυτοκρατορίας της Τραπεζούντας. σελ. 317. 
  18. Σ. Καρπόβ, Ιστορία της αυτοκρατορίας της Τραπεζούντας. σελ. 317-319. 
  19. Σ. Καρπόβ, Ιστορία της αυτοκρατορίας της Τραπεζούντας. σελ. 319-320. 
  20. Σ. Καρπόβ, Ιστορία της αυτοκρατορίας της Τραπεζούντας. σελ. 321. 
  21. Σ. Καρπόβ, Ιστορία της αυτοκρατορίας της Τραπεζούντας. σελ. 265. 
  22. Diplomatarium Veneto-Levantinum 1300-1350 σ. 122. 
  23. Zakythinos, Le Chrysobulle σελ. 10. 
  24. Diplomatarium Veneto-Levantinum 1300-1350 σ, 123. 
  25. Diplomatarium Veneto-Levantinum 1300-1350 σ. 123. 
  26. Zakythinos, Le Chrysobulle σελ. 9-11. 
  27. Σ. Καρπόβ, Ιστορία της αυτοκρατορίας της Τραπεζούντας. σελ. 267. 
  28. «A. Zehiroglu, Astronomy in the Trebizond Empire σελ. 2-5». 
  29. «A. Zehiroglu, Astronomy in the Trebizond Empire, σελ. 2-5». 
  30. «A. Zehiroglu, Astronomy in the Trebizond Empire σελ. 2-5». 
  31. Σ. Καρπόβ, Ιστορία της αυτοκρατορίας της Τραπεζούντας. σελ. 526-527. 
  32. Jan Olof Rosenquvist, "Byzantine Trebizond, A Provincial Literary Landscape σελ. 39-40. 
  33. Σ. Καρπόβ, Ιστορία της αυτοκρατορίας της Τραπεζούντας. σελ. 510-511. 
  34. U. Lampsides, Alexis II empereur de Trebisonde et l' eglise de Rome σ. 327-329. 
  35. A. Bryer, Trebizond and Rome σελ. 301-302. 
  36. O. Retowski, Die Munzen der Komnenen von Trapesund σελ. 130-131. 
  37. O. Retowski, Die Munzen der Komnenen von Trapesund σ. 135. 
  38. Σ. Καρπόβ, Ιστορία της αυτοκρατορίας της Τραπεζούντας σελ. 160. 
  39. Donald Nicol, Βιογραφικό Λεξικό της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας,μτφρ.Ευγένιος Πιερρής, εκδ.Ελληνική Ευρωεκοδοτική, Αθήνα, 1993, σελ.47